30/12/10 5 σκέψεις
Καλή χρονιά.

Χωρίς

λάθος

στάσεις.
27/12/10 4 σκέψεις

Χορομνήμες.



Χόρευε μονολεκτικά γιατί ό, τι είχε να πει, το είπε. Χόρευε σαν να μην ήταν κανείς άλλος εκεί. Μόνο η ίδια και τα αδιέξοδά της. Πολλά αδιέξοδα με μακρόσυρτα σφυρίγματα που σπάνε τοίχους ολόκληρους χωρίς να τους ξανακολλάνε. Το πάτωμα γλιστρούσε όσο τα κίτρινα φώτα πηγαινοέρχονταν μένοντας στη θέση τους. Δεν γλιστρούσε από ποτά ανήμερα ή δάκρυα αλλά από αναξιόπιστες επανεκκινήσεις σε υγρή μορφή. Οι φιγούρες της, βήματα μπρος και βήματα πίσω. Οι επιλογές και η ζωή χωρίς αυτές, το ίδιο. Ενιωθε ζεστή, ένιωθε παγωμένη. Ταυτόχρονα. Βασανιστική αίσθηση το αλκοόλ και οι κενότητες στις φλέβες.

Ηθελε αέρα. Το τραγούδι τέλειωσε, ο χορός της τέλειωσε. Εληξε ο χρόνος της και ο αέρας. Στις πλάτες των βημάτων της κρατήθηκε. Την οδήγησαν έξω. Απο όλα. Προορισμός άγνωστος για πρώτη φορά. Προορισμός σύντομος τα μαρμαρινά σκαλιά σε ένα επόμενο τετράγωνο που αν γινόταν κύκλος, θα της έμοιαζε. Οι περαστικοί περνούσαν. Οι περαστικοί απλά πέρασαν. Της θύμισαν πως ακόμη και ό, τι  πιο μόνιμο στέκεται ανάμεσα σε κάτι που ήταν περαστικό και κάτι που θα καταλήξει να καταλήξει περαστικό.

Τα χέρια της στράφηκαν στο μυαλό της. Να στύψουν κάτι φτηνές κουρτίνες που είχαν ποτιστεί με αναμνήσεις. Να τρέχουν βρώμικα νερά οι μνήμες σε υπονόμους χωρίς περιστροφές. Και στράγγιζαν, στράγγιζαν για πολλά συννεφιασμένα μερόνυχτα. Χέρια καρφωμένα στα ίδια, μαρμάρινα σκαλιά. Σε εκείνο το τετράγωνο, που όσο περνούσε ο καιρός, έχανε το σχήμα του. Κι αποτέλεσμα φτιαγμένο από τίποτα και καθόλου. Κανένα ρυάκι στιγμών δεν σχηματίστηκε σε μια βαρετή άσφαλτο γόπας και κιτρινισμένων φύλλων. Οι αναμνήσεις έμειναν μνήμες σφηνωμένες σε μυαλό με φτηνές κουρτίνες. Σκαλισμένες εκεί. Λυσσασμένες παντού.

Γύρισε στο χορό της. Μονολεκτικά. «Ηρθα». Τα αδιέξοδα περισσότερα. Οι τοίχοι γκρεμισμένοι, ξεψυχισμένα τούβλα. Το τραγούδι ακόμα. Το αλκοόλ ακόμα. Και ο χρόνος. Και ο αέρας. Μπρος και πίσω. Μπρος και πίσω. Μπρος.
22/12/10 4 σκέψεις

Κάθαρση.



Ο κόσμος, μια σκηνή θεάτρου. Είναι, κι ας μη φαίνεται. Χτισμένη σε μια πολυθρόνα, καλά περιφρουρημένη από μάλλινες κουβέρτες και μεταλλαγμένα μαξιλάρια, παρακολουθώ ζωές σε αυτήν την τεράστια σκηνή θεάτρου. Οχι από την τηλεόραση. Γυρνώντας στους δρόμους και κουβαλώντας στην πλάτη την πολυθρόνα μου. Σαν χαμάλης συμβιβασμένος στην διεστραμμένη ηδονή που του προσφέρει η άνευ όρων υποταγή του.

Κάθαρση. Γυρεύοντας την κάθαρση. Οχι τη δικαίωση των ηρώων στο τέλος μιας σαρκοφάγας παράστασης αλλά τη δική μου αποστασιοποίηση από τα γεγονότα που εκρήγνυνται γύρω μου. Αυτό σημαίνει. Να βλέπω χέρια να κόβονται, να ξεριζώνονται από τη ρίζα τους κι εγώ να ξέρω πως ακόμη έχω τα δικά μου. Να σέρνω την κουβέρτα στα μάτια μου όταν δεν αντέχω το θέαμα κι ύστερα να χειροκροτώ. Εγώ να έχω χέρια να χειροκροτώ τα χέρια που καταδικάζονται να αυτονομηθούν.  Να παρατηρώ τους θύτες και τα θύματα, να κρίνω, να δικαιολογώ. Ολα όσα εκτυλίσσονται μπροστά σε μένα, χωρίς εμένα. Να γυρνώ και να κοιμάμαι από το άλλο πλευρό, αγκαλιάζοντας το μεταλλαγμένο μαξιλάρι μου. Την Κάθαρση και το μεταλλαγμένο μου εγώ. Μέσα στον κόσμο, μια σκηνή θεάτρου. Που είναι και ας μη φαίνεται.
21/12/10 0 σκέψεις

Συνέντευξη με τον... Τουλούζ Λωτρέκ

(Φανταστική συνέντευξη με τον Γάλλο ζωγράφο στο πλαίσιο του μαθήματος «Τεχνικές δημοσιογραφικής έρευνας και συνέντευξης» στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Με την υπόθεση ότι ο ζωγράφος ζει μέχρι και σήμερα και φτάνει στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την έκθεση των έργων του στην πόλη.)



Είναι ένας ζωγράφος που έχει τάξει τα πινέλα του στις γυναίκες. Ενας μικρόσωμος άντρας, με ατροφικά πόδια εκ γενετής, που όμως υψώνει το ανάστημά του στη ζωή και δεν παραιτείται. Ο Αντρί ντε Τουλούζ Λωτρέκ βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την έκθεση 170 έργων του, και μοιράστηκε μαζί μας σκέψεις για την τέχνη του, την οικογένειά του, τη δυσμορφία του και τη μεγάλη του αγάπη, τη μαγειρική. Σε μια ζεστή κουβέντα που έλαβε χώρα στα σκαλιά του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών, τα λεγόμενα της καλής του φίλης και τραγουδίστριας, Υβέτ Γκιλμπέρτ, επιβεβαιώθηκαν. «Το μεγαλείο της ψυχής του φαίνεται τελικά στα μάτια του». 

Κύριε Λωτρέκ, ποια θέματα προτιμάτε να αποτυπώνετε ζωγραφικά; 

Το πάθος μου για τη ζωγραφική αναπτύχθηκε μέσα στο χρονικό πλαίσιο της «belle époque», της λεγόμενης όμορφης εποχής. Μιλάμε για μια περίοδο ανάπτυξης και καλοπέρασης στη Γαλλία. Μέσα στα καμπαρέ, που τότε πρωτοδημιουργήθηκαν, μαγευόμουν από τις γυναίκες που χόρευαν στα εντυπωσιακά σόου και αυτές ζωγράφιζα. Την κίνηση και τα πολύχρωμα κοστούμια τους. 

Οι γυναίκες λοιπόν παραμένουν από τότε στο επίκεντρο της τέχνης σας; 

Οι γυναίκες είναι γενικότερα η αδυναμία μου. Ζωγραφίζω σχεδόν κάθε μια που βλέπω. Για παράδειγμα, στον πίνακά μου με τον τίτλο «Επιβάτις της καμπίνας 54» αποτυπώνω μια άγνωστη γυναίκα που ακολούθησα σε ολόκληρο το ταξίδι της. Ξέρετε, έχω μια πολύ καλή σχέση με τη μητέρα μου από παιδί κι ίσως από εκεί ξεκίνησε όλο αυτό.

Κάτι ανάλογο, ωστόσο, δεν συμβαίνει με τον πατέρα σας, νομίζω...

Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια ιστορία που έχει δει το φως της δημοσιότητας και δεν αποφεύγω να μιλάω για αυτήν. Ο πατέρας μου δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δυσμορφία που με καθιστά ανίκανο να τον διαδεχθώ στην αριστοκρατική μας οικογένεια. Ειλικρινά, η απόρριψή του με ενοχλεί περισσότερο από τις αντικειμενικές δυσκολίες της αναπηρίας μου. 

Πώς έχει επηρεάσει η δυσμορφία σας την τέχνη σας; 

Εχει επίδραση στα θέματά μου. Ζωγραφίζω την λάμψη της νύχτας και των καμπαρέ γιατί θα ήθελα να τα απολαμβάνω φυσιολογικά. Σε ό, τι αφορά την τεχνική μου, απεικονίζω ελάχιστα τα κάτω άκρα και δίνω έμφαση στις πλάτες. Αυτές άλλωστε βλέπω από τα… χαμηλά, όπου βρίσκομαι. 

Φιλοτεχνήσατε αφίσες, δημιουργήσατε trademarks και σας έχουν ονομάσει καλύτερο διαφημιστή της εποχής σας. Ηχεί ενοχλητικά κάτι τέτοιο στα αυτιά ενός ζωγράφου; 

Δεν μετανιώνω για την πορεία μου. Ζωγράφισα την πρώτη αφίσα για καμπαρέ κι όταν μαθεύτηκε έτσι το όνομά μου, ένιωσα περήφανος. Η τέχνη δε χάνει την αξία της ακόμα κι αν εξυπηρετεί εμπορικούς σκοπούς. Με τιμά που φίλες μου από τον καλλιτεχνικό χώρο νιώθουν ότι με τα σχέδια μου τις βοήθησα να χαραχθούν στη μνήμη του κοινού. 

Στον ελεύθερο χρόνο σας, με τι προτιμάτε να ασχολείστε; 

Λατρεύω το φαγητό και τη διαδικασία δημιουργίας του, δηλαδή τη μαγειρική. Φτιάχνω μέχρι και δικό μου ψωμί και επιμελούμαι τα πάντα πάνω στο τραπέζι, από τη διακόσμησή του μέχρι το στήσιμο του γεύματος στο πιάτο. 

Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στην τέχνη της ζωγραφικής και την τέχνη της μαγειρικής, ποια θα διαλέγατε τελικά; 

Μμμ..δύσκολη ερώτηση. Κι όμως, όσο κι αν ακουστεί περίεργο, είναι λίγο αμφίβολο εάν θα επέλεγα τη ζωγραφική. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα προκύψει ποτέ τέτοιο δίλημμα!
15/12/10 2 σκέψεις

Αλλόθρησκοι στη Θεσσαλονίκη

«Χριστούγεννα ενός άλλου Θεού»


της Κικής Μουστακίδου, kmoustakidou@gmail.com (από free press «Διαδρομές»/ 18.12.09)

Η ιδέα γι' αυτό το θέμα ήταν εξαρχής περίπλοκη. Να βρεις ανθρώπους άλλης θρησκείας και να μάθεις πώς περνούν την ημέρα που οι Ορθόδοξοι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Μόνο με μια σκέψη μπορεί να μοιάσει πιο απλό. Αρκεί να φανταστείς ένα άστρο που οδηγεί σε μια φάτνη για όλους, χωρίς δόγματα και χωρίς θεούς διαφορετικής ταυτότητας.

Για κάποιους τα Χριστούγεννα δεν έχουν σημασία. Για όσους δεν ανήκουν στην επίσημη θρησκεία της χώρας, η γέννηση του Χριστού δεν συμβολίζει τίποτα. Η Ναντιέ είναι μουσουλμάνα, η Αννα βουδίστρια και ο Λεβή εβραίος. Οι τρεις τους μιλάνε για τις μεγαλύτερες γιορτές της δικής τους θρησκείας και για το πώς θα περάσουν τα φετινά Χριστούγεννα. Ακόμα και αν δεν τους αφορούν, ακόμα κι αν δεν τους αγγίζουν.

Η Ναντιέ και ο Μωάμεθ

Στις 25 Δεκεμβρίου η Ναντιέ γιορτάζει. Δεν φοράει τα καλά της για την γέννηση του Θείου Βρέφους, αλλά για τα γενέθλια του γιου της. Και δε στολίζει χριστουγεννιάτικο δέντρο, αν και ξέρει μουσουλμάνους που κρεμάνε στολίδια και γιρλάντες, παρότι η θρησκεία τους το απαγορεύει.

«Όταν συμβιώνεις με μια πλειοψηφία που λέγεται χριστιανοί ορθόδοξοι, μαθαίνεις να δέχεσαι τα ήθη και τα έθιμα τους. Εχει τύχει να πάω και σε ρεβεγιόν εκείνες τις μέρες. Δεν μου αρέσει όμως το πνεύμα των Χριστουγέννων, έτσι όπως έχει καταλήξει».

Η Ναντιέ μιλά για τη δική τους σημαντική γιορτή, το Ραμαζάνι, και τη σκιαγραφεί με δυο τρεις φράσεις.«Γιορτάζουμε το γεγονός ότι το Κοράνι δόθηκε στους ανθρώπους. Πρόκειται για μια κινητή γιορτή που πηγαίνει προς τα πίσω. Δεν τρώμε από την Ανατολή μέχρι τη δύση του Ηλίου για τριάντα ημέρες και προσευχόμαστε πέντε φορές την ημέρα. Αυτό πρέπει να γίνεται τουλάχιστον, κι ας μην το τηρούμε αρκετές φορές».

Η Αννα και ο Βούδας

Με μια σκούπα στο χέρι. Κάπως έτσι βρήκα την κυρία Αννα όταν πέρασα την πόρτα του κινέζικου εστιατορίου στην Θεοτοκά. Στην είσοδο καθόταν ένας άντρας με σχιστά μάτια όπως και τα δικά της, που χαμογέλασαν στο άκουσμα της ερώτησης για τον Θεό της.

Στον Βούδα πιστεύει η Αννα, που ήρθε από τον Χονγκ Κονγκ. Και το μαγαζί στο οποίο την πέτυχα, δεν της ανήκει. Είναι εκεί για να το καθαρίζει και αυτό θα κάνει ανήμερα των Χριστουγέννων, όπως απάντησε σηκώνοντας ανάλαφρα τους ώμους και τα φρύδια της.

«Εμείς πιστεύουμε στο καλό, όποιο κι αν είναι αυτό. Πρέπει να κάνεις το καλό για τους άλλους, για τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου». Τα λιγοστά αγγλικά της ίσως δεν της επέτρεψαν να μιλήσει με ευκολία για όσα πιστεύει. Αλλά μια αναζήτηση στο διαδίκτυο και στο όνομα Βούδας τη συμπληρώνει.

«Στην διδασκαλία του ο Βούδας μιλά για την Ορθή Προσπάθεια: να προλαμβάνουμε το κακό και να προωθούμε το καλό, να το προστατεύουμε και να το υποστηρίζουμε όταν εμφανίζεται  ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί και να τελειοποιηθεί».

Ο Λεβή και ο Γιαχβέ

«Αυτές τις μέρες γιορτάζουμε το Χανουκά. Την επανάσταση μιας οικογένειας Μακκαβαίων που δεν επέτρεψε να της αλλάξουν την πίστη. Κρατά οκτώ μέρες και εμείς ανάβουμε ένα κερί την πρώτη, δύο τη δεύτερη και ούτε καθεξής».

Ο Λεβή μιλά για τη γιορτή των Εβραίων που πέφτει χρονικά κοντά στα Χριστούγεννα. Αλλά διευκρινίζει πως σημαντικότερη είναι το Κιπούρ, η μέρα του εξιλασμού, όπως ονομάζεται. «Ζητάμε συγνώμη από Θεό και ανθρώπους. Κάνουμε νηστεία από το απόγευμα της μιας μέρας μέχρι το βράδυ της άλλης. Απέχουμε από φαγητό, νερό, τσιγάρο, από όλα».

Γι’ αυτόν η 25η Δεκεμβρίου θα είναι μια συνηθισμένη μέρα. «Βέβαια, πέρα από τους πολύ θρήσκους, οι υπόλοιποι συμμετέχουμε στο εορταστικό κλίμα αυτής της περιόδου. Αλλωστε, στους μεικτούς γάμους που έχουν γίνει, το ζευγάρι τηρεί τα έθιμα και από τις δυο θρησκείες».
14/12/10 5 σκέψεις

Για την κυρά Σ. και τα 85 της

Συναισθηματική αποστασιοποίηση. Αμυνα συναισθημάτων πριν από τη μεγάλη επίθεση συναισθημάτων. Αμυνα πίσω από την κλειδαρότρυπα, πίσω από μια χαραμάδα φως. Δεν τόλμησα να βγω στον διάδρομο να δω τη σιωπή σου. Μόνο την άκουγα από την κλειστή μου πόρτα. Δυο τελευταίες ανάσες κι ύστερα κανένας παλμός. Υστερα ασθενοφόρο, μια σύντομη συνειδητοποίηση και αυτό ήταν. «Αυτό» δεν είμαστε όλοι;

Ηθελα να σου αφιερώσω ένα κείμενο. Δεν θα το πω post, δεν θα καταλάβαινες τι σημαίνει. Ένα κείμενο πέρα από την ιστορία που με ενέπνευσες να γράψω, εκείνη που τόσο ειρωνικά δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Αλλωστε, αυτό υποτίθεται πως κάνω. Γράφω. Κι ήταν μερικές φορές που αυτό δεν το ξεχνούσες. Το είχες σημειώσει και στο τετραδιάκι σου. «Κική: δημοσιογράφος». Μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, έψαχνες να με βρεις. Ελεγα ότι «δεν είμαι εγώ για τέτοια, μην κοιτάς εκεί», σου έδινα στα χέρια την εφημερίδα και δεν μπορούσες να διαβάσεις τα γράμματα. Ρωτούσες «γράφει το όνομά σου;», απαντούσα ξερά ένα «ναι» και αυτό σου έφτανε. Και για να φουσκώνεις από περηφάνεια και για να με αποκαλείς δημοσιογράφο.


Σε έβλεπα να είσαι ακίνητη κι ανέκφραστη και σκεφτόμουν πως ήταν η πρώτη φορά που τα έβγαζες πέρα με τα αυτά τα δυο επίθετα ταυτόχρονα. Και θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που μόνο ακίνητη ή μόνο ανέκφραστη δεν ήσουν. Τις Κυριακές που μουρμούριζες πάνω από το κρεβάτι μου, μήπως και ξυπνήσω, μήπως φιλοτιμηθώ να πάω να «ανάψω ένα κερί στην εκκλησία». Την μέρα που μπέρδεψες το φακελάκι του τσαγιού με το αρωματικό φακελάκι για τις ντουλάπες και τα συρτάρια, το έβρασες και το ήπιες χωρίς να πάθεις απολύτως τίποτα. Εκείνο το απόγευμα που με την Τ. σου τηλεφωνούσαμε στο σταθερό από το διπλανό δωμάτιο, σου κάναμε φάρσες κι εσύ, αλαφιασμένη, έψαχνες να βρεις τον «ένοχο που έπαιζε μαζί σου, σαν να μην είχε άλλη δουλειά να κάνει». Τη μέρα που σε έβαλα να μου τραγουδήσεις συλλαβή προς συλλαβή το ποντιακό εκείνο τραγούδι για να το μάθω «απ’ έξω κι ανακατωτά», κι εσύ το έκανες, χαρούμενη που μετέδιδες τις λίγες γνώσεις που είχες. Το πρωινό που ήσουν μόνη σου στο σπίτι, ο κλέφτης σου χτύπησε την πόρτα, εσύ του άνοιξες, του έδωσες νερό να πιει και τη σύνταξή σου για να φάει. Τα σαρμαδάκια και την μικροσκοπική σου κατσαρόλα, μια καταστροφική, εβδομαδιαία συνάντηση, ικανή να με κάνει να μισήσω αυτό το πιάτο για την υπόλοιπη ζωή μου. Κάτι Πρωτομαγιές που σου στόλιζα το κεφάλι με καρό τραπεζομάντηλα για να σε φωτογραφίζω και να γελάμε, να χαζογελάμε με τον ήλιο να πέφτει ολόκληρος στα μάγουλά μας.

Τόσες στιγμές και άλλες τόσες, όσες θυμάμαι, όσες ξεχνάω κι όσες με τον καιρό θα μου έρχονται συχνά στο νου από δω και πέρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δε χωρούν αρχαία γνωμικά και βαρύγδουπες εκφράσεις για τον θάνατο. Για το τι είναι θάνατος, τι τελικά σημαίνει και πού οδηγεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μόνο οι αναμνήσεις έχουν αξία. Οι μνήμες και ένα χαμόγελο για έναν άνθρωπο που «φεύγει» πλήρης ημερών, έχοντας κάνει με τον τρόπο του, όποιος κι αν ήταν αυτός, τη ζωή των ανθρώπων του λιγάκι πιο πλήρη.

Καλό ταξίδι ρε γιαγιά. Σίγουρα θα το έχεις. 
Θα το απαιτήσεις και θα το έχεις.
12/12/10 1 σκέψεις

Για την Σ. και τις απορίες της

Κάπως έτσι ρε, ξεκίνησαν όλα..

Απόσπασμα από συνέντευξη της Κικής Δημουλά: 

«Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο… Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως! Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της. Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα».
10/12/10 0 σκέψεις

Σοφά ηλίθιος.


Δεν θεωρώ ατιμωτική την ηλιθιότητα. Πιστεύω πως αν δεν ήσουν έστω μια φορά στη ζωή σου ηλίθιος, και μάλιστα βαθιά ηλίθιος, δεν έχεις καμιά πιθανότητα να υποψιαστείς τι είναι ζωή. Νομίζω πως χρωστούμε στους ηλίθιους περισσότερα από όσα πιστεύουμε. Αυτοί τραβούν και πάντα τραβούσαν κουπί, με την ενεργητικότητα, την αξεπέραστη ζωτικότητά τους. Δίχως τους ηλίθιους, όλοι θα είχαν βουλιάξει στον μηδενισμό!

Ο κόσμος θα είχε εξαφανιστεί, από φόβο μη γελοιοποιηθεί!

Ανα Νόβακ.
9/12/10 4 σκέψεις

Tα Χριστούγεννα και η ασθένεια από άλφα



«Αλτσχάιμερ, το λένε. Αλτσχάιμερ, ρε μάνα» της είπε η κόρη της για όγδοη φορά μέσα σε τέσσερις ώρες κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Η κυρία Σ. τη φώναζε συχνά στο δωμάτιό της. Ξεχνούσε ποια ήταν η ασθένεια από την οποία έπασχε κι ένιωθε πως χρειαζόταν έναν άνθρωπο, για να της το υπενθυμίζει. Το άκουγε και το καταλάβαινε, αν και τη δυσκόλευε ως λέξη, αλλά μετά από πέντε μόλις λεπτά το ξεχνούσε. «Εκείνη η κοπέλα με φώναξε μάνα. Μάλλον θα είναι κόρη μου», σκέφτηκε. Βάλθηκε να προσπαθήσει να θυμηθεί. Την ασθένεια που ξεκινά από άλφα και την κοπέλα που την αποκάλεσε μάνα. «Αραγε να έχω μόνο ένα παιδί ή είναι και άλλα, που και αυτά τα ξεχνάω»; Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και αποκοιμήθηκε, ιδιαίτερα κουρασμένη και προβληματισμένη. 

********************************************************************

Την επόμενη ημέρα, την ξύπνησαν απότομα κάτι περίεργα κουδουνίσματα. Ακουγε συχνά θορύβους που γεννούσε η φαντασία της, αλλά αυτήν τη φορά πρέπει να υπήρχαν στην πραγματικότητα. Ανοιξε δειλά την πόρτα του δωματίου της. Δεν το συνήθιζε. Αυτό ήταν προνόμιο εκείνης της κοπέλας που τη φώναζε μάνα. Της έφερνε συνήθως φαγητό, γυρνούσε να μαζέψει τα αποφάγια και αυτές ήταν οι μόνες φορές που κάποιος είχε το δικαίωμα ν’ αγγίξει το ρημάδι το χερούλι.

Στην είσοδο του σπιτιού, είδε τρία παιδιά με σκούφους και σιδερένια τρίγωνα στα χέρια. Τραγουδούσαν ρυθμικά ένα σκοπό που της έμοιαζε οικείος. «Χριστού τη θεία γέννηση…» τους άκουσε να λένε και κάτι ταρακουνήθηκε μέσα της. Στο χολ έφτανε μια έντονη μυρωδιά μελιού και κανέλας και στο σαλόνι δέσποζε ένα ψηλό έλατο, στολισμένο με κόκκινες μπάλες κι ένα χαμογελαστό άγγελο στην κορυφή του.

Η κοπέλα που τη φώναζε μάνα την είδε να στέκεται σαν εγκλωβισμένη σε μια εσοχή του τοίχου και την πλησίασε. Την αγκάλιασε δυνατά και αφέθηκε να στηριχτεί στον ώμο της για αρκετά δευτερόλεπτα. «Μάνα, είναι Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα» της είπε. «Πάλι μάνα» σκέφτηκε η κυρία Σ. και βεβαιώθηκε πια για ένα κλαδί του γενεαλογικού της δέντρου. Η κόρη της φρόντισε να τη βολέψει σ’ έναν αναπαυτικό καναπέ, της πρόσφερε καφέ και σπιτικά κουλουράκια και κάθισε πλάι στα πόδια της. «Σε λιγάκι θα έρθουν και οι υπόλοιποι και θα φάμε όλοι μαζί». Τα μάτια της κυρίας Σ. σκοτείνιασαν και πάλι. «Αυτή η ασθένεια από άλφα δε με αφήνει να θυμηθώ τίποτα» σκέφτηκε. Και αποφάσισε να περιμένει. 


******************************************************************

Οι «υπόλοιποι» δεν άργησαν να φτάσουν. Το σπίτι γέμισε άντρες, γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά με δώρα στα χέρια. Αντάλλαζαν φιλιά και πειράγματα την ώρα που η κυρία Σ. ένιωθε να βουλιάζει όλο και περισσότερο σ’ εκείνον τον αναπαυτικό αλλά ανασφαλή καναπέ. Ηπιε την τελευταία γουλιά καφέ που είχε απομείνει στο φλιτζάνι της κι έκανε να φύγει προς το δωμάτιό της. Τότε ήταν που τα φιλιά έβαλαν στόχο τα δικά της δύο μάγουλα. Ακουγε από δεξιά και αριστερά να τη φωνάζουν «μάνα» και «γιαγιά». Σάστισε, αλλά δεν το κούνησε ρούπι. Είχε πολλή ζεστασιά εκεί μέσα, όση ποτέ δεν είχε νιώσει στο καναρινί δωμάτιο που κοιμόταν και ξυπνούσε.

Ένα ξανθό αγόρι, γύρω στα τρία και με μάτια ολοζώντανα, έτρεξε κατά πάνω της. Της τράβηξε συνθηματικά δυο φορές την ποδιά και της έκανε νόημα να σκύψει. Στο κουτί που πήρε στα χέρια της, βρήκε μια μάλλινη ζακέτα και μια φωτογραφία. Η ζακέτα έγραφε «για σένα» και η φωτογραφία «απ’ όλους εμάς». Τους κοίταξε βαθιά, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να τους αναγνωρίσει. Δάκρυσε, γιατί μερικές από τις αναμνήσεις ήρθαν στην επιφάνεια, εκεί όπου είχε καιρό να τις συναντήσει. «Χρόνια πολλά», της ευχήθηκε το αγόρι. Του χάιδεψε το μέτωπο, ύστερα το φίλησε και του είπε: «Χρόνια πολλά σε σένα, αγόρι μου. Εγώ χρόνια έζησα, μέρες πια δε ζω».

7/12/10 8 σκέψεις

Ερωτηματική απογοήτευση


Είναι μια σπάνια πάθηση. Λέγεται ερωτηματική απογοήτευση. Πολλοί την συγχέουν με την ερωτική αλλά αυτές οι δυο δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η ερωτηματική απογοήτευση χτυπά συνήθως στα τυφλά. Θύματά της είναι κυρίως όσοι επιδίδονται σε κάθε τύπου ερωτήσεις προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργεια αλλά και την ανάγκη τους να καταλάβουν τι συμβαίνει. Γύρω τους και μέσα τους.

Διψούν να μάθουν και ρωτούν. Από ένα σημείο κι ύστερα, οι ερωτήσεις τους πέφτουν στο κενό. Πάνω που γίνονται πιο μεστές, πιο επικεντρωμένες στο στόχο τους, παύουν να παίρνουν απαντήσεις. Και σε εκείνο ακριβώς το σημείο επέρχεται η απογοήτευση. Η ερωτηματική απογοήτευση. Οι ασθενείς ξεχνούν τι πάει να πει καταφατική πρόταση κι από το στόμα τους ξεπηδούν μόνο ερωτήσεις. Ακόμα και οι απαντήσεις τους σε ερωτήσεις τρίτων έχουν στο τέλος τους ένα ερωτηματικό.

Στο ειδικό εργαστήριο μελέτης και αντιμετώπισης της νόσου, η ηρωίδα της ιστορίας μας βρέθηκε από νωρίς. Είχε αποδεχτεί την πρόσκληση του εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού να γίνει το πειραματόζωο στον αγώνα κατά της ερωτηματικής απογοήτευσης. Ο επικεφαλής γιατρός την φώναξε κι εκείνη κάθισε, χωρίς να χάσει λεπτό, στην καρέκλα μπροστά του. Ξεκίνησε να της εξηγεί τη διαδικασία.

«Βρίσκεστε εδώ για να μας βοηθήσετε να μελετήσουμε αυτή την πάθηση που με τον καιρό λαμβάνει απειλητικές, ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εγώ θα ρωτάω κι εσείς θα απαντάτε. Εστω και με ερώτηση, θα απαντάτε. Εως ότου να βγάλουμε μια άκρη. Συμφωνείτε;», κατέληξε ο γιατρός. «Συμφωνώ;», του είπε εκείνη.

«Θυμάστε πότε σας γεννήθηκε η επιθυμία να κάνετε την πρώτη σας ερώτηση σε κάποιον;». «Ηταν τότε που σερνόμουν στα φουστάνια της μάνας μου και την ρώτησα αν μ’ αγαπάει;». «Θυμάστε για ποιο λόγο νιώσατε την ανάγκη να διατυπώσετε αυτήν την ερώτηση;». «Ηθελα να νιώσω ένα ζεστό χέρι να σφίγγει το δικό μου χωρίς αντάλλαγμα;». «Θυμάστε ποια απάντηση πήρατε;». «Θα σ’αγαπάω μέχρι ο ήλιος και το φεγγάρι να βγουν μαζί στον ουρανό;».

«Θυμάστε πότε σας γεννήθηκε η επιθυμία να κάνετε την τελευταία σας ερώτηση σε κάποιον, πριν ασθενήσετε και τα πάντα γύρω σας κυριευθούν από ερωτηματικά;». «Ηταν τότε που σερνόμουν στο πάτωμα γιατί δεν άντεχα το βάρος μιας ζωής που έφτιαξαν άλλοι για μένα και ρώτησα τον εαυτό μου αν μ’αγαπάει;». «Θυμάστε για ποιο λόγο νιώσατε την ανάγκη να διατυπώσετε αυτή την ερώτηση;». «Ηθελα να νιώσω πως εξακολουθώ να υπάρχω, όσο ουσιαστικά υπήρχα και πριν;». «Θυμάστε ποια απάντηση πήρατε;». «Θα πάψω για λίγο να σ’αγαπώ μέχρι να θυμηθείς ποια είσαι. Τελεία». Θαύμα. Με διάρκεια;

5/12/10 0 σκέψεις

Αρκετά. Για να πονάει τόσο.

Αν καταφέρω και αγαπήσω έναν άνθρωπο, - γιατί στη δική μου περίπτωση, για κατόρθωμα πρόκειται - αυτοδεσμεύομαι να τον υπερασπίζομαι για πάντα. Να παραβλέπω τις προσδοκίες που δεν μου έχει τελικά επαληθεύσει και να συνεχίζω απρόσκοπτα να τον αγαπώ. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με χιλιάδες άλλα πράγματα, από ιδέες μέχρι μουσικές. Μέχρι τραγούδια που έχω συνδέσει με κομμάτια μου, με συναισθήματά μου. Δεν με ενδιαφέρει πώς μπορεί να κρίνονται ή να αξιολογούνται στη γλώσσα των μουσικών. Δεν είμαι σε θέση να τα αντιμετωπίσω αντικειμενικά. Μου αρκεί που στην κάθε τους αναπαραγωγή, εγώ ξεσπάω τόσο έντονα και τόσο εσωτερικά.

Την πρεμιέρα της Νατάσσας Μποφίλιου στο «Gaia» την περίμενα από τον Μάρτιο. Την περίμενα οκτώ μήνες. Θα άκουγα για τρίτη φορά ζωντανά εκείνο το τραγούδι που ενοχλητικά μου υπενθυμίζει πως, τόσους μήνες αργότερα, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Θα άκουγα κι εκείνο το τραγούδι - «άλλοθι»,  ακόμα κι αυτό που καθρεφτίζεται στα βλέμματα όσων ανθρώπων τυχαίνει να παρατηρώ καθημερινά.

Την περίμενα, λοιπόν, και δεν ήταν έτσι όπως την περίμενα. Ούτε η πρεμιέρα, ούτε η Νατάσσα. Ο κόσμος δεν συντονίστηκε μαζί της. Εκείνη μου φάνηκε πως είχε περισσότερη αγωνία από όση θα έπρεπε. Η έναρξη του προγράμματος δε θύμιζε τίποτα από τα πρώτα λεπτά παλαιότερων εμφανίσεών της. Θα ταίριαζε περισσότερο σε μια άπειρη ερμηνεύτρια που αποφασίζει για πρώτη φορά να κρατήσει στις δικές της πλάτες ένα ολόκληρο live. Ο κόσμος μιλούσε, γελούσε, έστελνε μηνύματα, φλέρταρε. Εκείνα τα κομμάτια που συνοδεύονται από ποτάμια πάθους και ψυχής δεν παρέσυραν πολλούς, όπως συνηθίζουν συχνά να κάνουν. Κι έτσι, μια παράσταση που έχει γεννηθεί για να αγγίζει, θάφτηκε κάτω από τις φωνές της Αμαλίας στη σερβιτόρα.

Ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων και τις διαρκείς εκκλήσεις των θαμώνων για αλκοόλ, καταφέρα να βρω την ουσία της βραδιάς. Ηταν εκεί που η φωνή της μπλέχτηκε σε τραγούδια της Μοσχολιού, της Αλεξίου και της Αρβανιτάκη. Μερικά συνεχόμενα λεπτά καθαρό συναίσθημα. Πάγωσε ο κόσμος γύρω και έκαιγαν τα λόγια που άκουγες. Οι παραδοχές και οι αναθεωρήσεις που έρχονται μέσα από τα τραγούδια σου κλέβουν χρόνια από τη ζωή σου. Και πονάει ό, τι πόνεσε. Ακόμη πιο πολύ. Και μπορείς να δεις τα πράγματα αποστασιοποιημένα από τη λογική κι αυτό σου φτάνει. Αυτό μου έφτασε, μου περίσσεψε. Για αυτές τις λάμψεις του μη κανονικού «εγώ» μου αγαπάω ορισμένα τραγούδια. Και ορισμένους ανθρώπους.

Κι ας μην μπορώ να τους το δείξω.
2/12/10 2 σκέψεις

Νατάσσα Μποφίλιου: «Δε θέλω ν' αρέσω σ' όλους»


free press «Διαδρομές», 02.12.2010.

συνέντευξη στην Κική Μουστακίδου, kmoustakidou@gmail.com

Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρες σελίδες. Αναλύσεις επί αναλύσεων για το τι σημαίνει μια παράσταση με τη Νατάσσα Μποφίλιου πάνω στη σκηνή. Δε θα το κάνω. Θ’ αρκεστώ σε όσα κουβέντιασα μαζί της και θ’ αφήσω τον καθένα σας να το διαπιστώσει μόνος του, ακούγοντάς την στο «Γαία» live, όπου ξεκινά εμφανίσεις από τις 4 του Δεκέμβρη.

Τελικά η τσιγγάνα που διάβασε το χέρι σου έξω από το πανεπιστήμιο είχε δίκιο; Ολη την υπόλοιπη ζωή σου την φαντάζεσαι πια μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο;

Η αλήθεια είναι πως ναι. Απλά, για να συμβεί αυτό, πρέπει να είναι σύμφωνα με τους δικούς μου όρους. Δεν έχω σκοπό να κάνω εκπτώσεις, γιατί για μένα η μουσική είναι διασκέδαση της ψυχής μου, μια αυθόρμητη συνθήκη. Οσο για το περιστατικό αυτό, όντως συνέβη. Την πρώτη μου μέρα στη σχολή, στο Πολιτικό τμήμα της Νομικής στην Αθήνα, μου είπε μία γυναίκα τη μοίρα μου, ότι δηλαδή έβλεπε όλη τη μετέπειτα ζωή μου μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο. Εχω και μάρτυρα γι’ αυτό!

Πώς έγινε η μετάβαση από τις Πολιτικές Επιστήμες στο τραγούδι και ποιοι άνθρωποι συνέβαλαν σ’ αυτήν;

Για τη σχέση μου με τη μουσική και το πιάνο ευθύνεται ο πατέρας μου, που είναι ερασιτέχνης μουσικός και τραγουδιστής. Για το γεγονός ότι αυτό κατέληξε να είναι το επάγγελμά μου αφορμή υπήρξε ο Κώστας Τσίρκας, συνθέτης του πρώτου μου δίσκου και κολλητός μου φίλος. Μου είχε κάνει πρόταση να τραγουδήσω στο demo που είχε ετοιμάσει για τη δεύτερη ακρόαση της Μικρής Άρκτου, που διοργάνωνε ο Παρασκευάς Καρασούλος. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Η συνέχεια της συνέντευξης εδώ.
29/11/10 0 σκέψεις

Αγνωστες Χ σε επανάληψη




(Αυτή η ιστορία θα ξεκινήσει από το τέλος και θα φτάσει στην αρχή. Οταν η ζωή φέρνει τα πράγματα τόσο ανάποδα, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι ιστορίες της είναι να ακολουθούν αδιαμαρτύρητα την ίδια αντίστροφη πορεία).

Η άγνωστη Χ κατέβηκε στον τερματικό σταθμό του Μετρό. Η ώρα ήταν πια περασμένη. Ηταν το τελευταίο δρομολόγιο. Το ήξερε και ακούμπησε ανακουφισμένη το σώμα της στην άκρη ενός πλαστικού καθίσματος. Στα χέρια της κρατούσε κομμάτια ενός σκισμένου εισιτηρίου και τους χαμογελούσε. Τους χαμογελούσε και τους μιλούσε.

Υστερα, τα έσφιγγε στις παλάμες της και τα πλησίαζε στα αυτιά της. Εκανε σαν κάτι να άκουγε και χαμογελούσε ξανά. Εξω είχε σκοτάδι, στο υπόγειό της φως και αυτές τις κινήσεις θα έκανε για πολλές ώρες ακόμα. Αυτές τις κινήσεις κάνει κάθε μέρα, περιμένοντας το ίδιο πρωινό δρομολόγιο προς διαφορετική άγνωστη και άσκοπη κατεύθυνση.

Η άγνωστη Χ μπήκε στο βαγόνι βιαστικά. Η μπεζ ρόμπα της πιάστηκε στις πόρτες και οι πλαστικές σαγιονάρες της κρατήθηκαν με δυσκολία στα πόδια της. Μιλούσε και κοιτούσε τα λευκά φώτα και τις χειρολαβές. Οσοι πέρασαν και έγιναν διπλανοί της για μια στιγμή, απέφευγαν να την κοιτάξουν στο πρόσωπο κι αυτό επέμενε να καθρεφτίζεται στο τζάμι.

Οι χαρακιές του ήταν τόσο βαθιές που θα έμεναν σημάδια για πάντα. Μιλούσε, γελούσε και άγγιζε νευρικά τις τομές στα μάγουλα και στο μέτωπό της. Ηταν σαν να τις έκανε η ίδια στον εαυτό της. Ηταν σαν να είχε μόνο τον εαυτό της για να πληγώνει.

Η άγνωστη Χ θυμόταν σπάνια κάποια εικόνα από τη ζωή της. Η μόνη της έντονη ανάμνηση ήταν οι χούφτες της γεμάτες νοτισμένο από τη βροχή χώμα σε ένα καταπράσινο δάσος. Κι αυτή όμως, άρχισε με τον καιρό να ξεθωριάζει. Οσα βράδια κοιμόταν, ονειρευόταν πια σωρούς από πολύχρωμα χάπια. Οσα πρωινά ξυπνούσε, ήταν αναγκασμένη να τα καταπιεί μαζί με λίτρα κρύου νερού. Φορώντας μια μπεζ ρόμπα και τις πλαστικές της σαγιονάρες, έτρεξε μακριά. Ηθελε να πάρει αέρα και κατέβηκε τα σκαλιά της στάσης του Μετρό. Μάζεψε συνωμοτικά από το πάτωμα ένα πεσμένο εισιτήριο και ένιωσε περήφανη για την απόδραση της. Ηταν κάτι που έκανε πρώτη φορά. Ηταν κάτι που ξεχνούσε πως έκανε κάθε μέρα.









24/11/10 3 σκέψεις

Παιδική εργασία και εκμετάλλευση. Διαχρονικά.

Φωτ. Lewis Hine, «Five year old cotton picker», 1916.
22/11/10 0 σκέψεις

Φάντασμα σε καπνομάγαζο.



Μαντρωμένος σε μια εγκατάλειψη. Αυτό είσαι. Η αλήθεια πονάει, το ξέρω. Το ξέρεις. Πάνε κάτι μέρες τώρα που τις μόνες πόρτες διαφυγής σου τις σφράγισε μια τυπική διαδικασία. Ηλεκτροσυγκόλληση τη λένε. Συστηθήκατε τώρα πια. Οι εργάτες έβαλαν φωνή και δεν απάντησες. Δεν είσαι ζωντανός, πώς να το κάνεις; Τα φαντάσματα δεν μιλούν, μόνο τρομάζουν. Τους άλλους. Εκλεισαν οι πόρτες μια για πάντα. Τόσο τυπικά. Το παρατημένο καπνομάγαζο δεν θα βαφτεί, δεν θα γκρεμιστεί, δεν θα αξιοποιηθεί. Απλώς δε θα ζει κανείς παρασιτικά μέσα του.

Εκτός από σένα. Βέβαια εσύ δεν ζεις παρασιτικά σε αυτό. Δε ζεις. Είσαι ένα καπνισμένο φάντασμα μιας νεκρής εποχής. Γλίστρησες στον τοίχο, άνοιξες πληγές στην πλάτη σου και σωριάστηκες σε μια γωνία. Είναι σαν να σε βλέπω. Περιτριγυρισμένος από χιλιάδες μισόλιτρα γάλατα. Γάλα δεν έδιναν πάντα στις γυναίκες που έτριβαν στα χέρια τους καπνά; Τους ρουφούσαν το οξυγόνο και τους χάριζαν ασβέστιο. Λες και μπορεί το ένα να αντικαταστήσει το άλλο.

Χτύπα. Δεν ακούγεσαι, δεν προκαλείς καν θόρυβο. Δεν μπορείς να το κάνεις. Τα βράδια που περνούσα έξω από σένα, σε φοβόμουν. Τα βράδια που περνάω έξω από σένα, σε φοβάμαι. Αν όχι εσένα, το κτίριο που έγινε επίσημα ο σφραγισμένος σου τάφος. Μου θύμιζε πάντα το ερημωμένο αρχοντικό που είχε πλάσει η φαντασία μου στα δώδεκά μου. Τότε που ο δάσκαλος μου είχε προτείνει να γράψω ένα βιβλίο και εγώ τον πίστεψα, πίστεψα ότι μπορώ και άρχισα να ταξιδεύω με το μυαλό μου. Σκέφτηκα μια εγκαταλειμένη έπαυλη σε ένα αχανές δάσος, μια παρέα παιδιών που δεν δίστασε να την εξερευνήσει και μια όμορφη πριγκίπισσα παγιδευμένη στον καθρέφτη της. Κάθε ρωγμή του και μια περιπέτεια. Αυτό φοβάμαι. Ξεκίνησα κάτι που δεν τελείωσα ποτέ. Και για κάποιον περίεργο λόγο, φταις κι εσύ για αυτό. Εσύ και η προκλητική φωλιά σου. Οσο περνάω από μπροστά σου, θα θυμάμαι πως κάτι πίσω μου έχω αφήσει ημιτελές. Κάτι που όσο δεν θα τελειώνει, δεν θα τελειώνεις κι εσύ.

Δηλητήριο. Δηλητηριώδης υπήρξες μέχρι να εξαϋλωθείς. Το γράφει κι η ταλαιπωρημένη από τις σταγόνες της βροχής ταφόπλακά σου. Είναι σαν να σε βλέπω. Στριμωγμένος από γάλατα και με μια τεράστια, γελοία μάσκα να σε προστατεύει. Να προστατεύει τι; Δεν κινδυνεύεις. Δεν πρόκειται να αρρωστήσεις. Εσύ και το κτίριο που αγάπησες να εγκλωβίζεσαι μέσα του μολύνατε όσες γυναίκες μπορέσατε. Αυτό ήταν. Τις μολύνατε μέχρι το κόκκαλο. Και τότε ήταν που χαρίζατε σε αυτές και τα παιδιά τους διπλή μερίδα γάλατα. Τους ενός λίτρου, όχι του μισού. Λες και το γάλα ξεπλένει τις τύψεις.

Αυτό είναι. Είσαι καταδικασμένος να μη ζεις αλλά ούτε και να ζεις σε ένα ερειπωμένο καπνομάγαζο, ποτισμένο με χημικά και με κλεισούρα, σφραγισμένο για πάντα, δίπλα σε ληγμένα κουτιά της μεβγάλ και σε θρυμματισμένο καπνό. Γεμάτος από τύψεις. Ενα άδειο φάντασμα γεμάτο από τύψεις.
20/11/10 2 σκέψεις

Θεατρική συμβατικότητα ζωής.

Περπάτησε πέντε μέτρα για να φτάσει στο κέντρο της σκηνής. Τα πόδια του δεν έτρεμαν, ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Γεννήθηκε σχεδόν αλαζονικός. Ο μοναδικός θεατής του βρισκόταν στην πρώτη σειρά μιας τεράστιας αίθουσας. Αδεια όλη η υπόλοιπη αίθουσα. Μόνο ο άνθρωπος επί σκηνής και ο άνθρωπος κάτω από αυτή. Ο Ανθρωπος ηθοποιός και ο Ανθρωπος θεατής.

Ανθρωπος - Ηθοποιός: «Θα σας παρουσιάσω έναν μονόλογο από το έργο με τίτλο ''Η δική σου Ζωή''. Καλό θα ήταν να μην παραβιάσουμε τους όρους της θεατρικής σύμβασης. Θα ήθελα κι εσείς να υποδυθείτε το ρόλο του εξημερωμένου θεατή που κάθεται αναπαυτικά στη θέση του και αποδέχεται πως για τις επόμενες δύο ώρες θα παρακολουθήσει έναν ηθοποιό να ερμηνεύει υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη του. Κάθε ίχνος συμμετοχής σας απαγορεύεται ρητά. Εσείς μόνο βλέπετε και αφομοιώνετε χωρίς αντιρρήσεις. Εσείς μόνο καταναλώνετε τις γραμμές του έργου ''Η δική σου Ζωή'' και βαρυστομαχιάζετε. Επιτρέπεται η χρήση αναψυκτικού για αυτή την περίπτωση. Εαν το θελήσετε, μπορείτε και να κοιμηθείτε. Εγώ θα συνεχίζω να ερμηνεύω την ''δική σου Ζωή'' και εσείς θα ονειρεύεστε με μάτια κλειστά. Οταν τελειώσω, θα σας παρακαλέσω να χειροκροτήσετε θερμά. Αυτό άλλωστε επιβάλλει μια πετυχημένη και από τους δυο μας αποδεκτή θεατρική σύμβαση. Είμαστε σύμφωνοι; Με συγχωρείτε για το ερωτηματικό..Είμαστε σύμφωνοι. Δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς. Εχετε έρθει εδώ για να παρακολουθήσετε το έργο ''Η δική σου Ζωή'' και αυτό θα κάνετε. Αυτό υπαγορεύει η θεατρική σύμβαση».

Ο Ανθρωπος - θεατής τον άκουγε μαγεμένος. Αν μπορούσε να κρεμαστεί από τα χείλη του, θα το έκανε. Είχε την ευκαιρία να δει ζωντανά τον Ανθρωπο - ηθοποιό στο έργο «Η δική σου Ζωή». «Η δική μου Ζωή», σκέφτηκε. «Θα την απολαύσω βυθισμένος σε μια κόκκινη, βελούδινη θέση. Θα την καταναλώσω μέχρι να γίνει το στομάχι μου βαρύ. Θα πιω ένα αναψυκτικό για να ηρεμήσω. Θα κοιμηθώ όταν νυστάξω. Θα ξυπνήσω και θα χειροκροτήσω. Κι ύστερα θα γυρίσω σπίτι έχοντας ζήσει την ωραιότερη εμπειρία της ζωής μου. Της δικής μου Ζωής. Θα την έχω παρακολουθήσει αμέτοχος και χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να αναλάβω καμιά ευθύνη.

Κάποτε είχα κάνει το λάθος να αμφισβητήσω τη θεατρική σύμβαση. Είχα ακούσει από κάποιους αιρετικούς για τη ρήξη του τέταρτου τοίχου και τη συμμετοχή του κοινού σε μια παράσταση. Για μια διαλεκτική που μπορούσε να αναπτυχθεί ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή την ώρα που το έργο βρισκόταν σε εξέλιξη.

Ηταν λάθος μου που έκανα το λάθος να σκεφτώ (κάτι τέτοιο). Η παράσταση «Η δική σου Ζωή» με τη συμμετοχή μου; Η δική μου Ζωή με τη συμμετοχή μου; Πώς μπόρεσε να μου περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό; Συγνώμη από τα βάθη της αναπαυτικής και ανεύθυνής μου θέσης».
1 σκέψεις

Φοβού.


Δεν πιστεύω και δεν φοβάμαι να μην πιστεύω για να μη φοβάμαι όταν δεν πιστεύω ότι φοβάμαι να φοβάμαι.
18/11/10 2 σκέψεις

Θάλασσα με πεταλούδες


Δε ξέρω τι σημαίνει. Και ούτε θέλω να μάθω. Κακώς, θα μου πεις. Καλώς, θα απαντήσω. Δε θέλω να ξέρω το παρελθόν μιας εικόνας τόσο δυνατής στα μάτια μου. Θέλω να χαρακτηρίσει το παρόν μου. Και το μέλλον μου. Οταν βρω τη δύναμη, θα τη «χτυπήσω» τατουάζ. Είναι μια μονιμότητα που δεν με τρομάζει. Είναι «εγώ».

Οταν εκεί που περπατάς, κοιτάζεις γύρω σου και θέλεις να πυροβοληθείς. Οταν η μόνη διαφυγή μοιάζει να είναι ««ένα πιστόλι στον κρόταφο» ή μάλλον «ένας κρόταφος στο πιστόλι». Οταν θέλεις στη θέση του αίματος να στάξουν πεταλούδες. Δεν έχει σημασία τι χρώμα. Αρκεί να είναι πεταλούδες. Κι έτσι, από ό,τι πιο μαύρο, να γεννηθεί ελπίδα. Και να «βεβηλώσει» τα πάντα γύρω σου. Να είσαι η αφανής πηγή μιας θάλασσας προοπτικών. Μια θάλασσα βαθιά που αντί για ψάρια, θα 'χει πεταλούδες. Γιατί;

Επειδή δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο από πεταλούδες που γεννήθηκαν από αίμα.

16/11/10 1 σκέψεις

Ποτέ δεν φταίω μόνο εσύ/ Ποτέ δε φταις μόνο εγώ.



Το πιστόλι στον κρόταφο;









ή ο κρόταφος στο πιστόλι;
11/11/10 1 σκέψεις

Λεπροί. Υγιείς. Καμιά επίλυση



Θεσσαλονίκη. Πλάκα και Σπιναλόγκα μαζί. Λεπροί και υγιείς ριγμένοι στην ίδια στεριά. Καμιά θάλασσα ανάμεσά τους, καμιά βάρκα δε χρειάζεται για να φτάσει ο ένας στον άλλο. Προκαταλήψεις και πληγές που δεν κλείνουν στα ίδια πεζοδρόμια. Λεπροί και υγιείς κοιτάζονται στους καθρέφτες των ίδιων αυτοκινήτων αλλά ποτέ δεν διασταυρώνουν τα βλέμματά τους. Στα ίδια τετραγωνικά, οι ξεχασμένοι από θεούς υπενθυμίζουν τον πόνο σε όσους έχουν ξεχάσει να είναι άνθρωποι. Κανένα προστατευτικό πλέγμα, οι γυάλινοι κόσμοι σπάνε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Ραγίσματα. Σιωπηρά, συνάμα τόσο διαπεραστικά «κραυγίσματα». 


Στα σούπερ μάρκετ του Βαρδάρη, κυκλοφορούν μύγες. Στις ουρές των ταμείων περιμένουν οι λεπροί και μαζί τους οι μύγες. Ζουν μαζί. Οι λεπροί που έχουν για κατοικίδιο μια μύγα και οι υγιείς που έχουν για κατοικίδιο ένα τεριέ. Μοιράζονται τον ίδιο αέρα, είτε το θέλουν είτε όχι. Αυτοί και τα κατοικίδιά τους. Η μύγα ενοχλεί τον σκύλο, ο λεπρός τον υγιή. Ακουμπάει ο ένας τον άλλο, το ένα το άλλο τυχαία στο δρόμο και ανατριχιάζουν. Οι μεν για όσα θα ήθελαν να είναι και ποτέ δεν μπόρεσαν, οι δε για όσα φοβούνται ότι θα γίνουν, μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας. 


Λεπροί με το ένα χέρι μακρύτερο από το άλλο. Περπατούν δυσανάλογα κατακερματίζοντας την αναλογία. Προσπαθούν να κρύψουν από τους πολλούς τη μοναδικότητά τους. Κακώς. Οι πολλοί, οι υγιείς δεν τολμούν να τους κοιτάξουν ούτε στα μάτια ούτε στα χέρια. Οταν φοβάσαι, όταν ιδρώνεις από το φόβο και σφίγγεις τις παλάμες μέχρι να ματώσουν κλείνεις τα μάτια, απεύχεσαι και σκέφτεσαι μπλε αμμουδιές και χρυσούς ουρανούς. Μέχρι να περάσει ο εφιάλτης. Μέχρι να φύγει μίλια μακριά. Κι όταν ξέρεις ότι δεν πρόκειται να εξαφανιστεί αλλά κρύβεται μερικά τετράγωνα παρακάτω, μαθαίνεις να μην κοιτάς. Αλλά ξέρεις πως ζει. Ξέρεις πως ζει μαζί σου, και πως όσο και να το ξεχνάς παροδικά, είναι πιο μόνιμο από ότι μόνιμο έχεις υποθέσει πως γνωρίζεις. 


Και δεν υπάρχει καμιά επίλυση.
Υπάρχει μόνο παράλυση.
Η μόνη παράλυση και η τόσο αναπόφευκτη.


(Φωτ. από deviantart.com, «beggar kid by erenerdem»)

8/11/10 5 σκέψεις

Ποτέ την Κυριακή (τρία κεφάλαια για τις εκλογές)



Κεφάλαιο 1ο

Ας το πάρουμε από την αρχή, μήπως και βρούμε τη ρίζα του κακού. Ο άνθρωπος λοιπόν, από τότε που πάτησε το πόδι του στη γη και αποφάσισε να απαρνηθεί τη μοναξιά του για να δοκιμάσει τη συντροφιά του συνανθρώπου του, ήθελε να ανήκει κάπου. Δεν είχε σημασία πού, αρκεί να μπορούσε να εξασφαλίζει μέσα από τη συνεργασία την τροφή του.

Τα (δισεκατομμύρια) χρόνια πέρασαν. Ο άνθρωπος συνεχίζει να νιώθει διαρκώς την ανάγκη να ανήκει κάπου. Εξακολουθεί να μην έχει σημασία το «πού». Σήμερα λοιπόν αυτή η επιθυμία του ονομάζεται «κοινωνικοποίηση». Ξεκινά από το σχολείο, τις παιδικές ομάδες ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, το μπαλέτο, το καράτε, τις θεατρικές ομάδες, τις χορωδίες. Κάνει όλον αυτόν τον δημιουργικό και πολύ ενδιαφέροντα κύκλο, για να καταλήξει στα κόμματα.

Ναι. Σήμερα ένας ενήλικος άνθρωπος θέλει να ανήκει κάπου και το «πού ακριβώς» παίρνει σαφή σάρκα και οστά, παρ' όλο που εξακολουθεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία. Στα κόμματα, λοιπόν, ο άνθρωπος βρίσκει μία τεράστια ομπρέλα. Νομίζει ότι αυτή θα τον προστατέψει από τα σύννεφα που βρέχουν ανασφάλειες αλλά και από τις άλλες ομπρέλες διαφορετικού χρώματος, για τις οποίες έχει πειστεί ότι θέλουν το κακό του και το κακό της δικής του, αγαπημένης ομπρέλας. Αδυνατεί βέβαια να καταλάβει πως η κάθε ομπρέλα θέλει μόνο το καλό της και πως χρειάζεται τον ίδιο και άλλους ομοίους του μόνο και μόνο για να την κρατούν με την προσπάθεια και την εμμονή τους ανοιχτή.

Αδυνατεί γενικότερα ο άνθρωπος. Κι οι ομπρέλες μένουν ορθάνοιχτες, ακόμη κι όταν στον ουρανό κρέμεται ένας τεράστιος ήλιος.

Κεφάλαιο 2

Σάββατο βράδυ, παραμονή της 7ης Νοεμβρίου. Λίγες ώρες απέμεναν για τις υψίστης σημασίας αυτοδιοικητικές εκλογές. Η πόρτα του δωματίου μου δέχτηκε δύο δειλά, διακριτικά χτυπήματα. «Ναι», είπα. Ηταν ο πατέρας μου, όπως το είχα φανταστεί.

- «Εεεε...Εκλογές αύριο, ε;», μου είπε αμήχανα.
- «Ναι».
- «Ξέρεις τι θα κάνεις, ε;»
- «Τι θα κάνω;»
- «Το σωστό. Τον τάδε θα ψηφίσεις».
- «Οποιον θέλω θα ψηφίσω».
- «Μην κάνεις έτσι τώρα. Είναι φίλος μας. Για ό, τι χρειαστούμε, εκεί θα είναι».
- «Εντάξει», είπα. Κι έκλεισε η πόρτα. Και χαμογέλασα. Ας τον αφήσω να πιστεύει αυτό που θέλει να πιστεύει. Α, ρε πατέρα. Α, ρε κάθε πατέρα σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τι να μου είναι πιο στενάχωρο; Το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν από τα βάθη της καρδιάς τους σε διεφθαρμένους μηχανισμούς όπως είναι τα κόμματα, ή το γεγονός ότι υπάρχουν οι άλλοι, οι ακόμη περισσότεροι, που μέσω των κομμάτων επιδιώκουν ξεκάθαρα το προσωπικό τους όφελος; 

Δεν έχω βρει ακόμη την απάντηση.

Κεφάλαιο 3

Από το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρέθηκα από το πρωί της Κυριακής έως το πρωί της επόμενης ημέρας, πέρασαν 246 ταυτότητες και 246 ζευγάρια χέρια. Οι πρώτες ήταν αυτές που νομιμοποιούσαν τα δεύτερα να επιλέξουν ποιον θα σταυρώσουν, ποιον θα τιμήσουν ρίχνοντάς τον σε μια κάλπη.

Πέρασαν μεγάλες γυναίκες, ηλικιωμένοι άντρες, κομματικοποιημένοι 35άρηδες, αδιάφοροι νεαροί και νεαρές, παιδιά. Πολλά παιδιά κάτω των δέκα. Περίμεναν τους γονείς τους καθισμένα σε καρέκλες, όσο εκείνοι ασκούσαν το εκλογικό τους δικαίωμα. Κουνούσαν τα πόδια τους πέρα δώθε, και στο δώθε τα χτυπούσαν με δύναμη στο ξύλο. Το έβρισκαν αστείο. Οπως και το γεγονός ότι έβλεπαν μόνο τα πόδια της μαμάς, όταν αυτή έμπαινε για λίγα λεπτά «σε ένα κουτί με μπλε κουρτίνα και ένα χρωματιστό κουδούνι που έγραφε ''εκλογές''.

Ενας ξανθός άγγελος με όλη τη θάλασσα στα μάτια του, χαμογελούσε παιχνιδιάρικα. Το πρόσωπο του έλαμπε. Η Α. τον ρώτησε:

- «Πολύ χαμογελάς εσύ, μικρέ. Σου αρέσουν τόσο πολύ οι εκλογές;»
- «Ναι. Μου αρέσουν. Πολύ».
- «Και γιατί τόσο πολύ;»
- «Γιατί ψηφίζω».

Μακάρι να μπορούσα να ηχογραφήσω την απάντηση που έδωσε στα τρία του χρόνια και να του την χαρίσω στα δεκαοχτώ του. Να θυμηθεί για ποιο πράγμα αισθάνθηκε χαρούμενος μια Κυριακή του Νοέμβρη του 2010.

Για ένα δικαίωμα που θα τον προδίδει συνεχώς, μιας και δεν πρόκειται ποτέ - δυστυχώς - να αλλάξει τα πράγματα, όσο σωστά και ολοκληρωμένα κι αν ασκείται. Ποτέ.

Ποτέ την Κυριακή.
6/11/10 2 σκέψεις

Μόνο μη μου πεις πού.



Εβρεχε εκείνο το βράδυ, έβρεχε
ανέβηκα τα σκαλιά κανείς στην κάμαρα
Έβρεχε. Eτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα
Έβρεχε.

«Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον!», έγραφε
Αγαπώ άλλον;
Πού είσαι; Πού να πάω;
Φυσάει, κρυώνω.
Πού είσαι; Πού να πάω;
Φυσάει, κρυώνω.
Οι δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα, έβρεχε

Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ' τις ομπρέλες τους
σε λίγο θα ανάβουνε το φως
Θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάν από πάνω τους όλη τη μοναξιά
Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους
Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι και αυτό;
Έβρεχε.

«Αγαπώ άλλον!»
Με κόκκινα πελώρια γράμματα θα 'ταν υπέροχη διαφήμιση
γιατί όχι και αυτό: «Αγαπώ άλλον!»
«Θα αγαπώ άλλον»
Πού είσαι;
Πού να πάω;
Φυσάει, κρυώνω.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου
σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη.
 
;