Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
15/12/12 0 σκέψεις

Άν... (2012)


*της Κικής Μουστακίδου


Με μια θαρραλέα απόφαση, σχεδόν στα όρια της πολιτικής πράξης, αρνούμαι να επιτρέψω στη γυναικεία φύση μου να εντυπωσιαστεί από τις εξιδανικευμένες κινηματογραφικές εικόνες του Χριστόφορου Παπακαλιάτη και το παρόν κείμενο είναι η απόδειξη. Το «Αν…» είναι μια ταινία που αφηγείται δύο διαφορετικά ενδεχόμενα, όπως θα προέκυπταν από δύο διαφορετικές, στιγμιαίες επιλογές. Τι θα γινόταν αν η Χριστίνα έμπαινε νωρίτερα στη ζωή του Δημήτρη και τι θα συνέβαινε αν η γνωριμία τους καθυστερούσε μερικά χρόνια. 

Ο δημοφιλής σκηνοθέτης και σεναριογράφος επιχείρησε να συνθέσει μια ερωτική ιστορία με φόντο την Αθήνα της κρίσης και με τα κοινωνικοοικονομικά αδιέξοδα να δρουν καταλυτικά στην πλοκή. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερε. Το μεγάλο ζήτημα της ανεργίας για παράδειγμα, που φέρεται να απασχολεί το νεαρό ζευγάρι, προσεγγίζεται επιφανειακά μέσα από τους στιλιζαρισμένους διαλόγους και καταντά άλλοθι καλλιτεχνικής συμβατότητας με την πραγματικότητα. Επίσης, το δέσιμο των δύο ηθοποιών δεν επιτυγχάνεται ποτέ επί της ουσίας, με την Μαρίνα Καλογήρου να ασφυκτιά μέσα στις λέξεις που έγραψε για αυτήν η εμπορική πένα του συμπρωταγωνιστή της. 

Ευχάριστες στιγμές προσφέρει στην ταινία το δίδυμο Μάρω Κοντού – Γιώργος Κωνσταντίνου, που ως Ελενίτσα και Αντωνάκης που μεγάλωσαν μέσα στα χρόνια και παραμένουν ακόμα μαζί, αποκτούν ρόλο αφηγητή και χαρίζουν στην αίθουσα λίγη από τη γλύκα του παρελθόντος. Γενικότερα, η ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη μοιάζει να έχει γυριστεί ως ένα γλυκανάλατο σύννεφο με μια επίφαση κρίσης. Δυο ώρες εξωραϊσμένης πλευράς των πάντων μπορεί να κόβουν χιλιάδες εισιτήρια αλλά δε φέρνουν την κινηματογραφική άνοιξη στην πρώτη προσπάθεια του σκηνοθέτη να ασχοληθεί με τη μεγάλη οθόνη. 

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Φιλμ Νουάρ», 13.12.2012
3/11/12 0 σκέψεις

Σκότωσέ τους γλυκά (2012)



*της Κικής Μουστακίδου 

Με μια αρχική σκηνή που θα μπορούσε να είναι φινάλε και το αντίστροφο, η τρίτη ταινία του Άντριου Ντόμινικ προσφέρει δυνατές στιγμές που δυσκολεύονται να «δέσουν» σε ένα τελικό, εξίσου δυνατό σύνολο. Ξεκάθαρα πολιτικό και αλληγορικό, το φιλμ που διαγωνίστηκε για τον «Χρυσό Φοίνικα» στο Φεστιβάλ των Καννών, φέρνει σε αντιπαραβολή την αμερικανική οικονομία που βρίσκεται υπό κατάρρευση  με τη δράση του υποκόσμου που εξακολουθεί να απολαμβάνει τη δική της άνθηση, μέσα σε ένα καθεστώς επικράτησης του μεγάλου ψαριού και πίστης στο χρήμα.

Ο Τζάκι Κόγκαν (Μπραντ Πιτ) είναι ένας επαγγελματίας μπράβος που αναλαμβάνει να εντοπίσει και να σκοτώσει τους δράστες που λήστεψαν ένα παιχνίδι πόκερ, το οποίο διεξαγόταν υπό την προστασία της Μαφίας. Αυτή είναι με μια φράση η σύνοψη της ταινίας που θα βάδιζε στα βαρετά χνάρια του άφθονου αίματος αν δεν συνοδευόταν από αποσπάσματα προεκλογικών ομιλιών του Ομπάμα. Εύστοχη επιλογή ως σχόλιο επάνω στο αμερικανικό όνειρο που έχει πια πεθάνει αλλά εξυπηρετεί να μοιάζει ζωντανό, την ίδια στιγμή που ένας πληρωμένος δολοφόνος συνηθίζει να κάνει ό, τι και οι κυβερνήσεις της χώρας του: να σκοτώνει γλυκά. Το casting της ταινίας είναι εξαιρετικό, όπως και η φωτογραφία της, συλλαμβάνοντας με ειλικρίνεια τα κάδρα της εξαθλίωσης ενός κράτους που αρέσκεται να είναι γνωστό για τα φώτα και τη λάμψη του.  Ωστόσο, πέφτει στην παγίδα της «κοιλιάς» περίπου στη μέση της διάρκειάς της, κατά την έλευση ενός βοηθού εκτελεστή και από εκεί και έπειτα, το μόνο αξιομνημόνευτο είναι η τελευταία ατάκα του Μπραντ Πιτ: «Η Αμερική δεν είναι χώρα, είναι μπίζνες».  

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Φιλμ Νουάρ», 01.11.2012
21/10/12 0 σκέψεις

Chinese take - away / Η αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό (2012)



*της Κικής Μουστακίδου

Αυτό το αργεντίνικο χάρμα οφθαλμών με τον μακρόσυρτο τίτλο είναι μια ταινία που προσφέρει γέλιο, συγκίνηση και έναν υπόγειο προβληματισμό για την ίδια τη ζωή σε γενναίες και κυρίως, ανόθευτες δόσεις. Στη μεγάλη οθόνη ζωντανεύει η ιστορία του Ρομπέρτο (Ρικάρντο Ντάριν), ενός μοναχικού και γκρινιάρη εργένη, του οποίου η ρουτίνα διαταράσσεται όταν μπαίνει στη ζωή του τυχαία ο Τζουν (Ιγκνάσιο Χουάνγκ), ένας Κινέζος που δε γνωρίζει ούτε μια λέξη στα ισπανικά. Το παράξενο ζευγάρι, που δυσκολεύεται να συμβιώσει αρμονικά, έχει μονάχα ένα κοινό σημείο και το μαθαίνει στο τέλος της ολιγοήμερης περιπέτειάς του: ο ένας συλλέγει περίεργες ειδήσεις που έχουν τραγική κατάληξη, κι ο άλλος έχει υπάρξει πρωταγωνιστής σε μία από αυτές.

Η ταινία βλέπεται ευχάριστα και συνδυάζει το διαρκές μειδίαμα με σχόλια επάνω στη μοναξιά, το παράλογο νόημα της ζωής και την ίδια την αγάπη, που κυλά σε λανθάνουσα μορφή σε κάθε ανθρώπινη φλέβα κι ενεργοποιείται και στις πιο αναπάντεχες σχέσεις. Οι δύο πρωταγωνιστές έχουν εξαιρετική χημεία μεταξύ τους και απογειώνουν τις σκηνές με τις συνεννοήσεις τους στη γλώσσα του σώματος και της συνήθειας. Επίσης, είναι ένα έργο που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, πράγμα που επιτείνει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τέχνη του κινηματογράφου μέσα από ανορθόδοξα μονοπάτια. Ταυτόχρονα, η ταινία προβάλλεται στη χώρα μας την πλέον κατάλληλη περίοδο, με το μεταναστευτικό ζήτημα να θεωρείται από πολλούς μια αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό και την αργεντίνικη παραγωγή να δηλώνει ευθαρσώς πως «όλα γίνονται για κάποιο λόγο», ακόμα και όταν συναντιέται ένας Ισπανόφωνος με έναν Κινέζο εντελώς ξαφνικά.  

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Φιλμ Νουάρ», 18.10.2012
9/10/12 0 σκέψεις

Cosmopolis (2012)



Είναι μερικές ταινίες που, όσο και να θέλεις να τις υποστηρίξεις επειδή ακουμπούν σε σύγχρονους προβληματισμούς, δεν σου επιτρέπουν να το κάνεις. Το φιλμ του Κρόνενμπεργκ ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, πράγμα πολύ λυπηρό για μια προσπάθεια που μοιάζει εναρμονισμένη χρονικά με την εποχή της αλλά ταυτόχρονα, απέχει από τη σωστή εφαρμογή της τέχνης που υπηρετεί. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι η ταινία φέρνει στην επιφάνεια την παρακμή του καπιταλισμού, όπως αυτή συντελείται σήμερα, δίχως όμως να ακολουθεί μια ολοκληρωμένη νοηματική διαδρομή ώστε να την αναδείξει στο έπακρο.

Ο φακός ορίζει ως πρωταγωνιστή τον Έρικ Πάρκερ (Ρόμπερτ Πάτινσον), έναν νεαρό δισεκατομμυριούχο, ο οποίος στο δρόμο για το τακτικό ραντεβού του στο κουρείο, έρχεται αντιμέτωπος με την κατάρρευση της οικονομικής παντοδυναμίας του καθώς και με μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη. Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης εκτυλίσσεται στη θωρακισμένη λιμουζίνα του αντί – ήρωα με απουσία εξωτερικών ήχων, ατμόσφαιρα που συμβολίζει ιδανικά τον εξατομικευμένο χαρακτήρα του κεφαλαίου.

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης δείχνει να εντυπωσιάζεται από τις κοινωνικοοικονομικές αναγνώσεις που τοποθετεί ως φράσεις στα χείλη των ηθοποιών του (η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ντον Ντελίλο) και έτσι, επιχειρώντας να μιλήσει για τα πάντα, μονάχα ψιθυρίζει για αυτά. Πολύ κακή είναι και η επιλογή του Ρόμπερτ Πάτινσον σε έναν τόσο απαιτητικό ρόλο, με τον χλωμό, μονίμως ανέκφραστο αγαπημένο των εφήβων να δίνει ρεσιτάλ αδιάφορης ερμηνείας. Γενικότερα, το «Cosmopolis» θα σου γεννήσει την επιθυμία να γνωρίσεις περισσότερο τον συγγραφέα του παρά τον σκηνοθέτη του και να συγκρατήσεις τσιτάτα όπως το παρακάτω: «Ο χρόνος είναι πια ένα εταιρικό περιουσιακό στοιχείο».    

*Η φωτογραφία δεν επιλέχθηκε τυχαία..                                                                   

30/9/12 0 σκέψεις

Take this waltz (2012)


της Κικής Μουστακίδου*


Όταν μια γυναίκα σκηνοθετεί μια ταινία για την ίδια τη γυναικεία φύση, τα θηλυκά μάτια ταυτίζονται και τα αρσενικά πασχίζουν (και πάλι) να την καταλάβουν. Η Καναδή Σάρα Πόλεϊ τοποθετεί στην πόλη της, το Τορόντο, τη νεαρή Μάργκο (Μισέλ Γουίλιαμς) και την άνευρη καθημερινότητά της με τον Λου (Σεθ Ρόγκεν), σύζυγό της τα τελευταία πέντε χρόνια. Όταν γνωρίζει το νέο της γείτονα, Ντάνιελ (Λουκ Κίρμπι), ξεκινά να αναπνέει την ανανέωση που προσφέρει η πλατωνική παρουσία του στη ζωή της, πάντοτε με τύψεις για τον παράνομο χαρακτήρα της συναναστροφής τους. Η τελική πορεία των πραγμάτων είναι ένα σχόλιο της δημιουργού απέναντι στους κύκλους, που είναι συναρπαστικοί στο πρώτο τους ημισφαίριο αλλά γίνονται αναπόφευκτα βαρετοί και επαναλαμβανόμενοι στο κλείσιμό τους, όπως αποδεικνύει η περιστροφική κίνηση της κάμερας σε μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας.

Η αισθητική του «Take this waltz», από τα χρώματα που το συνοδεύουν μέχρι το γλυκόπικρό του soundtrack, είναι σαφώς ανώτερη από την ίδια την πλοκή, που σε στιγμές μπλέκεται μέσα στα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει και στερεί τη δυναμική από τις κορυφώσεις της. Η Μισέλ Γουίλιαμς ενσαρκώνει ιδανικά τη μελαγχολική, σχεδόν καταθλιπτική Μάργκο ενώ από τους δύο άντρες, ο Λουκ Κίρμπι υποστηρίζει πιο πειστικά το ρόλο του τρίτου προσώπου, που επιλέγει να μείνει πίσω και να υποφέρει εσωτερικά λόγω της κακής χρονικής συγκυρίας. Το νόημα της ταινίας συνοψίζεται σε μια φράση της ηρωίδας, που παραφρασμένη έχει ως εξής: σε κάθε περίπτωση, είσαι εσύ και η σύγκρουσή σου με το γεγονός ότι είσαι ζωντανός. 

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Φιλμ Νουάρ», 27.09.2012
1/5/12 0 σκέψεις

Perfect Sense (2012)

«It's dark now but they feel each others breath
and they know all they need to know,
they kiss and they feel each others tears on their cheeks 
and if there had been anybody left to see them
then they would look like normal lovers, 
caressing each others faces, 
bodies closed together, 
eyes closed, 
oblivious to the world around them, 
because that is how life goes on.
Like that».



της Κικής Μουστακίδου*

«Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ' το χρόνο κι απ' το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμια ένωση. Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει. Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου». Αν ο Μάικλ (Γιούαν Μακγκρέγκορ) μπορούσε να απαγγείλει στίχους του Γ. Ρίτσου πάνω από τον ώμο της Σούζαν (Έβα Γκριν), θα το έκανε. Θα φώναζε την πείνα του, τη δίψα του για εκείνη κι όλες οι ανθρώπινες αισθήσεις θα ανάβλυζαν ακόμη πιο ποιητικές σε αυτή την ταινία του Μακένζι.

Όχι πως δεν τα κατάφερε ο Βρετανός. Σκάρωσε ένα μελαγχολικό και συνάμα υπέρμετρα αισιόδοξο ποίημα με φόντο τη διαλυμένη από μια παγκόσμια πανδημία Γλασκώβη. Όταν οι άνθρωποι ξεκινούν να χάνουν τις αισθήσεις τους, μία προς μία, ένας άνδρας και μια γυναίκα ερωτεύονται και παλεύουν να κρατήσουν την ένωσή τους ζωντανή, έστω και με την απώλεια της όσφρησης, της γεύσης, της ακοής. ακόμη και της όρασης.

Οι δυο τους είναι το πρόσχημα. Το ζήτημα που τελικά θίγεται ξεπερνά το μοναδικό μεγαλείο του έρωτα. Είναι το σφίξιμο των δοντιών του ανθρώπου που στέκεται ξανά στα πόδια του μετά από κάθε κατάρρευση. Είναι τα όρια του, οι αντοχές που διαρκώς δοκιμάζονται μέσα από τη θλίψη της απώλειας. Η ζωή απέναντι στο θάνατο, η εξέλιξη απέναντι στη στασιμότητα, το μέλλον ενάντια στο παρελθόν. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα κινηματογραφικό περιβάλλον που δεν σου επιτρέπει να αποφύγεις την ταύτιση, όχι τόσο με τους ήρωες, αλλά με την ίδια την κατάσταση. Με τη γλυκόπικρη λύτρωση που σε γεμίζει υπαρξιακά ερωτηματικά: «That is how life goes on. Like that».

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλμ Νουάρ




24/1/12 0 σκέψεις

Ένα αριστούργημα με δαμάσκηνα



Είναι μερικές ταινίες που τις βλέπεις με όλα σου τα κύτταρα στραμμένα στην μεγάλη οθόνη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με το «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα», μια ταινία που δεν κατάφερα να παρακολουθήσω στο τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αλλά μου φανερώθηκε με όλο της το μεγαλείο στην μικρή αίθουσα του cine «Βακούρα».

Ο Νασέρ Αλί, ένας ταλαντούχος βιολιστής στην Τεχεράνη της δεκαετίας του 1950, χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του όταν το αγαπημένο του βιολί σπάει. Ανίκανος να διαχειριστεί την απώλεια, αποφασίζει να κλειστεί στο δωμάτιό του, περιμένοντας τον θάνατο να τον επισκεφτεί. Οι ημέρες που ακολουθούν ξετυλίγουν με σπιρτόζικα αφηγηματικά ταξίδια στο παρελθόν του ήρωα τα συναισθήματά που τρέφει για τη σύζυγό του, τα δυο παιδιά τους αλλά κυρίως, για μια γυναίκα που του σημάδεψε ολόκληρη τη ζωή.

Με μια σκηνοθεσία αυθεντικού γαλλικού αέρα βουτηγμένου με το κεφάλι στον σουρεαλισμό, το «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα» είναι πράγματι ένα παραμύθι για μεγάλους. Οι πολύ καλές ερμηνείες σχεδόν περνούν απαρατήρητες μπροστά στην εξαιρετική συρραφή των στιγμών που συνθέτουν τη ψυχοσύνθεση του άκρως συναισθηματικού μουσικού.

Μιας και δεν μπορώ να διαλέξω ποια συγκεκριμένη εικόνα ή ποιο στην εντέλεια φροντισμένο φωτογραφικό κάδρο θα κρατήσω από αυτήν την γλυκιά ταινία, επιλέγω μια φράση. Μια συμβουλή που δέχεται ο Νασέρ Αλί από τον δάσκαλό του, όταν ο δεύτερος απογοητεύεται από την έλλειψη πάθους στο παίξιμο του πρώτου. 

«Η ζωή είναι ένας αναστεναγμός και αυτό τον αναστεναγμό πρέπει να αρπάξεις». Ίσως αυτό να είναι κι ολόκληρο το νόημα της ταινίας και της ζωής: η εκπνοή μιας βαθιάς ανάσας που κουβαλάει ό, τι νιώθουμε είναι και η δύναμή μας να συνεχίζουμε όταν τα πάντα γύρω μας (και μέσα μας) καταρρέουν. 
15/1/12 2 σκέψεις

One day (2011)


Μια μέρα

θα τρέξω μαζί σου στην κατηφόρα των αγρών.

Τα στάχυα θα' ναι χρυσά από ήλιο και χαμόγελο.

Εσύ σίγουρος από πάντα.

Εγώ με τα σύννεφά μου,

όπως πάντα.

Μπροστά η πόλη θα μοιάζει με τεράστια τρύπα που θέλει να μας καταπιεί.

Μπροστά η πόλη θα είναι μια τεράστια τρύπα που θέλει να μας καταπιεί.

Καθόλου, όμως, δεν θα με νοιάζει

γιατί στις χούφτες μου θα κλείνω ένα σπασμένο κουκουνάρι,

μια ποίηση

και μια μέρα.

Με λίγα λόγια, μια ολόκληρη ζωή.
26/12/11 0 σκέψεις

Rosebud.



"Η ζωή ενός ανθρώπου δεν εξηγείται με μια λέξη.

Το rosebud είναι ένα κομμάτι του παζλ. 


Ένα χαμένο κομμάτι".


«Citizen Kane, 1941»
7/3/11 6 σκέψεις

Blue Valentine - 2010




Η ταινία «Blue Valentine» είναι ένα πιστό φωτοαντίγραφο των σύγχρονων ερωτικών σχέσεων. Η ρεαλιστική ματιά και τεχνική του σκηνοθέτη της (Derek Cianfrance) την φέρνει τόσο κοντά στην πραγματικότητα, που μερικές φορές «γίνεται» η ίδια η πραγματικότητα. Για περίπου δυο ώρες, το συναίσθημα του έρωτα έρχεται αντιμέτωπο με τις δύο του φύσεις – την αυτοεπιβεβαίωση και την αυτοκαταστροφή –, μέσα από την παρακολούθηση της κοινής ζωής ενός ζευγαριού που ξεκινά να κολυμπά στα όνειρά του ώσπου τελικά πνίγεται μέσα σε αυτά. Η μάλλον μέσα στην έλλειψη τους.  

Ενας νεαρός άνδρας με ταλέντο στη μουσική, το οποίο δεν καλλιέργησε ποτέ, βάφει σπίτια για να βγάζει τα προς το ζην και πίνει αλκοοόλ στον ελεύθερο του χρόνο. Μία εξίσου νεαρή γυναίκα, που κάποτε είχε πάθος με την Ιατρική και τώρα με το ζόρι στέκεται όρθια στη βάρδιά της στο νοσοκομείο, είναι μονίμως ανικανοποίητη από την τροπή που έχει πάρει η ζωή της. Ο Ντιν (Ryan Gosling) και η Σίντι (Michelle Williams) είναι γονείς ενός μικρού κοριτσιού και κάποτε υπήρξαν ερωτευμένοι.

Πότε; Σκηνές από την αρχή του ειδυλλίου τους παρεμβάλλονται σαν μικρές οάσεις στην κεντρική αφήγηση της ιστορίας τους. Οι φωτεινές εκδοχές των ηρώων επιτείνουν ακόμα περισσότερο την φθορά τους στο παρόν. Τους καθιστούν όμως και λιγότερο τραγικούς. μπορεί να είναι πλέον στάχτες, αλλά είναι τα απομεινάρια μιας φωτιάς που κάποτε πράγματι έκαιγε. Η κοπέλα πράγματι χόρεψε κάποτε αδέξια στους ρυθμούς του γιουκαλίλι που πράγματι κάποτε συνήθιζε να παίζει το αγόρι, λίγα χρόνια πριν βρεθούν κι οι δυο τους να ψάχνουν στα χορτάρια τη βέρα που πέταξαν μακριά με θυμό πάνω στον καυγά τους.

Κι όπως σε κάθε ταινία που σέβεται τον εαυτό της και τον ρόλο της, μετά από μια ισχυρή σύγκρουση έρχεται η λύση. Στην καλύτερη σκηνή του έργου, εκεί όπου κορυφώνονται πλοκή και αδιέξοδα, ο Ντιν και η Σίντι ξεσπούν πάνω από το πτώμα της ταλαιπωρημένης τους σχέσης και αποφασίζουν να χωρίσουν οριστικά. Ο εσωτερικός λυγμός και των δύο ηρώων εξωτερικεύεται με τόση δεξιοτεχνία από τους πρωταγωνιστές που είναι σαν να παρακολουθεί κανείς με κρυφή κάμερα ένα πραγματικό ζευγάρι.

Όταν από τα χείλη του Ντιν ξεβράζεται η φράση «πες μου πώς πρέπει να είμαι. Πες μου και θα το κάνω», η πορεία προς το τέλος μοιάζει μη αναστρέψιμη. Και επειδή ακριβώς η ταινία ευνοεί τη διαδικασία της  ταύτισης, αυτός που την παρακολουθεί ανακαλεί στη μνήμη του δικές του αντίστοιχες αναφορές και έτσι δεν εύχεται να τελειώσει με το κλασικό χολιγουντιανό happy end που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές ουτοπιών. Προτιμά να δει την τέχνη να αντιγράφει με ειλικρίνεια τη ζωή. Να δει δυο ανθρώπους να χωρίζουν για να τα βρουν πρώτα με τον εαυτό τους πριν τα βρουν (ή τα χάσουν) με οποιονδήποτε άλλο. Και αυτό τελικά συμβαίνει, σε αυτή την ταινία που υπηρετεί πιστά το είδος του ερωτικού δράματος, στο οποίο ανήκει. 

Υ.Γ: O Ryan Gosling είναι σαφώς ανώτερος της συμπρωταγωνίστριάς του. Κακώς προτάθηκε εκείνη για Οσκαρ..


0 σκέψεις

Το παιχνίδι χάθηκε.


29/10/10 6 σκέψεις

«Φτηνά Τσιγάρα» (2000)




«Θα 'θελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω. Η μοναδική μας νύχτα ήταν ξαφνική και σύντομη, σαν μια μπόρα. Ούτε που πρόλαβα να αρχίσω. Ούτε που πρόλαβα να σου πω την μοναδική μου ιδιότητα. Είμαι συλλέκτης. Μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου. Στιγμές. Οταν έχω αυτόν τον ξαφνικό πόθο να πετάξω, και δεν έχω πού να πετάξω, κρύβομαι στη συλλογή μου. Γεμάτη καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές, σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια... Ετσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουνε αυτά. Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι. Είμαι από αυτούς που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα». 

Παράξενη. Διάβασα σε πολλές παραπομπές αυτόν τον χαρακτηρισμό για τη δεύτερη κατά σειρά ταινία που δημιούργησε ο Ρένος Χαραλαμπίδης. Και δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη κριτική που να κάνει έναν δημιουργό πιο ευτυχισμένο. Η λέξη «παράξενη» δεν μεταφέρει ούτε θετική ούτε αρνητική χροιά μέσα της, πράγμα που σημαίνει πως ο κριτής της δεν μπόρεσε να διαχειριστεί αυτό που παρακολούθησε. Πράγμα που σημαίνει πως αυτό (ίσως) ήταν κάτι συγγενικό με το σπουδαίο.

Τα «Φτηνά Τσιγάρα» έκαναν πρεμιέρα το 2000. Ακριβώς πριν δέκα χρόνια, ακριβώς όταν εγώ ήμουν μόλις δέκα ετών. Την ταινία λοιπόν την ανακάλυψα με χρονοκαθυστέρηση, όπως απαίτησαν οι περιστάσεις αλλά δεν άργησα να τη λατρέψω, όπως μου επέβαλε η ατμόσφαιρά της. Και η εισαγωγή της, που μύρισε από το πρώτο δευτερόλεπτο ποίηση αστικού τύπου και υγρασία. 

Στην Αθήνα του Χαραλαμπίδη, τα τραμ είναι άδεια. Από τις χειρολαβές κρέμονται διάφανες σακούλες με νερό και χρυσόψαρα και πάνω από τα καθίσματα πετούν τα περιστέρια. Οι ιστορίες αγάπης ξεκινούν από καρτοτηλέφωνα. Οι καφέδες αντικαθιστούν τα ταξίδια, τα καντράν των ραδιοφώνων αντικαθιστούν τα ταξίδια, τα δεύτερα βλέμματα στους περαστικούς αντικαθιστούν τα ταξίδια. Οι στιγμές κρύβονται μέσα σε γόπες που συλλέγονται σε τσίγκινα κουτιά και αποκτούν αξία γιατί αντιπροσωπεύουν αποφάσεις. Σημαντικές αποφάσεις που μπορεί και να μην τις έχει πάρει τελικά κανείς. 

Με άγγιξε γιατί ο λόγος της κρύβει μια ένταση που δε χρειάζεται να εκφραστεί δυνατά για να ακουστεί. Γιατί όσοι επιλέγουν από ανασφάλεια να είναι αφανείς είναι οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές. Γιατί η Πασπαλά σε μουσική του Καλαντζόπουλου το ξημέρωμα, και με τα χέρια να κλείνουν τα μάτια για να δώσουν βάρος στα αυτιά σημαίνει ελευθερία. Και γιατί ο καφές δεν αντικαθιστά απλά ένα ταξίδι, είναι ένα ταξίδι, που σε ωθεί να γυρίσεις με τις αποσκευές σου γεμάτες μικρά διαμάντια. Οπως αυτό που δημιούργησε με τόση φυσικότητα ο Ρένος Χαραλαμπίδης.
20/10/10 2 σκέψεις

Sylvia (2003)


«Μερικές φορές νιώθω άυλη. Κενή. Είμαι το αρνητικό μιας ανθρώπινης ύπαρξης. Σαν μην έκανα καμιά σκέψη. Σαν μην έγραψα ποτέ. Σαν να μην ένιωσα ποτέ. Θέλω μόνο σκοτάδι. Σκοτάδι και σιωπή».
27/9/10 2 σκέψεις

Inception // Κι όμως, κινείται.



Ας μπορούσα να φυτέψω στο κεφάλι σου μια Ιδέα. Να σχεδιάσω στην τελειότερη μορφή της την Απαρχή μιας Ιδέας. Οτι όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, γίνονται για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Οτι χάρη σε αυτόν το λόγο, εμείς γινόμαστε πιο δυνατοί. Δυνατότεροι για να αντιμετωπίσουμε θηρία ανεκδιήγητα και τις Προβολές τους, σαν σε όνειρο.

Κι αν μπορούσα να φυτέψω στο κεφάλι σου μια Ιδέα; Τι θα άλλαζε; Αφού θα ήταν σώμα ξένο, ο οργανισμός σου κάποια στιγμή θα το απέρριπτε. Ασε που μπορεί να νόμιζες την πραγματικότητά σου για ψέμα και το ψέμα σου για αυθεντική σου ζωή. Κι ύστερα, εγώ θα πάλευα να οργανώσω το πιο συγχρονισμένο Σπρώξιμο για να σε επαναφέρω στις τρεις διαστάσεις του αληθινού κόσμου. Και εσύ δεν θα ανταποκρινόσουν, θα έμενες βυθισμένος στη Λήθη του ονείρου. Πεπεισμένος στον ψεύτικο σου κόσμο ότι όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, γίνονται για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Οτι χάρη σε αυτόν το λόγο, εμείς γινόμαστε πιο δυνατοί.

Μα με το Τοτέμ να στριφογυρνά ακόμη επάνω στο τραπέζι, δεν μου μένει τίποτε άλλο παρά να παραδεχτώ ότι  α π έ τ υ χ α .
12/6/10 0 σκέψεις

Τόσο σ - trash


...που δεν αντέχεται.
27/5/10 0 σκέψεις

«Small Pleasures (Μικρές χαρές), 2008»



«Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, ζούσε ένα αγόρι. Διαφορετικό από όλα τα άλλα. Τον έλεγαν Ευτύχη. Ολα κυλούσαν ήρεμα στη ζωή του ώσπου κάποτε, πριν πολλά πολλά χρόνια, ένα γεγονός έγινε η αιτία για να δει τη ζωή με άλλα μάτια.

Τότε, του αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο μυστικό. Η λύση σε ένα γρίφο που οι άνθρωποι προσπαθούσαν να λύσουν εδώ και χιλιετίες. Του αποκαλύφθηκε  τ ο  ν ό η μ α  τ η ς  ζ ω ή ς. Ο Ευτύχης τώρα ξέρει πως η ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο από στιγμές μικρές, ασήμαντες, αδιόρατες στιγμές.

Οπως το να σε σκεπάζει κάποιος μέσα στη νύχτα. Να ονειρεύεσαι. Να ξυπνάς από το τραγούδι ενός σπουργιτιού, πάνω σε φρεσκοπλυμμένα μυρωδάτα σεντόνια. Δίπλα σε κάποιον που αγαπάς, να τον αγγίζεις, να τον μυρίζεις.

Να αισθάνεσαι το ζεστό νερό να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό σου. Το σπίτι να γεμίζει μυρωδιά από φρεσκοψημένο κέικ. Να κρατάς μια ζεστή κούπα όταν έξω κάνει κρύο. Να κόβεις ένα λεμόνι κατευθείαν από το δέντρο. Να νιώθεις τον δροσερό φθινοπωρινό άνεμο να σου χτυπάει το πρόσωπο. Να αισθάνεσαι ελαφρύς και άδειος από σκέψεις, μέσα στην απόλυτη ηρεμία. Κάτω από το νερό.

Να συνεχίζεις να κάνεις πράγματα που έκανες μικρός. Οταν όλοι τρέχουν κάτω από τις ομπρέλες, εσύ να στέκεσαι κάτω από τη βροχή. Να περπατάς ξυπόλητος άνω στο φρεσκοβρεγμένο, δροσερό γρασίδι. Να βγάζεις βόλτα ένα μπαλόνι. Να πιστεύεις σε πράγματα που δεν μπορούν να εξηγηθούν, πως μια πασχαλίτσα είναι ένας καλός οιωνός. Να μη φοβάσαι. Να κάνεις πράγματα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου.

Να ακούς τα κύματα να σκάνε στην ακτή. Να νιώθεις τη γη κάτω από τα πόδια σου. Να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να σου ψιθυρίζει κάποιος ένα μυστικό. Να βλέπεις ένα ηλιοβασίλεμα, ακόμα κι αν οι άλλοι ξέρουν πως... δεν μπορείς να το δεις». 
25/3/10 2 σκέψεις

Το φαντάστηκα. Ηδη...


«Η ομπρέλα μου είναι εκτός ελέγχου... Φαντάσου να είμαστε κάτω από μία τεράστια ομπρέλα. Οτι ζούσαμε σε μια τεράστια ομπρέλα. Δεν θα ήταν πολύ περίεργο; Γιατί τότε θα βλέπαμε μόνο πράσινο ή οποιοδήποτε άλλο χρώμα όλη την ώρα».

«New York, I love you»
13/3/10 0 σκέψεις

«Παραδεισένια οστά»



Μπορεί να βρισκόμαστε και εμείς στο μεσοδιάστημα, σαν την Σούζι. Απλά να μην το έχουμε καταλάβει. Το ένα βήμα να μας φέρνει πιο κοντά στο θάνατο και άλλο να μας κρατά δεμένους με την ζωή. Κι η λωρίδα αυτή ανάμεσα στον ουρανό και την γη, να έχει πράγματι αυτήν την μορφή. Τα δέντρα να έχουν για φυλλωσιές χρυσοπράσινα σπουργίτια. Να περπατάς την μια στιγμή ανάμεσα στα στάχυα και την άλλη να πρέπει να τα κολυμπήσεις. Στην θάλασσά σου να μην επιπλέουν καράβια αλλά πολύχρωμες μπάλες που σηκώνουν γλυκά κύματα. Κι ο ήλιος τη μια να γίνεται ρολόι και την άλλη λουλούδι που ανθίζει. Αν βρισκόμαστε στο μεσοδιάστημα, μπορούμε να μην επιστρέψουμε ποτέ;Παρακαλώ...
8/3/10 0 σκέψεις

Γιατί έτσι μας αρέσει...

 
;