20/6/11

Η Αλίκη στη Χώρα των Βλεμμάτων



Μια φορά κι έναν καημό, σε έναν κόσμο κοντινό, ήταν η Αλίκη. Όχι μόνη της, και αυτό (αργότερα θα μου πεις πως) είχε σημασία. Ισως. Ηταν με τη συντροφιά βλεμμάτων που μέρα με τη νύχτα και νύχτα με τη μέρα, πολλαπλασιάζονταν. Με έναν καλοδεχούμενο τρόπο. Αργό και σταθερό, όπως οτιδήποτε υπόσχεται να γίνει μέλλον. Με βλέμματα – εικόνες, από εκείνα που κάποιοι εξισώνουν με χίλιες λέξεις. Με βλέμματα που δεν γίνονται λέξεις γιατί αγκιστρώνονται στην εξίσωση. […]

Η Αλίκη κοιμόταν μερικές βραδιές. Το είχε ανάγκη όταν ήθελε να ονειρευτεί. Φύτρωναν χέρια στα βλέμματα. Και στόματα. Την έπιαναν από τους ώμους και την τράνταζαν. Χωρίς να την κοιτάνε, της μιλούσαν. Της έλεγαν. Ότι και πως και αν και αφού και ενώ και παρά και εφ’ όσον και ωστόσο και άλλωστε και μήπως. Και πάντα. Και ποτέ.

Στο «ποτέ» ξυπνούσε. Και δεν ξανακοιμόταν. Ποτέ.

1 σκέψεις:

stolenblood είπε...

πραγματικά η σκηνή αυτη μοιάζει να βγήκε από ένα σκοτεινό παραμύθι! τρομακτικό θα έλεγα... :)

Δημοσίευση σχολίου

 
;