Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αν ήταν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αν ήταν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
30/4/16 1 σκέψεις

Προσοχή ένστικτο



Το γυναικείο ένστικτο δεν είναι ακριβό άρωμα για να μπει σε μικρό μπουκαλάκι. Δεν είναι καν κλισέ για να χωρέσει σε μια τέτοια φράση. Είναι δικλείδα ασφαλείας. Ενεργοποιείται όταν βρίσκεσαι σε κίνδυνο απροσδιόριστο. Δεν γνωρίζεις την ταυτότητα του εχθρού, αλλά νιώθεις το χνώτο του. Καταλαβαίνεις πως ο εχθρός υπάρχει στον χώρο, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα απουσιάζει. Είναι αυτή η απουσία του που σε κυκλώνει, που σε τυλίγει μέχρι την πλήρη αφαίμαξη.

Το γυναικείο ένστικτο συναντά μόνιμα έναν τοίχο. Τον τοίχο της τρέλας. Είσαι τρελή, πού το σκέφτηκες, πλάθεις ιστορίες απ’ το μυαλό σου, σύνελθε. Παίρνει φόρα το ένστικτο και πέφτει επάνω στις απαντήσεις. Ματώνει, τα κόκαλά του θρυμματίζονται, ο πόνος είναι αφόρητος. Αλλά τελικά τα καταφέρνει: ο τοίχος ισοπεδώνεται. Και πίσω από αυτόν, ξημερώνει μια μέρα που δεν φαντάζεσαι κι εγώ πού να στα λέω.





6/3/15 2 σκέψεις

Η γυναίκα που εκδικείται τους λογοτεχνικούς ήρωες



Κάθε φορά που αποφασίζει να απαρνηθεί την τάξη των πραγμάτων της και χαρίζει στα βήματά της το ακαταλόγιστο του προορισμού τους, η ανοιχτή πόρτα που αντικρίζει είναι πάντοτε ενός Φαμπιό του Ιζζό, ενός Οράσιο του Κορτάσαρ, ενός Τόμας του Κούντερα.  

Είτε με το σημάδι από το μαγιό, είτε με την υγρασία της βροχής στα μαλλιά της, οι δρόμοι έχουν πάντοτε ταξί και τα πεζοδρόμια το ευδιάκριτο χρώμα της προσμονής της.

Θα έπρεπε να ήταν επικίνδυνα αφελής για να μην παραδεχτεί ότι όλα τα αινίγματα των προαιώνιων ερώτων βρίσκουν απάντηση στον τρόπο που καταφέρνει και γλιστρά στην ασχημάτιστη αγκαλιά της ο «τρεις σε συσκευασία του ενός» Ήρωας της.

Είναι όμως και σωτήρια έξυπνη για να παραδεχτεί ότι η λογοτεχνία είναι η απάντηση στη ζωή μόνο όταν δεν έχει προηγηθεί καμιά ερώτηση.

Όταν οι απορίες γλιστρούν στο χείλος του μετώπου, ξυστά, σαν μετεωρίτες που τελευταία στιγμή αποφασίζουν να μην καταστρέψουν ολοσχερώς το ξένο σώμα που παρεμβαίνει στην τροχιά τους, τότε η λογοτεχνία γίνεται αγνή και αταξινόμητη εκδίκηση. 



27/10/12 0 σκέψεις

Η βία στις 2.45



«Με χτύπησε στις 2.45». Έφερα τα δάχτυλά μου στο κεφάλι. Χώρισα τα μαλλιά σε δυο μαύρα ποτάμια, το ένα να ακουμπά το δεξιό μου ώμο, το άλλο τον αριστερό. Τα ένωσα σε ένα χείμαρρο κάτω από το λαιμό μου. Στενός φιόγκος από σκληρές τρίχες. Σήκωσα το ακουστικό. Τηλεφώνησα στους όλους μου. Κανείς δεν είχε να μου πει μια ευχάριστη ιστορία. Έκοψα το καλώδιο και έμεινα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Με το ένα χέρι χτένιζα τα μαύρα ποτάμια και με το άλλο πάσχιζα να πιάσω το είδωλο του ματιού μου στο βρεγμένο τζάμι. Δεν μπόρεσα. Μόνο χτυπούσα τα νύχια μου στη λεία επιφάνεια κι ακουγόταν ένας θόρυβος σαν φρένο της τελευταίας στιγμής.

«Συνέχισε να με χτυπά δίχως έλεος». Κοίταξα κάτω στο δρόμο. Είδα στρατιώτες να προστατεύουν ένα πτώμα από την ίδια του τη σήψη. Ένιωθαν περηφάνια, έκαναν το καθήκον τους. Ήθελα να φωνάξω, να τους πω ότι αν δεν το αφήσουν να βρωμίσει, δε θα καταλάβουν ποτέ πόσο σάπιο γεννήθηκε. Φοβήθηκα. Η πραγματικότητα εξακολουθούσε να μου ρίχνει τσιμπιές στο μυαλό κι εκείνοι ήταν υπνωτισμένοι από μια φαντασίωση που τους χάιδευε το μάγουλο και τον κώλο.

«Θα με χτυπά για πάντα, αν δεν τον/την/το σταματήσω». Άνοιξα το παράθυρο. Στάθηκα στο χείλος της τρύπας που ‘χα για μπαλκόνι. Περίμενα να ευθυγραμμιστεί το άνοιγμα του σώματός μου με την υπόσταση του πτώματος. Πήδηξα. Το διέλυσα, διαλύθηκα κι εγώ μαζί του.

Ήρθε η σήψη και για τους δυο μας.

Μάντεψε ποια αποσύνθεση βρώμισε λιγότερο.

*Κείμενο με αφορμή την παράσταση «Με χτύπησε στις 2.45», που παρουσιάστηκε από την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στο δημοτικό θέατρο «'Ανετον», στο πλαίσιο των 47ων Δημητρίων (23 - 25 Οκτωβρίου 2012). Ένα έργο επικεντρωμένο στην κακοποίηση των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία, που εγείρει συζητήσεις για κάθε μορφή βίας. Ακόμη και από εκείνη που προέρχεται από τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας προσώπων που κανένα ρόλο δεν έχουν πια στο κάδρο της Θεσσαλονίκης του 2012.

22/10/11 0 σκέψεις

Κουάξ.


Κι ο καθένας, ξέρεις, ας βρει την άκρη του. 
Αυτό είναι που με νοιάζει.   
Να μη σε βλέπω να επιπλέεις στη μέση του πουθενά. 
Όχι το να μη σε βλέπω.
Να μην επιπλέεις εσύ. 
Αυτό με απασχολεί.
Να μάθεις να σε αγαπάς πραγματικά.
Δημοκρατικά.
Χωρίς να απαιτείς από σένα κάτι που δεν έχεις να δώσεις.
Τα βατράχια θα είναι πάντα εκεί.
Στο κλουβί τους.
Πριν ακουμπήσεις τα χείλη τους, 
σκέψου πόσο ακριβό είναι το φιλί σου
και δώσε το σε κάποιον που το αξίζει.
Στον ίδιο σου τον εαυτό. 
Έγινε, πριγκηπέσσα μου;

εικόνα: deviantart.com



26/8/11 6 σκέψεις

Το πλουσιοκόριτσο, τα καράβια και η Ζεύξιδος.




Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ξύπνησα νωρίς το πρωί. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με αργές, αριστοκρατικές κινήσεις. Έβαλα lounge μουσική να παίζει και έπλυνα με προσοχή το πρόσωπό μου. Το αγαπώ το πρόσωπό μου, δε θέλω να μου πάθει τίποτα. Λίγη πούδρα και δυο στρώσεις μάσκαρα φτάνουν για να δείχνω φρέσκια και ορεξάτη για τη ζωή. Φόρεσα το αγαπημένο μου τζιν και εκείνη την πράσινη μπλούζα με τα υφασμάτινα τριαντάφυλλα για τιράντες. Φυσικά, μέσα από το παντελόνι, για να φαίνεται κι η μάρκα του την ώρα που οι ακτίνες του ήλιου, ανίκανες να του αντισταθούν, αγκαλιάζουν τη γραμμή του, που εφαρμόζει τέλεια. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, μου έστειλα δυο φιλιά και ξεκίνησα για το κέντρο.

Δυστυχώς, μένω δυτικά. Αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε από τα ανατολικά γιατί τα καράβια του μπαμπά έπεσαν έξω. Τι κρίμα, κι ήταν τόσο όμορφα καράβια! Δεν έχουμε πια τα λεφτά που είχαμε.  Κι εγώ πολλές φορές κυκλοφορώ μόνο με δέκα ευρώ στο louis vitton (αυθεντικό, παρακαλώ!) πορτοφόλι μου. Όπως σήμερα. Αχ, ένιωσα γυμνή! Πάλι καλά που έχω δυο ντουλάπες γεμάτες με ακριβά ρούχα των αγαπημένων μου σχεδιαστών. Υπάρχει Θεός τελικά! Πού είχα μείνει; Α, ναι. Με δέκα ευρώ, λοιπόν, μπήκα στο λεωφορείο για το κέντρο. Τα λεωφορεία εδώ δεν είναι όπως τα δικά μας στα ανατολικά. Εδώ είναι πιο παλιά μοντέλα, βρώμικα και κουβαλούν πολύ περίεργο κόσμο. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τέτοιους ανθρώπους. Ποτέ δεν ανέβαινα πιο πάνω από την Τσιμισκή. Όσο πλησίαζα την Εγνατία, βλέπεις, με έπιαναν τα αλλεργικά μου. Αυτοί εδώ δεν κάνουν μπάνιο, υψώνουν τον τόνο της φωνής τους με το παραμικρό και κολλάνε γιατί είναι συνεχώς ιδρωμένοι. Η διαδρομή είναι  μισή ώρα αλλά πάντοτε τη νιώθω σαν μισό αιώνα.

Σήμερα, μάλιστα, κάθισε ένας άπλυτος κύριος απέναντί μου, με κάτι αφρούς στο στόμα. Φορούσε μια πορτοκαλί φανέλα και η κοιλιά του προεξείχε. Κρατούσε ένα φθηνό κασετοφωνάκι που έπαιζε σκυλάδικα, επειδή εδώ στα δυτικά δεν υπάρχει κουλτούρα. Με κοιτούσε συνεχώς και όποτε έκανα το λάθος να γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, χαμογελούσε και του έτρεχαν τα σάλια. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά είχα ραντεβού με την παρέα μου και δεν είχα καμία όρεξη να εμφανιστώ με την μάσκαρα στα μάγουλα. Ευτυχώς, ο ενοχλητικός κατέβηκε σχετικά σύντομα και μπόρεσα να αναπνεύσω.

Για να το πω πιο σωστά, κατάφερα να αναπνεύσω μόλις έφτασα στη Ζεύξιδος. Πόσο τον αγαπώ αυτόν τον δρόμο! Ότι άσχημο και να συμβαίνει στην πόλη, εκεί νιώθω ήρεμη. Θυμάμαι μια φορά που κάποιοι για κάποιον λόγο έκαναν πορεία και γίνονταν επεισόδια στους άλλους δρόμους της πόλης, αλλά εγώ και η παρέα μου δεν εγκαταλείψαμε τα espresso μας. Αυτό έλειπε, να μας χαλάσουν και την ησυχία μας. Συνηθίζουμε να καθόμαστε με τις ώρες και να παίζουμε συνωμοτικά την αστυνομία της μόδας. Κοιτάμε όποιον περνάει, βαθμολογούμε τα ρούχα του και βγάζουμε νικητή. Συνήθως, περπατούν πολλοί άνθρωποι με στυλ ανάμεσά μας και είναι πολύ δύσκολο το έργο μας. Επιστρέφω σπίτι εξαντλημένη.

Αγαπητό ημερολόγιο, δεν πειράζει που μένουμε στα δυτικά. Ελπίζω ότι θα είναι προσωρινό μέχρι τα καράβια του μπαμπά να ξαναπέσουν μέσα. Όχι τίποτε άλλο, ήταν και όμορφα καράβια…
20/6/11 1 σκέψεις

Η Αλίκη στη Χώρα των Βλεμμάτων



Μια φορά κι έναν καημό, σε έναν κόσμο κοντινό, ήταν η Αλίκη. Όχι μόνη της, και αυτό (αργότερα θα μου πεις πως) είχε σημασία. Ισως. Ηταν με τη συντροφιά βλεμμάτων που μέρα με τη νύχτα και νύχτα με τη μέρα, πολλαπλασιάζονταν. Με έναν καλοδεχούμενο τρόπο. Αργό και σταθερό, όπως οτιδήποτε υπόσχεται να γίνει μέλλον. Με βλέμματα – εικόνες, από εκείνα που κάποιοι εξισώνουν με χίλιες λέξεις. Με βλέμματα που δεν γίνονται λέξεις γιατί αγκιστρώνονται στην εξίσωση. […]

Η Αλίκη κοιμόταν μερικές βραδιές. Το είχε ανάγκη όταν ήθελε να ονειρευτεί. Φύτρωναν χέρια στα βλέμματα. Και στόματα. Την έπιαναν από τους ώμους και την τράνταζαν. Χωρίς να την κοιτάνε, της μιλούσαν. Της έλεγαν. Ότι και πως και αν και αφού και ενώ και παρά και εφ’ όσον και ωστόσο και άλλωστε και μήπως. Και πάντα. Και ποτέ.

Στο «ποτέ» ξυπνούσε. Και δεν ξανακοιμόταν. Ποτέ.
30/3/11 2 σκέψεις

Η Γυναίκα Σημαδούρα και ο Ψόφιος Κολιός



Εχει την τάση να επιπλέει. Εχει μια κλίση στην επιφάνεια. Είναι η Γυναίκα Σημαδούρα. Πορτοκαλί και ανθεκτική σε όλες τις συνθήκες. Σαν βράχος μες τη θάλασσα. Σαν βράχος ελαφρύς και αβύθιστος. Ορατή από όλους. Φαινομενικά. Μια στάση σε ό, τι απέραντο και υδάτινο. Ξεκουράζει όσους ασθμαίνουν. Κουράστηκε να ξεκουράζει τις αγύμναστες ανάσες. Κι όμως, το κάνει. Κι όμως, δεν μπορεί να μην το κάνει. Είναι καρφωμένη. Σαν χτισμένη με μπετόν στον βυθό της. Ορισμένη αιώνια να δηλώνει τις αποστάσεις κι η ίδια τόσο αποστασιοποιημένη. Η ίδια της τόσο ίδια. Η Γυναίκα Σημαδούρα που δεν θα μουλιάσει ποτέ την ταυτότητά της στην αλμύρα που καίει τις πληγές. Η Γυναίκα που θα παραμείνει Γυναίκα και η Σημαδούρα που θα παραμείνει Σημαδούρα. Κι ύστερα, και τα δυο μαζί. Την δένουν αρμονικά στον πάτο της γλιστερής πέτρας που ψάχνει να ταϊστεί με αίμα. Την δένουν χωρίς επίρρημα και την απορροφούν.

Γύρω της πάντα ένας κολιός που παριστάνει τον ψόφιο. Γύρω της πάντοτε ο Ψόφιος Κολιός. Λιπαρό ψάρι, λένε. Με λύπες πολλές και άλλες τόσες ματαιώσεις. Τη βλέπει παγιδευμένη σε ένα θαλασσινό τετράγωνο και δεν κάνει τίποτα για να τη σώσει. Θέλει. Τη θέλει αλλά φοβάται. Τι θα πει ο Αύγουστος που τον κρεμά στα στόματα του κόσμου. Εκείνη κρατιέται καμιά φορά από τα λέπια του κι ελπίζει. Ονειρεύεται πως ξεκολλά από το βάθος της καρφιτσωμένη στην ουρά του. Μόνο που κρατάει λίγο το όνειρο. Εκείνος το κάνει εφιάλτη. Παριστάνει τον ψόφιο. Ξανά και ξανά. Ανύποπτα. Ετσι είναι πιο ασφαλής, νομίζει. Ετσι δεν χάνει τίποτα. Μπορεί να μην κερδίζει αλλά τουλάχιστον δεν χάνει. Δεν είναι κάθε πράγμα στον καιρό του. Ο καιρός είναι που ορίζει τα πράγματα.

* Κι η Γυναίκα Σημαδούρα είχε κάποτε διαβάσει ότι «στον έρωτα και στη θάλασσα πρέπει να βουτάς με το κεφάλι». Δεν το πίστεψε ποτέ. Αλλωστε, δεν είναι ικανή να βουτά. Μόνο να επιπλέει. Δεν έχει και κεφάλι. Το έκοψε για να μην αισθάνεται βαριά. Τώρα πια, αγαπά πολύ τον εαυτό της.   


26/2/11 2 σκέψεις

Ελλάδα: χώρα ελεύθερη από τσίρκο με Τζούλια


- Μπες μέσα.
- Δεν μπαίνω. Θέλω το ροζ μου σύννεφο.. Πού είναι το ροζ μου σύννεφο;
- Μπες μέσα. Ροζ είναι και το τζιπ, δεν βλέπεις;
- Ναι. Το βλέπω. Δεν είναι όμως σύννεφο.

Την πέταξε στο πίσω κάθισμα με βία, αλλά και λιγάκι αδιάφορα. Σχεδόν διαδικαστικά. Σαν να πέταξε σε μια κρύα αποθήκη ένα σακί πατάτες. Εκείνη δεν είχε δάκρυα για να κλάψει. Από τα νεύρα της, άρχισε να λιμάρει τα νύχια της. Από δέκα εκατοστά που ήταν, τα έφτασε στα οκτώ. Μέσα σε λίγα λεπτά, είχε χάσει και το ροζ της σύννεφο και δυο εκατοστά από το ακριβοπληρωμένο της μανικιούρ. Τσίριζε και τραβούσε τα μαλλιά της. Εμειναν μερικές τούφες στα χέρια. Ξέρασε πάνω τους. Ξέρασε κονσίλερ και δυο κιλά κραγιόν στο χρώμα του δέρματος.

Εκείνος άνοιξε την πόρτα του απειλητικά ροζ αυτοκινήτου και μπήκε μέσα. Στη θέση του οδηγού. Εβαλε μπρος και της έκανε νόημα να μην βγάλει τσιμουδιά. Πέταξε στα πόδια της μια σακούλα με σάπια χαρτονομίσματα.
Αρπαξε τον αναπτήρα της και ξεκίνησε να τα καίει, από την μιαν άκρη τους έως την άλλη. Ο καπνός τους στην εισπνοή, το ροζ της σύννεφο στην εκπνοή. Σχημάτιζε στα φιμέ της τζάμια το σύννεφο που χρειαζόταν για να ταξιδεύει. Το ζωγράφιζε με στρώματα βρώμικου καπνού και κάπως έτσι πέρασαν οι ώρες.

Το τζιπ, εκείνος και εκείνη πλησίαζαν στον τελικό προορισμό τους. Η κίνηση στους δρόμους ήταν απελπιστική. Ουρές και αγανακτισμένοι οδηγοί χιλιομέτρων. Βροχερό απόγευμα Παρασκευής. Εκείνη σιγομουρμούριζε πως το σύννεφό της έφερε τη βροχή και εκείνος της είπε να σκάσει. Ανοιξε το ραδιόφωνο. «Σε εξέλιξη βρίσκεται πορεία φιλοζωικών σωματείων σε δρόμους της δυτικής Θεσσαλονίκης. Με σύνθημα ‘’Ελλάδα: Χώρα ελεύθερη από τσίρκο με ζώα’’, διαμαρτύρονται για την εκμετάλλευση των ζώων στα τσίρκο και απαιτούν να θεσμοθετηθεί νόμος ο οποίος θα απαγορεύει την είσοδο ανάλογων τσίρκο στη χώρα».

Κόρναρε αναίτια, έβριζε την τύχη του, κι ας ήξερε πως την είχε καθορίσει μόνος του. Εκείνη δεν άντεχε τις εντάσεις. Ηθελε να κλάψει αλλά δεν είχε δάκρυα. Αρχισε να λιμάρει τα νύχια της, να τσιρίζει, να τραβάει τα μαλλιά της και να ξερνάει. Το ροζ της σύννεφο έλιωσε κι έσταξε πάνω στα ακριβά, δερμάτινα καθίσματα. Δυο διαφορετικά υλικά ενώθηκαν μεταξύ τους κι εκείνη ένιωθε ακόμη πιο μόνη.

- Θέλω πίσω το ροζ μου σύννεφο.
- Φωνάζουν για μας.
- Χάθηκε, σου λέω.
- Τους ακούς;
- Ελιωσε.
- Θέλουν τσίρκο, αλλά χωρίς ζώα.
- Χωρίς σύννεφο δεν ταξιδεύω.
- Χωρίς ζώα, πώς θα νιώθουν άνθρωποι;
4/1/11 1 σκέψεις

2156 μ.Χ



Καθηλωμένος στο κάθισμα του οδηγού, άναψε τσιγάρο. Ηταν η τρίτη φορά μέσα στον ίδιο χρόνο που το κάπνισμα είχε απαγορευτεί καθολικά, αλλά ο Μ. ήξερε καλά ότι δεν θα έβρισκε κανένα πρόστιμο στον δρόμο του. Κολλημένος για είκοσι τρία λεπτά σε διακόσια μέτρα της Εγνατίας, αναθεμάτισε την φωτεινή πινακίδα που έβλεπε απέναντί του. «Προσοχή: εκτελούνται έργα». Θυμήθηκε ένα ντοκιμαντέρ που είδε το προηγούμενο βράδυ για τα 150 χρόνια εργασιών του Μετρό και τις πιθανές ημερομηνίες ολοκλήρωσής του και συννεφιασμένος, άνοιξε το ραδιόφωνο. Συντονίστηκε στον πιο δημοφιλή σταθμό της πόλης κι άκουσε για μία ακόμη φορά τον λαϊκιστή αρχι – δημοσιογράφο να βάζει τις φωνές σε δυο ακροατές που συγχυσμένοι, μπέρδευαν τα λόγια τους, αφήνοντας να ξεχωρίζουν μόνο δυο λέξεις. Πασόκ και Νέα Δημοκρατία.

Πάρκαρε το αυτοκίνητό του στο πεζοδρόμιο και βγήκε. Ανέπνευσε υγρασία, καυσαέριο και μοναξιά. Σε λίγες ώρες το έτος 2155 θα έδινε τη σειρά του στο 2156 και εκείνος πήγαινε στη δουλειά. Δεν είχε σημασία που στο γραφείο του δεν είχαν απομείνει άλλες μύγες να σκοτώσει. Εκείνος έτρεχε να χωθεί στο βρώμικο μωσαϊκό ενός δώματος. Μόνος του με τις ώρες. Τις ικέτευε να περάσουν για να επιστρέψει στο αυτοκίνητό του. Να βάλει μπρος και να γυρίσει σπίτι. Να κοιμηθεί και να ξυπνήσει. Να μπει στο αυτοκίνητό του. Να βάλει μπρος και να φτάσει στη δουλειά. Και να τις ξανασυναντήσει…

Η καφετιέρα σφύριζε. Ο καφές έπεφτε καυτός στο ανάπηρο φλιτζάνι. Λίγο πριν πει μια γουλιά και ζεστάνει τα σωθικά του, έφερε στο νου του όσους ονειρεύονταν το παρόν του, δυο αιώνες πριν, με χρονομηχανές και ιπτάμενες πολυθρόνες. Ο εγκέφαλός του έδωσε εντολή να χαμογελάσει αλλά τα χείλη του δεν ακολούθησαν.

Αυτό δεν είχαν προβλέψει οι άνθρωποι πριν από εκείνον. Καμιά τεχνολογική επανάσταση. Καμιά ζωή με ένα πάτημα κουμπιού. Η μόνη αλλαγή του 2155 μ.Χ ήταν τα νεκρά χαμόγελα. Τα απόντα χαμόγελα. Η επιθυμία να τα έχεις αλλά η αδυναμία να τα σχηματίσεις.

Κανείς δεν το είχε ποτέ σκεφτεί κι όμως, συνέβαινε στην εποχή του. Πονούσε που το ζούσε. Δεν ζούσε. Το δάκρυ του ξύπνησε τον καφέ του. Του χάρισε πολλούς και ομόκεντρους κύκλους. Μούδιασε γλυκά όταν ένιωσε ότι ακόμη από μέσα του μπορεί να αναβλύζει κάτι. Εστω κι ένα δάκρυ. Κουβαλούσε συναίσθημα.

10. 9. 8. 7. 6. 5. 4. 3. 2. 1…

«Χαρούμενο το 2156». Εστω και χωρίς χαμόγελα. Μόνο με δάκρυα. Αρκεί μέσα τους να ταξιδεύει όση ευτυχία δεν μπόρεσε ποτέ να χωρέσει σε στόματα ανοιχτά, σε κρότους γέλια.
22/12/10 4 σκέψεις

Κάθαρση.



Ο κόσμος, μια σκηνή θεάτρου. Είναι, κι ας μη φαίνεται. Χτισμένη σε μια πολυθρόνα, καλά περιφρουρημένη από μάλλινες κουβέρτες και μεταλλαγμένα μαξιλάρια, παρακολουθώ ζωές σε αυτήν την τεράστια σκηνή θεάτρου. Οχι από την τηλεόραση. Γυρνώντας στους δρόμους και κουβαλώντας στην πλάτη την πολυθρόνα μου. Σαν χαμάλης συμβιβασμένος στην διεστραμμένη ηδονή που του προσφέρει η άνευ όρων υποταγή του.

Κάθαρση. Γυρεύοντας την κάθαρση. Οχι τη δικαίωση των ηρώων στο τέλος μιας σαρκοφάγας παράστασης αλλά τη δική μου αποστασιοποίηση από τα γεγονότα που εκρήγνυνται γύρω μου. Αυτό σημαίνει. Να βλέπω χέρια να κόβονται, να ξεριζώνονται από τη ρίζα τους κι εγώ να ξέρω πως ακόμη έχω τα δικά μου. Να σέρνω την κουβέρτα στα μάτια μου όταν δεν αντέχω το θέαμα κι ύστερα να χειροκροτώ. Εγώ να έχω χέρια να χειροκροτώ τα χέρια που καταδικάζονται να αυτονομηθούν.  Να παρατηρώ τους θύτες και τα θύματα, να κρίνω, να δικαιολογώ. Ολα όσα εκτυλίσσονται μπροστά σε μένα, χωρίς εμένα. Να γυρνώ και να κοιμάμαι από το άλλο πλευρό, αγκαλιάζοντας το μεταλλαγμένο μαξιλάρι μου. Την Κάθαρση και το μεταλλαγμένο μου εγώ. Μέσα στον κόσμο, μια σκηνή θεάτρου. Που είναι και ας μη φαίνεται.
9/12/10 4 σκέψεις

Tα Χριστούγεννα και η ασθένεια από άλφα



«Αλτσχάιμερ, το λένε. Αλτσχάιμερ, ρε μάνα» της είπε η κόρη της για όγδοη φορά μέσα σε τέσσερις ώρες κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Η κυρία Σ. τη φώναζε συχνά στο δωμάτιό της. Ξεχνούσε ποια ήταν η ασθένεια από την οποία έπασχε κι ένιωθε πως χρειαζόταν έναν άνθρωπο, για να της το υπενθυμίζει. Το άκουγε και το καταλάβαινε, αν και τη δυσκόλευε ως λέξη, αλλά μετά από πέντε μόλις λεπτά το ξεχνούσε. «Εκείνη η κοπέλα με φώναξε μάνα. Μάλλον θα είναι κόρη μου», σκέφτηκε. Βάλθηκε να προσπαθήσει να θυμηθεί. Την ασθένεια που ξεκινά από άλφα και την κοπέλα που την αποκάλεσε μάνα. «Αραγε να έχω μόνο ένα παιδί ή είναι και άλλα, που και αυτά τα ξεχνάω»; Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και αποκοιμήθηκε, ιδιαίτερα κουρασμένη και προβληματισμένη. 

********************************************************************

Την επόμενη ημέρα, την ξύπνησαν απότομα κάτι περίεργα κουδουνίσματα. Ακουγε συχνά θορύβους που γεννούσε η φαντασία της, αλλά αυτήν τη φορά πρέπει να υπήρχαν στην πραγματικότητα. Ανοιξε δειλά την πόρτα του δωματίου της. Δεν το συνήθιζε. Αυτό ήταν προνόμιο εκείνης της κοπέλας που τη φώναζε μάνα. Της έφερνε συνήθως φαγητό, γυρνούσε να μαζέψει τα αποφάγια και αυτές ήταν οι μόνες φορές που κάποιος είχε το δικαίωμα ν’ αγγίξει το ρημάδι το χερούλι.

Στην είσοδο του σπιτιού, είδε τρία παιδιά με σκούφους και σιδερένια τρίγωνα στα χέρια. Τραγουδούσαν ρυθμικά ένα σκοπό που της έμοιαζε οικείος. «Χριστού τη θεία γέννηση…» τους άκουσε να λένε και κάτι ταρακουνήθηκε μέσα της. Στο χολ έφτανε μια έντονη μυρωδιά μελιού και κανέλας και στο σαλόνι δέσποζε ένα ψηλό έλατο, στολισμένο με κόκκινες μπάλες κι ένα χαμογελαστό άγγελο στην κορυφή του.

Η κοπέλα που τη φώναζε μάνα την είδε να στέκεται σαν εγκλωβισμένη σε μια εσοχή του τοίχου και την πλησίασε. Την αγκάλιασε δυνατά και αφέθηκε να στηριχτεί στον ώμο της για αρκετά δευτερόλεπτα. «Μάνα, είναι Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα» της είπε. «Πάλι μάνα» σκέφτηκε η κυρία Σ. και βεβαιώθηκε πια για ένα κλαδί του γενεαλογικού της δέντρου. Η κόρη της φρόντισε να τη βολέψει σ’ έναν αναπαυτικό καναπέ, της πρόσφερε καφέ και σπιτικά κουλουράκια και κάθισε πλάι στα πόδια της. «Σε λιγάκι θα έρθουν και οι υπόλοιποι και θα φάμε όλοι μαζί». Τα μάτια της κυρίας Σ. σκοτείνιασαν και πάλι. «Αυτή η ασθένεια από άλφα δε με αφήνει να θυμηθώ τίποτα» σκέφτηκε. Και αποφάσισε να περιμένει. 


******************************************************************

Οι «υπόλοιποι» δεν άργησαν να φτάσουν. Το σπίτι γέμισε άντρες, γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά με δώρα στα χέρια. Αντάλλαζαν φιλιά και πειράγματα την ώρα που η κυρία Σ. ένιωθε να βουλιάζει όλο και περισσότερο σ’ εκείνον τον αναπαυτικό αλλά ανασφαλή καναπέ. Ηπιε την τελευταία γουλιά καφέ που είχε απομείνει στο φλιτζάνι της κι έκανε να φύγει προς το δωμάτιό της. Τότε ήταν που τα φιλιά έβαλαν στόχο τα δικά της δύο μάγουλα. Ακουγε από δεξιά και αριστερά να τη φωνάζουν «μάνα» και «γιαγιά». Σάστισε, αλλά δεν το κούνησε ρούπι. Είχε πολλή ζεστασιά εκεί μέσα, όση ποτέ δεν είχε νιώσει στο καναρινί δωμάτιο που κοιμόταν και ξυπνούσε.

Ένα ξανθό αγόρι, γύρω στα τρία και με μάτια ολοζώντανα, έτρεξε κατά πάνω της. Της τράβηξε συνθηματικά δυο φορές την ποδιά και της έκανε νόημα να σκύψει. Στο κουτί που πήρε στα χέρια της, βρήκε μια μάλλινη ζακέτα και μια φωτογραφία. Η ζακέτα έγραφε «για σένα» και η φωτογραφία «απ’ όλους εμάς». Τους κοίταξε βαθιά, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να τους αναγνωρίσει. Δάκρυσε, γιατί μερικές από τις αναμνήσεις ήρθαν στην επιφάνεια, εκεί όπου είχε καιρό να τις συναντήσει. «Χρόνια πολλά», της ευχήθηκε το αγόρι. Του χάιδεψε το μέτωπο, ύστερα το φίλησε και του είπε: «Χρόνια πολλά σε σένα, αγόρι μου. Εγώ χρόνια έζησα, μέρες πια δε ζω».

7/12/10 8 σκέψεις

Ερωτηματική απογοήτευση


Είναι μια σπάνια πάθηση. Λέγεται ερωτηματική απογοήτευση. Πολλοί την συγχέουν με την ερωτική αλλά αυτές οι δυο δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η ερωτηματική απογοήτευση χτυπά συνήθως στα τυφλά. Θύματά της είναι κυρίως όσοι επιδίδονται σε κάθε τύπου ερωτήσεις προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργεια αλλά και την ανάγκη τους να καταλάβουν τι συμβαίνει. Γύρω τους και μέσα τους.

Διψούν να μάθουν και ρωτούν. Από ένα σημείο κι ύστερα, οι ερωτήσεις τους πέφτουν στο κενό. Πάνω που γίνονται πιο μεστές, πιο επικεντρωμένες στο στόχο τους, παύουν να παίρνουν απαντήσεις. Και σε εκείνο ακριβώς το σημείο επέρχεται η απογοήτευση. Η ερωτηματική απογοήτευση. Οι ασθενείς ξεχνούν τι πάει να πει καταφατική πρόταση κι από το στόμα τους ξεπηδούν μόνο ερωτήσεις. Ακόμα και οι απαντήσεις τους σε ερωτήσεις τρίτων έχουν στο τέλος τους ένα ερωτηματικό.

Στο ειδικό εργαστήριο μελέτης και αντιμετώπισης της νόσου, η ηρωίδα της ιστορίας μας βρέθηκε από νωρίς. Είχε αποδεχτεί την πρόσκληση του εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού να γίνει το πειραματόζωο στον αγώνα κατά της ερωτηματικής απογοήτευσης. Ο επικεφαλής γιατρός την φώναξε κι εκείνη κάθισε, χωρίς να χάσει λεπτό, στην καρέκλα μπροστά του. Ξεκίνησε να της εξηγεί τη διαδικασία.

«Βρίσκεστε εδώ για να μας βοηθήσετε να μελετήσουμε αυτή την πάθηση που με τον καιρό λαμβάνει απειλητικές, ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εγώ θα ρωτάω κι εσείς θα απαντάτε. Εστω και με ερώτηση, θα απαντάτε. Εως ότου να βγάλουμε μια άκρη. Συμφωνείτε;», κατέληξε ο γιατρός. «Συμφωνώ;», του είπε εκείνη.

«Θυμάστε πότε σας γεννήθηκε η επιθυμία να κάνετε την πρώτη σας ερώτηση σε κάποιον;». «Ηταν τότε που σερνόμουν στα φουστάνια της μάνας μου και την ρώτησα αν μ’ αγαπάει;». «Θυμάστε για ποιο λόγο νιώσατε την ανάγκη να διατυπώσετε αυτήν την ερώτηση;». «Ηθελα να νιώσω ένα ζεστό χέρι να σφίγγει το δικό μου χωρίς αντάλλαγμα;». «Θυμάστε ποια απάντηση πήρατε;». «Θα σ’αγαπάω μέχρι ο ήλιος και το φεγγάρι να βγουν μαζί στον ουρανό;».

«Θυμάστε πότε σας γεννήθηκε η επιθυμία να κάνετε την τελευταία σας ερώτηση σε κάποιον, πριν ασθενήσετε και τα πάντα γύρω σας κυριευθούν από ερωτηματικά;». «Ηταν τότε που σερνόμουν στο πάτωμα γιατί δεν άντεχα το βάρος μιας ζωής που έφτιαξαν άλλοι για μένα και ρώτησα τον εαυτό μου αν μ’αγαπάει;». «Θυμάστε για ποιο λόγο νιώσατε την ανάγκη να διατυπώσετε αυτή την ερώτηση;». «Ηθελα να νιώσω πως εξακολουθώ να υπάρχω, όσο ουσιαστικά υπήρχα και πριν;». «Θυμάστε ποια απάντηση πήρατε;». «Θα πάψω για λίγο να σ’αγαπώ μέχρι να θυμηθείς ποια είσαι. Τελεία». Θαύμα. Με διάρκεια;

22/11/10 0 σκέψεις

Φάντασμα σε καπνομάγαζο.



Μαντρωμένος σε μια εγκατάλειψη. Αυτό είσαι. Η αλήθεια πονάει, το ξέρω. Το ξέρεις. Πάνε κάτι μέρες τώρα που τις μόνες πόρτες διαφυγής σου τις σφράγισε μια τυπική διαδικασία. Ηλεκτροσυγκόλληση τη λένε. Συστηθήκατε τώρα πια. Οι εργάτες έβαλαν φωνή και δεν απάντησες. Δεν είσαι ζωντανός, πώς να το κάνεις; Τα φαντάσματα δεν μιλούν, μόνο τρομάζουν. Τους άλλους. Εκλεισαν οι πόρτες μια για πάντα. Τόσο τυπικά. Το παρατημένο καπνομάγαζο δεν θα βαφτεί, δεν θα γκρεμιστεί, δεν θα αξιοποιηθεί. Απλώς δε θα ζει κανείς παρασιτικά μέσα του.

Εκτός από σένα. Βέβαια εσύ δεν ζεις παρασιτικά σε αυτό. Δε ζεις. Είσαι ένα καπνισμένο φάντασμα μιας νεκρής εποχής. Γλίστρησες στον τοίχο, άνοιξες πληγές στην πλάτη σου και σωριάστηκες σε μια γωνία. Είναι σαν να σε βλέπω. Περιτριγυρισμένος από χιλιάδες μισόλιτρα γάλατα. Γάλα δεν έδιναν πάντα στις γυναίκες που έτριβαν στα χέρια τους καπνά; Τους ρουφούσαν το οξυγόνο και τους χάριζαν ασβέστιο. Λες και μπορεί το ένα να αντικαταστήσει το άλλο.

Χτύπα. Δεν ακούγεσαι, δεν προκαλείς καν θόρυβο. Δεν μπορείς να το κάνεις. Τα βράδια που περνούσα έξω από σένα, σε φοβόμουν. Τα βράδια που περνάω έξω από σένα, σε φοβάμαι. Αν όχι εσένα, το κτίριο που έγινε επίσημα ο σφραγισμένος σου τάφος. Μου θύμιζε πάντα το ερημωμένο αρχοντικό που είχε πλάσει η φαντασία μου στα δώδεκά μου. Τότε που ο δάσκαλος μου είχε προτείνει να γράψω ένα βιβλίο και εγώ τον πίστεψα, πίστεψα ότι μπορώ και άρχισα να ταξιδεύω με το μυαλό μου. Σκέφτηκα μια εγκαταλειμένη έπαυλη σε ένα αχανές δάσος, μια παρέα παιδιών που δεν δίστασε να την εξερευνήσει και μια όμορφη πριγκίπισσα παγιδευμένη στον καθρέφτη της. Κάθε ρωγμή του και μια περιπέτεια. Αυτό φοβάμαι. Ξεκίνησα κάτι που δεν τελείωσα ποτέ. Και για κάποιον περίεργο λόγο, φταις κι εσύ για αυτό. Εσύ και η προκλητική φωλιά σου. Οσο περνάω από μπροστά σου, θα θυμάμαι πως κάτι πίσω μου έχω αφήσει ημιτελές. Κάτι που όσο δεν θα τελειώνει, δεν θα τελειώνεις κι εσύ.

Δηλητήριο. Δηλητηριώδης υπήρξες μέχρι να εξαϋλωθείς. Το γράφει κι η ταλαιπωρημένη από τις σταγόνες της βροχής ταφόπλακά σου. Είναι σαν να σε βλέπω. Στριμωγμένος από γάλατα και με μια τεράστια, γελοία μάσκα να σε προστατεύει. Να προστατεύει τι; Δεν κινδυνεύεις. Δεν πρόκειται να αρρωστήσεις. Εσύ και το κτίριο που αγάπησες να εγκλωβίζεσαι μέσα του μολύνατε όσες γυναίκες μπορέσατε. Αυτό ήταν. Τις μολύνατε μέχρι το κόκκαλο. Και τότε ήταν που χαρίζατε σε αυτές και τα παιδιά τους διπλή μερίδα γάλατα. Τους ενός λίτρου, όχι του μισού. Λες και το γάλα ξεπλένει τις τύψεις.

Αυτό είναι. Είσαι καταδικασμένος να μη ζεις αλλά ούτε και να ζεις σε ένα ερειπωμένο καπνομάγαζο, ποτισμένο με χημικά και με κλεισούρα, σφραγισμένο για πάντα, δίπλα σε ληγμένα κουτιά της μεβγάλ και σε θρυμματισμένο καπνό. Γεμάτος από τύψεις. Ενα άδειο φάντασμα γεμάτο από τύψεις.
20/11/10 2 σκέψεις

Θεατρική συμβατικότητα ζωής.

Περπάτησε πέντε μέτρα για να φτάσει στο κέντρο της σκηνής. Τα πόδια του δεν έτρεμαν, ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Γεννήθηκε σχεδόν αλαζονικός. Ο μοναδικός θεατής του βρισκόταν στην πρώτη σειρά μιας τεράστιας αίθουσας. Αδεια όλη η υπόλοιπη αίθουσα. Μόνο ο άνθρωπος επί σκηνής και ο άνθρωπος κάτω από αυτή. Ο Ανθρωπος ηθοποιός και ο Ανθρωπος θεατής.

Ανθρωπος - Ηθοποιός: «Θα σας παρουσιάσω έναν μονόλογο από το έργο με τίτλο ''Η δική σου Ζωή''. Καλό θα ήταν να μην παραβιάσουμε τους όρους της θεατρικής σύμβασης. Θα ήθελα κι εσείς να υποδυθείτε το ρόλο του εξημερωμένου θεατή που κάθεται αναπαυτικά στη θέση του και αποδέχεται πως για τις επόμενες δύο ώρες θα παρακολουθήσει έναν ηθοποιό να ερμηνεύει υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη του. Κάθε ίχνος συμμετοχής σας απαγορεύεται ρητά. Εσείς μόνο βλέπετε και αφομοιώνετε χωρίς αντιρρήσεις. Εσείς μόνο καταναλώνετε τις γραμμές του έργου ''Η δική σου Ζωή'' και βαρυστομαχιάζετε. Επιτρέπεται η χρήση αναψυκτικού για αυτή την περίπτωση. Εαν το θελήσετε, μπορείτε και να κοιμηθείτε. Εγώ θα συνεχίζω να ερμηνεύω την ''δική σου Ζωή'' και εσείς θα ονειρεύεστε με μάτια κλειστά. Οταν τελειώσω, θα σας παρακαλέσω να χειροκροτήσετε θερμά. Αυτό άλλωστε επιβάλλει μια πετυχημένη και από τους δυο μας αποδεκτή θεατρική σύμβαση. Είμαστε σύμφωνοι; Με συγχωρείτε για το ερωτηματικό..Είμαστε σύμφωνοι. Δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς. Εχετε έρθει εδώ για να παρακολουθήσετε το έργο ''Η δική σου Ζωή'' και αυτό θα κάνετε. Αυτό υπαγορεύει η θεατρική σύμβαση».

Ο Ανθρωπος - θεατής τον άκουγε μαγεμένος. Αν μπορούσε να κρεμαστεί από τα χείλη του, θα το έκανε. Είχε την ευκαιρία να δει ζωντανά τον Ανθρωπο - ηθοποιό στο έργο «Η δική σου Ζωή». «Η δική μου Ζωή», σκέφτηκε. «Θα την απολαύσω βυθισμένος σε μια κόκκινη, βελούδινη θέση. Θα την καταναλώσω μέχρι να γίνει το στομάχι μου βαρύ. Θα πιω ένα αναψυκτικό για να ηρεμήσω. Θα κοιμηθώ όταν νυστάξω. Θα ξυπνήσω και θα χειροκροτήσω. Κι ύστερα θα γυρίσω σπίτι έχοντας ζήσει την ωραιότερη εμπειρία της ζωής μου. Της δικής μου Ζωής. Θα την έχω παρακολουθήσει αμέτοχος και χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να αναλάβω καμιά ευθύνη.

Κάποτε είχα κάνει το λάθος να αμφισβητήσω τη θεατρική σύμβαση. Είχα ακούσει από κάποιους αιρετικούς για τη ρήξη του τέταρτου τοίχου και τη συμμετοχή του κοινού σε μια παράσταση. Για μια διαλεκτική που μπορούσε να αναπτυχθεί ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή την ώρα που το έργο βρισκόταν σε εξέλιξη.

Ηταν λάθος μου που έκανα το λάθος να σκεφτώ (κάτι τέτοιο). Η παράσταση «Η δική σου Ζωή» με τη συμμετοχή μου; Η δική μου Ζωή με τη συμμετοχή μου; Πώς μπόρεσε να μου περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό; Συγνώμη από τα βάθη της αναπαυτικής και ανεύθυνής μου θέσης».
31/10/10 0 σκέψεις

Κουρτίνα ρουτίνα



Παρουσιαστής: Ρουτίνα 1, Ρουτίνα 2 ή Ρουτίνα 3;

Παίκτης: ... (οικειοθελής αποχώρηση)

Δηλώσεις backstage: Γιατί να πρέπει να επιλέξω μια ρουτίνα; Δεν μπορώ να δημιουργήσω μια δική μου κι έπειτα να την αφήσω να αυτοκαταστραφεί;

Κατ.

Αυτό το έχεις ήδη κάνει.
11/10/10 0 σκέψεις

Ακρωτηριάσου(τ)!



«Το ΙΚΑ αρνείται να καλύπτει τα έξοδα για την αγορά ειδικών διαβητικών παπουτσιών. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με τη χρήση τους δεν αποφεύγεται ο ακρωτηριασμός του ποδιού, απλά καθυστερεί για ένα δύο χρόνια και το αναμενόμενο όφελος θα είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο κόστος».

Δεν ήταν η πρώτη εξοργιστική είδηση που έπεφτε στην αντίληψή του. Σίγουρα δεν θα ήταν και η τελευταία. Ηταν, όμως, η πρώτη φορά που άκουγε κάτι που τον αφορούσε άμεσα. Το Ιδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης του ανακοίνωνε μέσα από μια μικρή οθόνη ότι ο ακρωτηριασμός του θα συνέφερε περισσότερο το Ταμείο από την υποβοήθειά του.

Δεν είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.Υπήρξε προσεκτικός στον τρόπο ζωής του μέχρι τώρα. Συμβίωνε με την ασθένειά του δίχως εκείνη να του κόβει τα φτερά. Δεν θα του έκοβε αμαχητί ούτε τα πόδια. Αν πλησίαζε εκείνη η ώρα, θα πάλευε με όλες του τις δυνάμεις.

Μα τώρα άκουγε κάποιον άλλον να του τα κόβει. Τα πόδια και τα φτερά. Κάποιος που δεν γνώριζε την προσωπική του ιστορία, όπως χιλιάδες άλλες ιστορίες χιλιάδων άλλων διαβητικών, πήρε μια απόφαση. Του έφερνε ένα τελεσίγραφο απειλητικά κοντά του, του ζητούσε να θυσιάσει τα κάτω άκρα του για να καλύψει τρύπες ενός δημόσιου Ταμείου τις οποίες δεν σκάλισε ο ίδιος.

Κοίταξε στο δρόμο από το παράθυρό του. Ανθρωποι πηγαινοέρχονταν. Εκλεισε τα μάτια και τους φαντάστηκε όλους ακρωτηριασμένους. Σκέφτηκε πόσα χρήματα θα εξοικονομούσε το Κράτος αν εκατομμύρια ανθρώπων ξυπνούσαν μια μέρα χωρίς πόδια. Η αναπηρία τους θα θεωρούνταν φυσιολογική και το Κράτος δεν θα τους παρείχε επιδόματα. Δεν θα οδηγούσαν αυτοκίνητα και μηχανές, δεν θα προκαλούνταν ατυχήματα κι έτσι το Κράτος δεν θα τους εξασφάλιζε ιατρική κάλυψη. Δεν θα ζούσαν όπως θα ήθελαν να ζουν, άρα το Κράτος δεν θα έπρεπε να είναι δίπλα τους όπως θα έπρεπε να είναι.

Ανοιξε απότομα τα μάτια.Τρόμαξε, γιατί πέρασε από μπροστά του η ταφόπλακα των ονείρων του. Δεν πρόλαβε να συγκρατήσει ποιο μήνυμα ήταν χαραγμένο πάνω της. Είδε μόνο ότι ήταν προσφορά μιας λέξης με τρία γράμματα, που ξεκινούσε από γιώτα και τελείωνε σε άλφα. Εσφιξε τα πόδια του και έκλεισε την τηλεόραση. Φτάνει για σήμερα. Φτάνει πια.  
8/10/10 1 σκέψεις

Συνθλίψη.



Κι όταν ο κόσμος σε θέλει στο πιάτο; Σε αλείφει με υποχρεώσεις και σε καθαρίζει από δικαιώματα; Οταν θέλει να σε συνθλίψει μέσα σε δυο τοίχους από φέτες και να σε πιέσει τόσο δυνατά ώστε να γίνουν όσα νιώθεις και όσα είσαι μια ανέξοδη σως με 0% λιπαρά; Οταν θέλει να σε συνθλίψη με 100% λυπαρά;

Τι κάνεις τότε;

Ως πότε;

Ως ποτέ.
2/10/10 1 σκέψεις

Το «Νόημα» (και ό,τι ξεριζώθηκε μαζί του)



Σε μια λάμψη δευτερολέπτων, γέννησα μέσα από τις στειρότητες του κόσμου το «Νόημα». Ηταν άνθρωποι που δεν είχα και φιλοδοξούσα να αποκτήσω, όνειρα που προσπαθούσα να τα φέρω όλο και πιο κοντά στην πραγματικότητά μου. Ηταν γέλια, δάκρυα, ανάσες, βήματα, σιωπές και ουρλιαχτά. Ζωή. Ναι.. Μέσα από στειρότητες γέννησα τη Ζωή μου και κατάφερνα να τη μεγαλώνω με το δικό μου τρόπο. Εστω και μέσα στα δευτερόλεπτα μιας λάμψης.

Ηταν ένα «Νόημα» χτισμένο πάνω σε πέντε γράμματα, δομημένο και ενίοτε αποδομημένο κατ' επιλογή σε ένα νι, ένα όμικρον, ένα ήτα, ένα μι, ένα άλφα. Ηταν ξεκάθαρο, ήταν διάφανο. Ενα αρμονικό αποτέλεσμα που είχε προλάβει να επανεφεύρει τη Ζωή μου σε δευτερόλεπτα, πριν εκείνη προλάβει και χαθεί μέσα στα χρόνια.

Ηταν, υπήρξε αναμφίβολα με αυτόν τον τρόπο. Μέχρι που κάποιος, κάπου, κάποτε άπλωσε το χέρι του και ξερίζωσε ένα γράμμα από τα πέντε του «Νοήματος» (που στη γενική του αποκτούσε και ευπρόσδεκτες επεκτάσεις). Ποιο δεν έχει σημασία, γιατί καθένα του αντιπροσώπευε ένα κομμάτι της Ζωής μου, μια δόση αίματος που κυλούσε σε φλέβες. Το άρπαξε αυθαίρετα και απροειδοποίητα για να το χρησιμοποιήσει σε μια Κρεμάλα που ο ίδιος είχε στήσει για τον ίδιο. Φοβόταν μήπως χάσει στο παιχνίδι που επέβαλε στον εαυτό του προκειμένου να ξεγελάσει τη πλήξη του και οικειοποιήθηκε ένα γράμμα που δεν του ανήκε. Το γράπωσε, το χρησιμοποίησε, δεν τον εξυπηρέτησε, το τσαλάκωσε και το πέταξε μαζί με το ηλίθιο παιχνίδι του στη φωτιά.

Και γκρεμίστηκαν. Το «Νόημα», η Ζωή, ό,τι γεννήθηκε σε δευτερόλεπτα με τη ψευδαίσθηση της αιωνιότητας. Ακρωτηριάστηκαν από μια παρεμβολή. Βιάστηκε η αρτιμέλειά τους για χάρη ενός παιχνιδιού. Το «Νόημα» ίσως κατάντησε ένα ανάπηρο «όημα», ή «νόμα» ή «νόηα». Δεν έχει σημασία. Το μόνο που μετρά είναι πως τελικά χάθηκε μέσα στα χρόνια, όπως φοβόταν και φοβόμουν. Πως χάθηκε και η πίστη μου μαζί του. Πως τελικά, κάθετι που γεννιέται σε δευτερόλεπτα και ισχυροποιείται μέσα σου, είναι τόσο μικρό και ασήμαντο για χέρια που έχουν μάθει να τραβούν ανάγκες άλλων από τις ρίζες. Και πως παρ' όλο που ελπίζεις ότι πλησιάζει η στιγμή που το μικρότερο ψάρι θα καταβροχθίσει το μεγαλύτερο, το αντίθετο εξακολουθεί, τόσο τραγικά, να ισχύει.
16/9/10 2 σκέψεις

Το βασίλειο του μονόφθαλμου. (Το παρακμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό, ανάμεσα στους τυφλούς επικρατούσε ο μονόφθαλμος κι έτσι αποφάσισαν να τον χρίσουν επισήμως βασιλιά. Κι ο μονόφθαλμος, σου λέει, έγινε ξάφνου Μονόφθαλμος με κεφαλαίο και απέκτησε πλούτη, εξουσία και μια μύτη ως τον ουρανό.

Και οι τυφλοί που τον επέλεξαν για να τους κυβερνήσει, του έδωσαν να διοικεί μια εταιρεία με το όνομα «Ξέρω - τουλάχιστον - πού - παν - τα - τέσσερα». Η δουλειά του δεν θα ήταν δύσκολη, θα έπρεπε μονάχα να ξεχωρίζει τους καλούς εργάτες από τους κακούς, να ανταμείβει τους πρώτους και να διώχνει τους δεύτερους. «Απλά πράγματα», σκέφτηκε. «Κάτι σαν να ξεχωρίζεις τη σκάρτη σοδειά από την κανονική» είπε, λιγάκι φωναχτά και το μετάνιωσε, γιατί άφησε να φανεί στους κατωτέρους του η ταπεινή καταγωγή του.

Οι μέρες κυλούσαν και ο Μονόφθαλμος ήταν ικανοποιήμενος, πρώτον, γιατί μπορούσε να βλέπει τα πλούτη του να αυγαταίνουν και δεύτερον, γιατί μπορούσε να βλέπει τα πλούτη του να αυγαταίνουν. Η εταιρεία που είχε να αναλάβει να διοικεί υπέθετε πως πήγαινε καλά αφού τα σεντούκια του γέμιζαν ξανά και ξανά, τόσο που με το ζόρι έκλειναν. Γελούσαν μέχρι και τα μουστάκια του που κατάφερνε να είναι βασιλιάς και διευθυντής χωρίς να ρίξει στάλα ιδρώτα στο καλογυαλισμένο του πάτωμα. Δεν τον ένοιαζε αν ανάμεσα στους καλούς εργάτες, υπήρχαν και κακοί κι έτσι άφηνε την εταιρεία στη τύχη της, αφού η δική του του είχε χαμογελάσει εδώ και καιρό.

Τα χρόνια περνούσαν, τα σεντούκια του Μονόφθαλμου πολλαπλασιάζονταν, η μύτη του άγγιξε τη στρατόσφαιρα από την τόση περηφάνεια, η κοιλιά του ακούμπησε το φρεσκοποτισμένο γρασίδι της βασιλικής του αυλής από το πολύ φαϊ και το μάτι του άστραφτε από ευτυχία. Μέχρι μια αποφράδα μέρα, που ο Μονόφθαλμος γνώρισε την Κρίση, μια εντυπωσιακή γυναίκα παγκοσμίου φήμης που μόνο αυτός μέχρι τότε δεν ήξερε. Η Κρίση, με έναν τρόπο που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει, εξαφάνισε με τον καιρό τις χρυσές λίρες του Μονόφθαλμου, στράγγιξε τα σεντούκια του και τον κατάντησε ηγέτη ενός βασιλείου με θεμέλια που τρίζουν.

Πάνω στην απελπισία για το στέμμα που ένιωθε να χάνει από το κεφάλι του, πήγε για πρώτη του φορά ο ίδιος στα γραφεία της εταιρείας με το όνομα «Ξέρω - τουλάχιστον - πού - παν - τα - τέσσερα». Νόμιζε πως θα μπορούσε να τον σώσει, να του προσφέρει νέα πλούτη που θα αντικαθιστούσαν τα παλιά. Επεσε όμως. Εξω και από τα σύννεφα. Οι κακοί εργάτες ήταν περισσότεροι από τους καλούς, κι εικόνα της εταιρείας είχε με τον καιρό διαλυθεί στις συνειδήσεις όσων την θαύμαζαν. Τα κέρδη ήταν ψίχουλα και ο Μονόφθαλμος την είχε ξεχάσει αυτή τη λέξη, είχε ξεχάσει πως θα μπορούσε να μείνει στη ζωή τρώγοντας έστω λίγα από αυτά.

Πάνω στην ταραχή και την έλλειψη παιδείας του, πήρε μια απόφαση που στάθηκε μοιραία. Αντί να απομονώσει τους κακούς, ξέσπασε την οργή του πάνω στους καλούς, κι έπαιξε μάλλον ρόλο η ποσότητα κι όχι η ποιότητα. Κι ένιωσε ο Μονόφθαλμος προς στιγμήν καλά, γιατί οι καλοί έφευγαν με το κεφάλι ψηλά, κι ο ίδιος δεν μπήκε στη διαδικασία να νιώσει τύψεις. Πίστεψε λοιπόν ότι αφού ανακάτεψε την τράπουλα, τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, όμως οι άσσοι είχαν πια φύγει από το παιχνίδι.

Κι οι κακοί εργάτες έγιναν ακόμη πιο κακοί γιατί συνειδητοποίησαν ότι η κακία τους είχε ισχύ. Κι ο Μονόφθαλμος μπροστά τους γινόταν και πάλι μονόφθαλμος, μιας και τους είχε δώσει να το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται σημαντικοί αφού αυτός, αναλαμβάνοντας τη θέση του διευθυντή, δεν ήξερε να προσδιορίζει τίποτε. Κι έτσι, μέσα σε μια νύχτα, η εταιρεία άλλαξε όνομα, κι από «Ξέρω - τουλάχιστον - πού - παν - τα - τέσσερα», ονομάστηκε «Δεν - ξέρω - καν - που - παν - τα - τέσσερα».

Και έζησαν οι κακοί καλά (ιδού η ειρωνεία), οι καλοί πιο δυνατά και ο μονόφθαλμος έζησε ψάχνοντας το κεφαλαίο του μέσα σε μια θάλασσα από λάθη.

* Οι άνθρωποι έγραφαν ανέκαθεν παραμύθια για να ξεφύγουν μες τη φαντασία τους. Εγώ θα ήθελα να γράψω για να ξεφύγω από την πραγματικότητα που μου επιβάλλεται.
28/6/10 0 σκέψεις

Ψωνίζοντας σβέρκο




Η τέλεια λίστα για ψώνια γίνεται πραγματικότητα με δύο προϋποθέσεις. Να ορίσεις με ακρίβεια πόσα χρήματα μπορείς να ξοδέψεις και να ξεκαθαρίσεις από την αρχή αν θα θυσιάσεις την ποιότητα στο βωμό της ποσότητας ή το αντίστροφο.

Αν το σκηνικό του παραπάνω παραδείγματος δεν είναι μια νοικοκυρά και το συνοικιακό της σούπερ μάρκετ, τότε οι προηγούμενες σειρές μπορούν να βρουν ιδανικό αντίκρυσμα στην πολιτική ζωή αυτού του τόπου. Η αντιστοίχιση είναι σαφής: το καταναλωτικό κοινό είναι τα πολιτικά πρόσωπα, η λίστα οι δηλώσεις τους και τα ψώνια οι ψηφοφόροι.

Ο καταναλωτής λοιπόν με τη λίστα του πρέπει να ξέρει πόσα μπορεί να ξοδέψει. Ο πολιτικός στις δηλώσεις του δεν κάνει οικονομία. Ξοδεύει αλόγιστα ασύνδετα μεταξύ τους επιχειρήματα, εκφράσεις βουτηγμένες στον στόμφο και στον γύψο και ένα υπεροπτικό ύφος που τον διαφοροποιεί από τους ψηφοφόρους του. Κοινώς, από τα ψώνια του.  

Από την άλλη, σαφώς και η ποσότητα υπερνικά την ποιότητα. Οι δηλώσεις γίνονται λίστες που γεμίζουν πολλές λευκές κόλλες με μελάνι και τα ψώνια ψηφοφόροι που μπαίνουν στο καλάθι είναι πολλά. Αποτέλεσμα ενός καταναλωτή πολιτικού που ξοδεύει χωρίς δεύτερη σκέψη, στήνοντας λίστα και δηλώσεις που του εξασφαλίζουν ανέλπιστα πολλά ψώνια ψηφοφόρους.

Αυτή την τροπή παίρνουν τα πράγματα ακόμη κι όταν ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του ή μάλλον πολύ περισσότερο τότε. Ενας άνθρωπος που τυχαίνει να είναι συνεργάτης ενός υπουργού και που χάνει τη ζωή του όταν το δέμα που κρατά στα χέρια του αποδεικνύεται πως είναι βόμβα και τελικά εκρήγνυται.

Τότε οι δηλώσεις συμπληρώνονται από χέρια εκπαιδευμένα στην αυτόματη γραφή. Γράφουν, ξαναγράφουν και οι ανέμπνευστες προτάσεις τους γίνονται εξώφυλλα εφημερίδων. Σε αυτόν τον τόπο, που οι δηλώσεις των πολιτικών προσώπων για ένα γεγονός παρουσιάζουν μεγαλύτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και από το ίδιο το γεγονός, η μακριά λίστα σχηματίζεται ως εξής:

Ενάμιση κιλό «καταδικάζουμε κάθε εγκληματική ενέργεια», διακόσια γραμμάρια «οι ένοχοι θα βρεθούν και θα πληρώσουν» και για το τέλος, μια συσκευασία «οι πολίτες δεν τρομοκρατούνται». Οντως, δεν τρομοκρατούνται. Μόνο σκοτώνονται.

 
;