Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
4/1/16 1 σκέψεις

Απονενοημένος απολογισμός



2015. Δύο ανάσες πριν το τέλος. 

Είναι ένα μπαρ που έχει το όνομα ενός θηλαστικού. Είναι τα χαμηλά φώτα και τα ποτά σε χαμηλά ποτήρια. Οι άνθρωποι σχηματίζουν κύκλους, μηρυκάζουν τις παρέες τους. Μιλούν μεγαλόφωνα, γελάνε, αγγίζονται. Όλα κυλούν κατά γράμμα. Τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου. Το ουίσκι μου έχει δυο πάγους. Δε θα μάθω ποτέ γιατί επιπλέουν. Ίσως γιατί αγωνίζονται ενάντια στη μοίρα τους μέχρι τέλους. Μέχρι να επιστρέψω θα έχουν ήδη λιώσει. 

Τα πλακάκια στο μπάνιο είναι ορφανά από αισθητική, αλλά έχουν πολλά χρώματα. Μολυβί, λαδί, πορτοκαλί, κίτρινο και η αλληλουχία συνεχίζεται. Στηρίζω το βάρος μου σε μια κρύα συστάδα τους. Ξεκουράζω τη χρονιά που περνά στο παρελθόν. Τραβώ το χαρτί, ασελγώ πάνω στη διαθεσιμότητά του, σχηματίζει βουνό στο πάτωμα. Η πόρτα χτυπά. «Άλλος» κι ας μην επιτρέπονται οι άντρες. Καταπίνω το κλειδί και εξαφανίζομαι.

2015. Μία ανάσα πριν το τέλος. 

«Αν κάτι με παρηγορεί 
Για όλες τις τύψεις μου 
Είναι ότι θα φύγεις 
Χωρίς καμιά υποψία τύψης
Για κάτι που ίσως μου είχες κάνει».

Κάθομαι στο πάτωμα και αρπάζω το πρώτο βιβλίο που βρίσκω μπροστά μου. Γεμίζω κρασί το ποτήρι, να κατέβουν οι λέξεις γουλιά τη γουλιά. Αυτές που γράφτηκαν γιατί οι άλλες που μένει να ειπωθούν, πάει, σώθηκαν. Τύψεις και παρηγοριά κόβουν το νήμα τελευταίες σε μια χρονιά που αποδείχθηκε απάτη. 

Έξω σκάνε πυροτεχνήματα και μέσα η ποίηση. Έξω ο κόσμος υποδέχεται χαρούμενος τους πόνους που δεν μπορεί ακόμα να προβλέψει. Μέσα η σιωπή καταδικάζει τα δευτερόλεπτα σε αιώνες. Στέκεσαι απέναντι ανέκφραστος, σαν πάγος που επιπλέει και δε θα μάθω ποτέ το γιατί. Μια φωνή τραγουδάει πως έχουμε πόλεμο χαρακωμάτων. 

2016. Ο καθένας μας πια θα είναι για τον εαυτό του. 

Υπό τους ήχους του:


Φωτό: Kaslito

3/11/15 0 σκέψεις

Τον άνεμο τον έλεγαν Εσύ


14 Ιουνίου 1926

Η Ελεγεία σου. Ράινερ, όλη μου τη ζωή χάριζα τον εαυτό μου μέσα σε ποιήματα - σε όλους. Και σε ποιητές. Ωστόσο έδινα πάντα πάρα πολλά, και πάντα έπνιγα την πιθανή απάντηση. Η απάντηση τρόμαζε. Προεξοφλούσα όλη την αντήχηση. Γι' αυτό δεν μου έχουν γράψει οι ποιητές κανένα ποίημα (κακό - ούτε καν, λιγότερο από κανένα!) - κι εγώ πάντα μειδιούσα: το αφήνουν σ' εκείνον που θα έρθει ύστερα από εκατό χρόνια.

Και, Ράινερ, το ποίημά σου, το ποίημα του Ρίλκε, του ποιητή, της ποίησης - ένα ποίημα. Και, Ράινερ, η σιωπή μου. Αντίστροφη κατάσταση. Σωστή κατάσταση.

Αχ, σε αγαπώ, διαφορετικά δεν μπορώ να το ονομάσω, είναι η πρώτη και η καλύτερη λέξη.

Ράινερ, εχθές το βράδυ βγήκα λίγο έξω να μαζέψω απλωμένα ρούχα, γιατί πήγαινε να βρέξει. Και πήρα όλο τον άνεμο - όχι, όλο τον Βορρά στην αγκαλιά μου. Και τον έλεγαν Εσύ. (Αύριο θα είναι ο Νότος!) Δεν τον πήρα μέσα στο σπίτι, έμεινε στο κατώφλι. Μέσα στο σπίτι δεν μπήκε, με πήρε όμως μαζί του στη θάλασσα, μόλις αποκοιμήθηκα.

Ο πρώτος σκύλος που θα χαϊδέψεις ύστερα απ' αυτό το γράμμα είμαι εγώ. Πρόσεξε πόσο θα απορήσει.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε 
Ημερολόγιο 2011, Ερωτικές σελίδες, εκδόσεις Μεταίχμιο
φωτό: kafastudio.com 
10/10/15 0 σκέψεις

Σκεπτόμενο (κραγι)όν


Ο νούμερο ένα κανόνας ήταν να μην παίρνω καραμέλες από αγνώστους. Δεν απειλήθηκα ποτέ. Συχνά δεν έπαιρνα ούτε καλημέρα. Ο επόμενος ήταν να μην ανοίγω ξένα ντουλάπια και ο τρίτος να θυμάμαι τους δύο πρώτους. Κατάφερα να ξεχάσω τον τρίτο και έτσι αναίρεσα και τον δεύτερο. Η μνήμη ήταν το αδύνατο σημείο μου.

Τίναξα το κεφάλι μου προς τα πίσω και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Τα μαύρα στίγματα ξεχώριζαν μέσα από τον ατμό του καυτού μπάνιου. Πλησίασα. Οι κόρες των ματιών μου ακολουθούσαν το είδωλό μου όσο γυρνούσε μια δεξιά, μια αριστερά. Προφίλ, ανφάς, προφίλ και ξανά το ίδιο. Το κάτω χείλος μου ήταν ασυνήθιστα πιο παχύ από το πάνω. Ψηλάφισα την πληγή από τα δόντια του. Παίρνει δυο τρεις μέρες για να κλείσει και ένα βράδυ για να ανοίξει.

Τα μαλλιά μου έπεφταν με κόμπους στους ώμους μου. Πέρασα τα δάχτυλά μου για να τα ξεμπλέξω. Δεν αρκούσε. Το συλλάβισα. «Δεν αρκεί». Άπλωσα το χέρι μου και άνοιξα το ντουλάπι. Μια χτένα θα βοηθούσε. Το ψιθύρισα. «Θα με βοηθήσεις;». Ο δείκτης μου αναγνώριζε τα αντικείμενα. Ένας αφρός ξυρίσματος. Ένα ξυράφι. Μια λοσιόν για μετά το ξύρισμα. Μια αλοιφή για τους μυϊκούς πόνους. Ντεπόν αναβράζον. Ένα ζελέ. Ένα αποσμητικό σε σπρέι. Ένα κόκκινο κραγιόν. Καμία χτένα. 

Δάγκωσα το κάτω χείλος μου. Στο νιπτήρα έσταξε ένας κόκκινος κύκλος. Έγραψα «δεν μπορώ». Οι κόρες δάκρυζαν απέναντι, έγνεψαν καταφατικά. Έκλεισα το καπάκι.

«Μήπως έχετε καραμέλες;», ρώτησα τον πρώτο που συνάντησα στο δρόμο και θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει το ντουλάπι ανοιχτό.

*Με τους κανόνες του:


11/9/15 0 σκέψεις

Να 'ναι Σεπτέμβρης


Να παίξουμε ακόμη ένα παιχνίδι. Να στραγγίξουμε το παιδί που ζει μέσα μας. Να διαλέγεις εσύ ένα τραγούδι. Να διαλέγω ύστερα κι εγώ. Να ψηλαφίζουμε τους στίχους, να διπλοκλειδώνουμε τις ανάσες μας μήπως και αποδράσουν. Να με ψάχνεις στο «cd που είχες κρατήσει άθελά σου». Να σε βρίσκω στον «έρωτα που βάσανα μοιράζει». 

Να αφηνόμαστε στην επιείκεια της σιωπής. Να τυλιγόμαστε στο σκοτάδι που λειαίνει τις (α)γωνίες. Να κοιτάζω τα στοιβαγμένα ρούχα από μέρες που απουσίαζα. Να μαντεύεις πού τα μάτια μου προσαράζουν. Να θεμελιώνομαι στα σεντόνια που είναι εκατό τοις εκατό από τη μυρωδιά σου. Να σκοντάφτει ο λογισμός σου σε αρχέγονες αμφιβολίες. 

Να ακούω καθημερινότητα στον επάνω δρόμο και να θυμάμαι πώς αν ήμουν βήμα, θα ήμουν δοκιμαστικό. Να δένεις μια τρίχα από τα μαλλιά μου στα δυο σου δάχτυλα, να την κινείς ρυθμικά εκεί που συναντιούνται οι δείκτες.

Να’ ναι σαν να υφαίνεις την ίδια τη ζωή. 

*Υπό τη διακριτική παρουσία:


14/7/15 1 σκέψεις

Μισό (πόσο) σε μισώ



Σε μισώ (που εξαφανίστηκες έστω και ένα) λεπτό. Έρχομαι.

Βάζω κάτι επάνω μου κι έρχομαι.

Σε μισώ (που έβαλες όλο σου το σθένος στο σχοινί κι έπεσα στο κενό κι έμεινες στο) γκρεμό - πατάς το χείλος του αντί να το φιλήσεις.

Σε μισώ (γιατί με έθαψες σε ένα) τετραγωνικό μέτρο όπου στοιβάζονται τα οστά μιας λίμνης που τη ρούφηξε το χώμα.

Σε μισώ, ακούς;

Σε μισό, σου λέω.

Σε μισό (κόσμο πώς να φέρουμε τα όνειρα) που δεν είναι στο χέρι μας. 


5/5/15 1 σκέψεις

Ερωτικά παραληρηματικό



Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα τα μάτια σου ήταν καρφωμένα στα χαλίκια. 

Έψαχνες ανάμεσά τους να βρεις σφηνωμένες τις λέξεις που δεν μπορούσες να πεις. 

Ένα πετραδάκι γλίστρησε στο παπούτσι μου, το ανεπαίσθητό μου «αχ» σήκωσε το βλέμμα σου και τινάχτηκες να με προστρέξεις. 

«Όλα καλά» σου είπα, «θέλω να είσαι καλά» μου είπες και εκεί που το φεγγάρι τόνιζε την περισπωμένη των χειλιών σου, τα σφάλισες με οξεία αναταραχή και μ’ άφησες με ένα χαρτί στη χούφτα. 

Το άσπρο σύννεφο που άφησε πίσω το απότομο φευγιό σου, με εμπόδιζε να διαβάσω καθαρά το γράμμα που κι εκείνο άφησες πίσω και έτσι γύρισα στο κρεβάτι μας, πίσω κι εγώ, να σε περιμένω για να σου φωνάξω με θυμό που πάλι ξέχασες ότι είμαι αλλεργική στην σκόνη.  

Εργασία #1
25/8/14 0 σκέψεις

Ευχή και κατάρα


Οι ποιητές του κόσμου έχουν ξοδέψει τόνους μελάνης υμνώντας τον έρωτα και πάλι, στέκονται αμήχανα αιώνιοι μπροστά στη σύλληψη του δικού σου νου.

«Είσαι ευχή και κατάρα», είπες.

Οι τόποι μας είναι περιορισμένοι. Οι δρόμοι, τα ατμοσφαιρικά μπαρ, τα δυο εν κινήσει τετραγωνικά σου κι όμως, ο λόγος σου ρέει σαν παγωμένο ποτάμι στα έγκατα του Αυγούστου.

«Μερικές φορές νιώθω πως είσαι ευχή και κατάρα μαζί».

Πόσες φορές δεν αναρωτήθηκα αν παρακολουθώ τη ζωή μου αντί να τη ζω; Κάθε φορά, η ίδια απάντηση: οι σιωπές μου αντιδικούν με τα λόγια σου.

«Αυτό ήταν το ωραιότερο πράγμα που μου έχουν πει ποτέ».

*photo: BlotoAngeles, deviantart.com 

2/6/14 0 σκέψεις

Το αγόρι που αγαπούσε το κορίτσι που αγαπούσε μια βραδιά


Τα καλοκαίρια ανθίζουν στις ταράτσες, εκεί που οι μεγάλοι έρωτες αποδέχονται συνωμοτικά την ήττα τους. Το αγόρι γνώριζε και την εποχή - ήταν Ιούνης, και τη συγκυρία - ήταν πια αργά. Της ετοίμασε το αγαπημένο της ποτό, δυο τρίτα ρούμι, ένα τρίτο λικέρ από φουντούκι, ακούμπησε για λίγο το παγωμένο ποτήρι στο μπράτσο της, όσο για να τη ξαφνιάσει δροσερά και κάθισε δίπλα της.

Το κορίτσι σήκωσε ψηλά τα μαλλιά της σε μια ύστατη προσπάθεια να θυμίσει στο αγόρι πώς χαϊδεύει το φεγγάρι την αριστερή φέτα του λαιμού της. Το αγόρι και το κορίτσι σώπασαν, μόνο το ελαφρύ αεράκι ακουγόταν και τα απλωμένα ρούχα που πάλευαν κρεμασμένα από μια κλωστή, ανάμεσα σε σκιές και ανερμήνευτα σύμβολα.

Κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια με την ίδια ένταση που απέφευγαν να διασταυρώσουν τα βλέμματά τους μερικά χρόνια πριν. Οι σκέψεις τους υπερέβαιναν τις λέξεις κι έπαιζαν με χειρουργική ακρίβεια τον λυτρωτικά πένθιμο σκοπό της βραδιάς. Το αγόρι ρηματοποίησε τα σωθικά του, σπάζοντας τη μελωδία της σιωπής.

Το αγόρι είπε: Δε θα μπορέσω ποτέ να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες, δε θα μπορέσω ποτέ να βρω κάποια σαν εσένα, δε θα μπορέσω ποτέ να συνηθίσω την απουσία σου.

Το κορίτσι είπε: Αν δε μάθουμε να γυρνάμε τους δείκτες του ρολογιού προς τα εκεί που προστάζουν οι φόβοι μας, δε θα ξέρουμε ποτέ ποια είναι η κατάλληλη ώρα για μας. 
31/1/14 0 σκέψεις

DOC TV | Θα βγούμε κερδισμένοι από τα λάθη



Εκεί ανάμεσα στα ενεργοβόρα λαμπιόνια των Χριστουγέννων και τις αμήχανες ευχές για το νέο έτος, σε δυο στιγμές ανάμεσα, μια καλή μου φίλη χώρισε από τον άντρα της -μέχρι τώρα- ζωής της. Στο δρόμο προς την αναζήτηση ενός ώμου για να κλάψει, κατέληξε έξω από την πόρτα μου. Ένα μήνα τώρα τα μάτια της κι ο ώμος μου μουλιάζουν από τα δάκρυα για εκείνον που τόσο αγαπούσε και τόσο πλήγωσε.

Με τη σοφία του ανθρώπου που δε βιώνει μια κατάσταση αλλά την ακούει ευλαβικά με φευγαλέο πόνο, μόνο ένα πράγμα μπορώ να τη συμβουλέψω: να μη διστάζει να πληγώνει εκείνον που αγαπά. Ή διατυπώνοντάς το λίγο διαφορετικά, αν αγαπά κάποιον, να τον πληγώνει.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ανορθόδοξο δώρο από αυτό. Όλοι οι θησαυροί του κόσμου δε συγκρίνονται με την ευκαιρία που δίνεις σε έναν άνθρωπο όταν γρατζουνάς τηn ψυχή του. Γιατί με το να του προκαλείς πληγές, μόνο βήματα προς τα εμπρός του προσφέρεις. Ενηλικιώνεται όταν καλείται να συγχωρέσει. Επιστρατεύει το θάρρος του ενώπιον των καταστάσεων. Αν διαθέτει, αναγνωρίζει ότι ο εγωισμός δεν είναι προνόμιο αλλά καταναγκασμός. Αν δε διαθέτει, στέκεται γυμνός μπροστά σε έναν καθρέφτη και αυτοτραυματίζεται μέχρι να σε σκοτώσει. Μόνο που πεθαίνει ο ίδιος, μόνος, και με το αίμα του να ζέχνει απολυτότητα.

Για την ιστορία, η φίλη μου ακόμη κλαίει. Ίσως και τώρα που διαβάζει αυτό το κείμενο να μουσκεύει τα μανίκια της αγαπημένης της ζακέτας (του). Πέρα από την αγάπη μου, της αφιερώνω τα λόγια της Μαργαρίτας Καραπάνου από το βιβλίο «Rien ne va plus»: «Γιατί κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει να αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου».

Ένα (κείμενο) που τελικά έγινε. 
Κική Μουστακίδου.
DOC TV / 21.02.2014
7/3/11 0 σκέψεις

Το παιχνίδι χάθηκε.


27/2/11 0 σκέψεις

Για (παγω)μένα



Τα χέρια μου κομμάτια πάγου.
Προέκταση καρδιάς.
Ανέκαθεν ικανά να με χαράξουν βαθιά.
Μέχρι το ψαίμα να στάξει από τις φλέβες μου, αν αυτές υπάρχουν.
Αλλωστε, το ψαίμα μπορεί να κυλά ακόμη και μετέωρο, και μόνο.

Κάποτε, τα πάνω άκρα του πάγου μου κρύβονταν στις τσέπες σου.
Κρύβονταν από όλους και από όλα.
Οι παλάμες μου έλιωναν στη βαμβακερή σου αφοσίωση.
Το μείγμα των ανασφαλειών μου έβρισκε τη μοναδική του κρυψώνα.
Και χόρευε σε εκείνο το εμπριμέ σακάκι που αγαπούσε να μισεί.

Τώρα οι παλάμες μου, πάγος. Δυο άψυχες ψυχές σε ψύξη.
Υποκύπτουν σε νέα σύνδρομα.
Για ώρες κάτω από καυτό νερό.
Λιώνουν και πάλι, αλλά καθόλου βαμβακερά.
Περισσότερο παραδομένα σε μια παραίτηση, 
που δεν λέει να παραιτηθεί.

17/2/11 0 σκέψεις

Αποτοξίνωση είναι...



... η φυσιολογική διαδικασία αποβολής από τα όργανα των άχρηστων ουσιών οι οποίες, αν συσσωρευτούν, γίνονται βλαβερές για την υγεία. 

«She was lying on the floor and counting stretch marks
She hadn't been a virgin and he hadn't been a god
So she names the baby Elvis
To make up for the royalty he lacked

And from then on it was turpentine and patches
From then on it was cold Campbell's from the can
And they were just two jerks playing with matches
Cause that's all they knew how to play

And it was raining cats and dogs out side of her window
And she knew they were destined to become
Sacred road kill on the way
And she was listening to the sound of heavens shaking
Thinking about puddles, puddles and mistakes

Cause it's been turpentine and patches
It's been cold, cold Campbell's from the can
And they were just two jerks playing with matches
Cause that's all they knew how to play

Elvis never could carry a tune
She thought about this irony as she stared back at the moon
She was tracing her years with her fingers on her skin
Saying why don't I begin again
With turpentine and patches
With cold, cold Campbell's from the can
After all I'm still a jerk playing with matches
It's just that he's not around to play along

I'm still an ass hole playing with candles
Blowing out wishes blowing out dreams
Just sitting here and trying to decipher
What's written in Braille upon my skin». 

Regina Spektor, «Braille».

1/2/11 0 σκέψεις

Επιλογικά.



Επιλογές. Εκείνο το κάψιμο στο στομάχι και στον οισοφάγο ένα βήμα πριν από αυτές. Όταν ο χρόνος μέσα σου σταματά να μετρά για έναν λόγο που δεν μπορείς να προσδιορίσεις, έχει έρθει η ώρα να επιλέξεις. Να αφήσεις κάτι πίσω σου και να βρεις κάτι άλλο μπροστά σου. Να μεταβείς από το έναν πόνο στον άλλο, από τη μία αβεβαιότητα στην άλλη. Όταν μεταβαίνεις, κινείσαι. Όταν κινείσαι, ζεις.

Κάψιμο και μια αίσθηση αφυδάτωσης πριν την επιλογή, πριν την απόφαση. Ενηλικιώσεις μέσα στην ενηλικίωση. Είναι φορές που πρέπει να κόβεις διαρκώς ομφάλιους λώρους, τον έναν μετά τον άλλο. Οσο κι αν πονάει. Ζεις και ξέρεις. Και μαθαίνεις και μετά αποφεύγεις τα ίδια λάθη. Μετά βαφτίζεις τα λάθη σου με διαφορετικά ονόματα και ξεγελιέσαι πως δεν είναι τα ίδια. Και εξακολουθείς να τα κάνεις, περιμένοντας να μην νιώσεις το ίδιο κάψιμο στο στομάχι και τον οισοφάγο. Επειτα, δίνεις και σε αυτήν την αίσθηση άλλο όνομα.

Στο άπειρο. Οι βαφτίσεις μπορούν να συνεχιστούν στα βάθη του. Το θέμα είναι ότι ποτέ δεν είσαι μόνος. Βρίσκεσαι ανάμεσα σε εκείνους που οι επιλογές σου επηρεάζουν. Είναι μια αναμέτρηση που μπορείς να αντέξεις. Αυτό που δεν αντέχεται είναι να βλέπεις όσους δεν έχουν ζήσει αυτά που έζησες, όσους δεν έχουν κάνει τα λάθη που έκανες, να βρίσκονται ένα βήμα πριν από αυτά. Να βλέπεις την ιστορία να επαναλαμβάνεται και να μην μπορείς να επέμβεις. Και το κάψιμο να επανέρχεται στο στομάχι πιο έντονα όταν πρόκειται για δικούς σου ανθρώπους που στέκονται με το ένα πόδι στο χείλος των επιλογών τους.

Και πράγματι, δεν έχεις το δικαίωμα να παρέμβεις. Πιο σωστά, έχεις την υποχρέωση να μην παρέμβεις. Να τους επιτρέψεις να σπάσουν τον κυνόδοντά τους. Να νιώσουν το κάψιμο όπως εσύ ή με διαφορετικό τρόπο από εσένα. Να μεταβούν και να κινηθούν για να μπορούν να πουν στο τέλος ότι έζησαν. Βέβαιοι μέσα στις αβεβαιότητες. Όπως όλοι μας.
5/1/11 6 σκέψεις

Απευθείας στα σωθικά


Για ένα σπίτι 80 τετραγωνικών, ένα νοίκι 240 ευρώ. Εχει να το πληρώσει από τον Αύγουστο κι είναι πια Γενάρης του νέου χρόνου. Σε όλη του τη ζωή δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά τυπικός. Μέχρι την ώρα που έχασε το γιο του. Τον βρήκαν με μια βελόνα στο χέρι σε ένα παλιό εργοστάσιο με χρώματα, την ώρα που όλοι πίστευαν πως είχε πια ξεφύγει.

Η γυναίκα του δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά μάνα. Η γυναίκα του συνεχίζει να είναι μάνα ενός χαμένου παιδιού. Δεν έχει συνέλθει αυτά τα δέκα χρόνια. Δεν την έχω ξαναδεί στον δρόμο, κανείς δεν τη βλέπει. Βγαίνει μονάχα για να πάει στο χωριό, στο μνήμα του. Να του αλλάξει τα λουλούδια και να του μιλήσει.

Εκανε έξι μήνες για να μαζέψει τα λεφτά που χρειάζονται για να ξεχρεώσει έναν μήνα. Περπάτησε μέσα στη νύχτα και πήγε να τα παραδώσει. Το έκανε κλαίγοντας. Με τον λυγμό της ντροπής που είναι καταδικασμένος να κουβαλά κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος σε μια αναξιοπρεπή κοινωνία. Ψέλλισε κάτι που κανείς δεν κατάλαβε. Ισως ήταν «συγνώμη». Ισως «δεν έχω άλλον τρόπο».

Εφυγε. Εκλεισε πίσω του διακριτικά την πόρτα κι έφυγε. Όπως διακριτικά χειρίζεται τον πόνο, την ανέχειά του, την ανάμνηση του νεκρού του γιου και τη ζωντανή – νεκρή γυναίκα του. Ζωή και βήματα βουτηγμένα στην διακριτικότητα και ποτέ επιβραβευμένα από κανέναν.

Η Π. μου λέει να σταματήσω να είμαι απολιτίκ, να πιστέψω στις ιδεολογίες. Για παράδειγμα, μία από αυτές είναι ο σοσιαλισμός, μία ο κομμουνισμός και πάει λέγοντας. Δεν μπορώ να πιστέψω σε τίποτα όταν έστω και ένας άνθρωπος κλαίει για 240 ευρώ σε κάτι βρώμικα σκαλιά. Πιο σωστά, δεν μπορώ να πιστέψω κανέναν. Θα είναι σαν να προδίδω αυτά τα αδίκως ριγμένα δάκρυα και αυτό είναι το μόνο πράγμα που δεν θέλω να κάνω.

Είναι αυτό που μου ‘λεγε ένας καθηγητής μου όταν ήμουν δεκάξι και δεν έλεγα τότε να το καταλάβω. «Δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι όταν έστω και ένας άνθρωπος στον κόσμο πεινάει». Ή ακόμα χειρότερα, όταν ένας άνθρωπος πονάει. Κι όχι στον κόσμο, δίπλα μας. Κι όταν αυτοί που είναι εκλεγμένοι στο όνομα των ιδεολογιών δεν πεινάνε και δεν συμμερίζονται κανέναν πόνο, εγώ το μόνο που έχω να κάνω είναι να πιστεύω μόνο σε δυο χέρια που παλεύουν έξι μήνες να μαζέψουν διακόσια ευρώ. Χωρίς φόβο και με πολύ πάθος.
27/12/10 4 σκέψεις

Χορομνήμες.



Χόρευε μονολεκτικά γιατί ό, τι είχε να πει, το είπε. Χόρευε σαν να μην ήταν κανείς άλλος εκεί. Μόνο η ίδια και τα αδιέξοδά της. Πολλά αδιέξοδα με μακρόσυρτα σφυρίγματα που σπάνε τοίχους ολόκληρους χωρίς να τους ξανακολλάνε. Το πάτωμα γλιστρούσε όσο τα κίτρινα φώτα πηγαινοέρχονταν μένοντας στη θέση τους. Δεν γλιστρούσε από ποτά ανήμερα ή δάκρυα αλλά από αναξιόπιστες επανεκκινήσεις σε υγρή μορφή. Οι φιγούρες της, βήματα μπρος και βήματα πίσω. Οι επιλογές και η ζωή χωρίς αυτές, το ίδιο. Ενιωθε ζεστή, ένιωθε παγωμένη. Ταυτόχρονα. Βασανιστική αίσθηση το αλκοόλ και οι κενότητες στις φλέβες.

Ηθελε αέρα. Το τραγούδι τέλειωσε, ο χορός της τέλειωσε. Εληξε ο χρόνος της και ο αέρας. Στις πλάτες των βημάτων της κρατήθηκε. Την οδήγησαν έξω. Απο όλα. Προορισμός άγνωστος για πρώτη φορά. Προορισμός σύντομος τα μαρμαρινά σκαλιά σε ένα επόμενο τετράγωνο που αν γινόταν κύκλος, θα της έμοιαζε. Οι περαστικοί περνούσαν. Οι περαστικοί απλά πέρασαν. Της θύμισαν πως ακόμη και ό, τι  πιο μόνιμο στέκεται ανάμεσα σε κάτι που ήταν περαστικό και κάτι που θα καταλήξει να καταλήξει περαστικό.

Τα χέρια της στράφηκαν στο μυαλό της. Να στύψουν κάτι φτηνές κουρτίνες που είχαν ποτιστεί με αναμνήσεις. Να τρέχουν βρώμικα νερά οι μνήμες σε υπονόμους χωρίς περιστροφές. Και στράγγιζαν, στράγγιζαν για πολλά συννεφιασμένα μερόνυχτα. Χέρια καρφωμένα στα ίδια, μαρμάρινα σκαλιά. Σε εκείνο το τετράγωνο, που όσο περνούσε ο καιρός, έχανε το σχήμα του. Κι αποτέλεσμα φτιαγμένο από τίποτα και καθόλου. Κανένα ρυάκι στιγμών δεν σχηματίστηκε σε μια βαρετή άσφαλτο γόπας και κιτρινισμένων φύλλων. Οι αναμνήσεις έμειναν μνήμες σφηνωμένες σε μυαλό με φτηνές κουρτίνες. Σκαλισμένες εκεί. Λυσσασμένες παντού.

Γύρισε στο χορό της. Μονολεκτικά. «Ηρθα». Τα αδιέξοδα περισσότερα. Οι τοίχοι γκρεμισμένοι, ξεψυχισμένα τούβλα. Το τραγούδι ακόμα. Το αλκοόλ ακόμα. Και ο χρόνος. Και ο αέρας. Μπρος και πίσω. Μπρος και πίσω. Μπρος.
14/12/10 5 σκέψεις

Για την κυρά Σ. και τα 85 της

Συναισθηματική αποστασιοποίηση. Αμυνα συναισθημάτων πριν από τη μεγάλη επίθεση συναισθημάτων. Αμυνα πίσω από την κλειδαρότρυπα, πίσω από μια χαραμάδα φως. Δεν τόλμησα να βγω στον διάδρομο να δω τη σιωπή σου. Μόνο την άκουγα από την κλειστή μου πόρτα. Δυο τελευταίες ανάσες κι ύστερα κανένας παλμός. Υστερα ασθενοφόρο, μια σύντομη συνειδητοποίηση και αυτό ήταν. «Αυτό» δεν είμαστε όλοι;

Ηθελα να σου αφιερώσω ένα κείμενο. Δεν θα το πω post, δεν θα καταλάβαινες τι σημαίνει. Ένα κείμενο πέρα από την ιστορία που με ενέπνευσες να γράψω, εκείνη που τόσο ειρωνικά δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Αλλωστε, αυτό υποτίθεται πως κάνω. Γράφω. Κι ήταν μερικές φορές που αυτό δεν το ξεχνούσες. Το είχες σημειώσει και στο τετραδιάκι σου. «Κική: δημοσιογράφος». Μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, έψαχνες να με βρεις. Ελεγα ότι «δεν είμαι εγώ για τέτοια, μην κοιτάς εκεί», σου έδινα στα χέρια την εφημερίδα και δεν μπορούσες να διαβάσεις τα γράμματα. Ρωτούσες «γράφει το όνομά σου;», απαντούσα ξερά ένα «ναι» και αυτό σου έφτανε. Και για να φουσκώνεις από περηφάνεια και για να με αποκαλείς δημοσιογράφο.


Σε έβλεπα να είσαι ακίνητη κι ανέκφραστη και σκεφτόμουν πως ήταν η πρώτη φορά που τα έβγαζες πέρα με τα αυτά τα δυο επίθετα ταυτόχρονα. Και θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που μόνο ακίνητη ή μόνο ανέκφραστη δεν ήσουν. Τις Κυριακές που μουρμούριζες πάνω από το κρεβάτι μου, μήπως και ξυπνήσω, μήπως φιλοτιμηθώ να πάω να «ανάψω ένα κερί στην εκκλησία». Την μέρα που μπέρδεψες το φακελάκι του τσαγιού με το αρωματικό φακελάκι για τις ντουλάπες και τα συρτάρια, το έβρασες και το ήπιες χωρίς να πάθεις απολύτως τίποτα. Εκείνο το απόγευμα που με την Τ. σου τηλεφωνούσαμε στο σταθερό από το διπλανό δωμάτιο, σου κάναμε φάρσες κι εσύ, αλαφιασμένη, έψαχνες να βρεις τον «ένοχο που έπαιζε μαζί σου, σαν να μην είχε άλλη δουλειά να κάνει». Τη μέρα που σε έβαλα να μου τραγουδήσεις συλλαβή προς συλλαβή το ποντιακό εκείνο τραγούδι για να το μάθω «απ’ έξω κι ανακατωτά», κι εσύ το έκανες, χαρούμενη που μετέδιδες τις λίγες γνώσεις που είχες. Το πρωινό που ήσουν μόνη σου στο σπίτι, ο κλέφτης σου χτύπησε την πόρτα, εσύ του άνοιξες, του έδωσες νερό να πιει και τη σύνταξή σου για να φάει. Τα σαρμαδάκια και την μικροσκοπική σου κατσαρόλα, μια καταστροφική, εβδομαδιαία συνάντηση, ικανή να με κάνει να μισήσω αυτό το πιάτο για την υπόλοιπη ζωή μου. Κάτι Πρωτομαγιές που σου στόλιζα το κεφάλι με καρό τραπεζομάντηλα για να σε φωτογραφίζω και να γελάμε, να χαζογελάμε με τον ήλιο να πέφτει ολόκληρος στα μάγουλά μας.

Τόσες στιγμές και άλλες τόσες, όσες θυμάμαι, όσες ξεχνάω κι όσες με τον καιρό θα μου έρχονται συχνά στο νου από δω και πέρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δε χωρούν αρχαία γνωμικά και βαρύγδουπες εκφράσεις για τον θάνατο. Για το τι είναι θάνατος, τι τελικά σημαίνει και πού οδηγεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μόνο οι αναμνήσεις έχουν αξία. Οι μνήμες και ένα χαμόγελο για έναν άνθρωπο που «φεύγει» πλήρης ημερών, έχοντας κάνει με τον τρόπο του, όποιος κι αν ήταν αυτός, τη ζωή των ανθρώπων του λιγάκι πιο πλήρη.

Καλό ταξίδι ρε γιαγιά. Σίγουρα θα το έχεις. 
Θα το απαιτήσεις και θα το έχεις.
 
;