28/2/10 0 σκέψεις

Ωρες - ώρες . . .



Είναι μία από εκείνες τις φορές που δεν ξέρεις τι να γράψεις και όμως θέλεις να το κάνεις. Δεν ξέρω αν είναι κάποιου είδους ανωμαλία, φαντάζομαι θα συμβαίνει και σε άλλα παραλυμένα χέρια γυρω μου.

Είναι άλλο ένα Σάββατο, άλλη μια Κυριακή και θα γίνει άλλη μια Δευτέρα. Περιμένω κοιτάζοντας το ρολόι και σπρώχνω τους δείκτες να πάνε ένα βήμα παρακάτω. Να βγει ο ήλιος, να δύσει ο ήλιος. Να περάσουν οι μέρες σαν να ΄ναι σύννεφα, πουλιά και τρένα. Αρκεί να μην μένω πίσω, διαβάζοντας για την αποτυχία που διαφέρει από την επιτυχία μόνο κατά τρία γράμματα. Αρκεί να βγω μπροστά και να τα βρω αυτά τα ρημάδια τα γράμματα, να τα κάνω δικά μου. Μιας και τα δικά «μας» έχουν χαθεί από καιρό.
23/2/10 2 σκέψεις

Τ(ρ)αγεψα(ρ)ικό.



Είναι κάτι τύποι σφηνωμένοι σε κα(ρ)έκλες. Αναπνέουν μέσα από τα (ρ)οδάκια τους και η σά(ρ)κα τους κολλάει από τον ιδ(ρ)ώτα του τίποτα στο δε(ρ)μάτινο κάθισμα. Είναι αυτές οι ανθ(ρ)ωπόμορφες φούσκες που την β(ρ)ίσκουν να κάνουν μαθήματα και (ρ)ητο(ρ)ίες. Κι ας μοιάζει η υπογ(ρ)αφή τους ακόμα με σταυ(ρ)ό. Είναι αυτοί που χει(ρ)οκροτούν π(ρ)ωτότυπες λύσεις και π(ρ)οτάσεις αλλά δεν κουνούν ούτε το μικρό, χοντ(ρ)όπετσο δαχτυλάκι τους για να φέρουν την αλλαγή.

Το μεγάλο ψά(ρ)ι τ(ρ)ώει ακόμα το μικ(ρ)ό. Ετσι είναι ο νόμος της φύσης, που ποτέ και από κανέναν δεν κ(ρ)ίθηκε αντισυνταγματικός. Αλλά φυλάξου καλά πίσω από τον σκελετό ...των γυαλιών σου. Κάποτε θα μεγαλώσω και το μεγάλο ψά(ρ)ι θα φάει το αμέσως μεγαλύτε(ρ)ο.
17/2/10 1 σκέψεις

Χρόνια λίγα...

14/2/10 0 σκέψεις

Πάγωσα...


Οταν ο χρόνος μέσα μου παγώνει, τότε είναι που θέλω να πάψω να σκέφτομαι. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν δεν σκεφτόμουν. Αν σταματούσα να σκεφτόμουν, δεν θα ήμουν εγώ. Και τώρα που παραμένω ''εγώ'', τι κατάλαβα; Ακόμα παγώνει ο χρόνος, και μέσα και έξω και διαρκώς. Και μαζί του παγώνω κι εγώ. Και παγιώνομαι στο ''εγώ'' μου.
11/2/10 2 σκέψεις

Χωρίς λόγια...Χωρίς λόγο

10/2/10 0 σκέψεις

Καβάτζα όπως λέμε Καρκίνος


Είχα καιρό να κάνω κουβέντα με ένα διαφορετικό μήκος κύματος. Κι εκεί που προσπαθούσα να του εξηγήσω πως η λάμψη στο μάτι μου κινδυνεύει να σβήσει, άκουσα την λέξη Καβάτζα. Κι ένιωσα σαν να άκουσα την λέξη Καρκίνος. Και μετά νόμισα πως θα πεταχτεί κάποιος από το συρτάρι, ή έστω από το διπλανό γραφείο, και θα φωνάξει:«Κατ, πάμε πάλι από την αρχή». Αλλά κανείς δεν πετάχτηκε και συνέχισα να ακούω χέρια να βαράνε πληκτρολόγια και τηλέφωνα να χτυπάνε υπερωρίες.

Καβάτζα. Ηξερα από πολύ μικρή «τι θα ήθελα να γίνω όταν μεγάλωσω». Και μου δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθώ μαζί του πριν καν μεγαλώσω. Ηθελα να γράφω για να μην βαριέμαι. Να γνωρίζω κάθε μέρα ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων για να μπορέσω κάποτε να γνωρίσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Να γράφω για να συγκινώ και να συγκινούμαι, κι ας μην το έχω καταφέρει ακόμα. Θα αργήσω να το καταφέρω αλλά νιώθω πως κάποια στιγμή θα το κάνω.

Και ξαφνικά βρίσκομαι να ασχολούμαι με αγοραπωλησίες, ενοικιάσεις, μεσίτες, εργολάβους, ιδιοκτήτες ακινήτων και ουφ... Η μάνα μου χάρηκε που είδε το όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία και έντονα γράμματα. Την δικαιολογώ και το ξέρει. Μόνο τον εαυτό μου δεν θα δικαιολογήσω αν πέσω στην παγίδα της Καβάτζας. Αν συμβιβαστώ με «ένα φύλλο που πουλάει» αλλά για μένα είναι άψυχο. Γιατί υπάρχει και το έμψυχο χαρτί, εκείνο που του δίνουμε εμείς την ψυχή μας για να αναπνεύσει. Και εκείνο, το δικό μου έμψυχο χαρτί, δεν βαραίνει από ποσοστά επί τοις εκατό και ανούσια νούμερα. Βαθαίνει από ιστορίες. Τις όποιες ιστορίες, των όποιων οι ιστορίες. Ω, ιστορίες...
 
;