Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρατηρώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρατηρώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
25/1/17 1 σκέψεις

Η «Σχεδία», η Μάγδα και τα social media


Σήμερα η 60χρονη κυρία Μάγδα, πωλήτρια του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», μου χάρισε μια αγκαλιά και ένα φιλί γιατί έτυχε να πάρω το τελευταίο τεύχος που είχε στα χέρια της. Ήταν για αρκετές ώρες έξω, περιμένοντας στο ίδιο σημείο, κι έκανε αρκετό κρύο.

«Μόνο το χαμόγελο των ανθρώπων, μια κουβέντα μαζί τους, μας δίνουν τόση χαρά όση δεν φαντάζεσαι», είπε. Πήγε και στην Γλασκώβη με την Εθνική Αστέγων και έπαιξε ποδόσφαιρο. «Αν πατήσεις το βίντεο στο γιουτιού, με δείχνει λιγάκι από πίσω. Θα δεις μια ξανθιά. Εγώ είμαι. Τα έβαλα με κοριτσάκια που έχουν τη μισή μου ηλικία και άντεξα».

Είχε παράπονο ότι οι νέοι δεν αγοράζουν το περιοδικό. Δεν είναι περίεργο, αν το σκεφτείς; Έχουμε όλα τα social media στα πόδια μας, πιστεύουμε ότι μια ανάρτηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και ακόμα προσπερνάμε αυτούς τους ανθρώπους σαν να είναι αόρατοι. Δεν είναι, κι έχουν και γαμώ τις ιστορίες να μας διηγηθούν. Στο κάτω κάτω, μπορούμε να βγούμε μια selfie με την κάθε κυρία Μάγδα που φοράει κόκκινο γιλέκο εκεί έξω.

Σπρεντ δε νιουζ.
Νέο τεύχος στους δρόμους.
Τιμή 3 ευρώ, το 1,5 πηγαίνει στον πωλητή.
18/4/16 0 σκέψεις

Να το βάζεις στα πόδια



Να πότε αποκτάς την ανεξαρτησία σου. Όταν αφήνεις μέχρι και τα ταξί να σε προσπεράσουν. Ή όταν τα προσπερνάς εσύ. Όταν κάνεις road trip με τα πόδια. Βασίζεσαι στα μέλη σου. Διαμελίζεσαι. Συναρμολογείσαι. Περπατάς. Φτου κι απ’ την αρχή. Κοφτά βήματα, όπως και οι προτάσεις. Το λιμάνι σε βγάζει στη Λαγκαδά. Συνήθως σε βγάζει σε κάποιο νησί αλλά δε βαριέσαι. Βαριέσαι, για αυτό περπατάς. Το βάζεις στα πόδια. Πόσο παρεξηγημένη φράση. Αφού πραγματικά βάζεις τη δύναμή σου στα πόδια, ποιος της έδωσε αρνητικό πρόσημο; Κάποιος που θα μπορούσε να οδηγήσει αυτοκίνητο. Ή κάποιος που θα είχε στην κατοχή του ένα. Μια κυρία με άσπρο σάλι και μαύρα πέδιλα περπατούσε κι αυτή. Κρατούσε από το χέρι έναν κύριο με γυαλιστερές φόρμες. Δεν ξέρω πού πήγαιναν. Ήταν μεσάνυχτα και περπατούσαν. Μόνο αυτό ξέρω. Το ξέρω γιατί το είδα, έτσι είναι η ζωή. Βλέπεις, ζεις, μαθαίνεις. Εκτός αν έχεις αυτοκίνητο.

Φωτό: deviantart.com




20/12/11 0 σκέψεις

Τρύπες αίμα.



Κι ήταν ένα κορίτσι που συνέχεια μπάλωνε κι εγώ που όλο το παρατηρούσα από μακριά. Τσιμπούσε με τις βελόνες του το γκρίζο ύφασμα σε ένα παλτό με αράχνες. Καθόταν όρθιο, εγκλωβισμένο σε ένα τετράγωνο πεζοδρομίου και πάσχιζε να κρύψει τρύπες με ιστούς από μέλια και δάκρυα. Ακίνητο για χρόνια. Σχεδόν ευτυχισμένο με τα χέρια στην ίδια κίνηση. Μέρες και νύχτες, χωρίς σταματημό.

Τα μάτια της, καρφωμένα από τον σκυμμένο της κορμό στα βελούδινα μπαλώματα. Δεν έβλεπα το χρώμα τους. Δεν μπορούσα να δω το βλέμμα της, μακριά εγώ, συνήθειες πιο έξω από τον τετράγωνο κόσμο της. Ώσπου γυάλισαν μια μέρα και έλαμψαν και μέσα στα δικά μου.

Πέταξε το παλτό και τις αράχνες και τα μέλια και τα δάκρυα. Και τα μπαλώματα τα ξερίζωσε και τα πάτησε μέχρι να δει το αίμα τους να ξεπλένεται από τη βροχή που κατέβηκε από τους ουρανούς. Περπάτησαν οι σταγόνες στο έδαφος και εκείνη έτρεξε σαν τρελή στη μέση του δρόμου.

Στη μέση του. Στάθηκε εκεί, με το φανάρι πράσινο για τα αυτοκίνητα και τις βιασύνες τους.

Εγώ παρατηρούσα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, έγινα τσιμέντο μέσα σε ένα τετράγωνο πεζοδρομίου. Πήρα τη θέση που είχε εκείνη, αλλά από την αντίθετη πλευρά.

Στη μέση του δρόμου, ξάπλωσε. Ένα με τις λευκές γραμμές στην άσφαλτο. 

Μπάλωμα η ίδια της. 

Κι εγώ ακόμη να παρατηρώ τις τρύπες του κόσμου που καλύπτει..
28/5/11 0 σκέψεις

Το καλοκαίρι, κάνεις βήματα.

*To σκηνικό της παρακάτω ιστορίας είναι μια συναυλία του Κωστή Μαραβέγια στο «Γαία» στα μέσα του Γενάρη. Οι άνθρωποι, όταν πιστεύουν, εξακολουθούν να πετυχαίνουν μικρές, προσωπικές νίκες..



«Κόσμος πολύς. Φώτα, μπύρες στα χέρια και ατέλειωτος χορός σε ένα live που έφερε το καλοκαίρι στην πόλη στα μέσα του Γενάρη. Πριν ξεκινήσει η συναυλία, στη διάρκειά της, στο διάλειμμα και αφού τελείωσε, ένα ζευγάρι σχεδόν μπροστά στη σκηνή φρόντιζε να θυμίζει σε όλους τους υπόλοιπους πως μαζί με το καλοκαίρι - έστω και μεταφορικά - έρχεται και ο έρωτας. 

Εκείνη ήταν γύρω στα περασμένα σαράντα κι εκείνος αρκετά χρόνια νεότερος. Οταν δεν αντάλλαζαν φιλιά πάθους, ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και, όταν ο ένας από τους δύο απομακρυνόταν, είτε για να πιει ένα ποτήρι νερό είτε για να πάει τουαλέτα, ο άλλος τον περίμενε, κοιτώντας ανυπόμονα προς το μέρος του. Ολα τα βλέμματα, περίεργα και μη, έπεφταν επάνω τους κι εκείνοι αδιαφορούσαν, γιατί πολύ απλά δεν αντιλήφθηκαν τίποτα.

Για να πω την αλήθεια, τους χάρηκα. Εγιναν αντικείμενο σχολιασμού από τις παρέες τριγύρω και δεν έδειχναν καθόλου επηρεασμένοι από αυτό. Βγήκαν έξω για να διασκεδάσουν. Βγήκαν για να είναι μόνο οι δυο τους και αυτό ακριβώς έκαναν. Ηταν μόνο οι δυο τους σε ένα πλήθος εκατοντάδων ανθρώπων, οι οποίοι έμοιαζαν για εκείνους διακοσμητικά στοιχεία. 

Τους κοιτούσα και προσπαθούσα να καταλάβω από πού πήγαζε αυτή η ελευθερία, η ανεξαρτησία τους. Η αδιαφορία απέναντι στα αδιάκριτα βλέμματα και τους κακοπροαίρετους ψιθύρους. Η γυναίκα των περασμένων σαράντα με τα κόκκινα μαλλιά και το λευκό παλτό φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένη στη ζωή της έως τώρα. Σαν να είχε υπομείνει αρκετούς περιορισμούς και να μην άντεχε πια να δίνει κανενός είδους λογαριασμό σε κανέναν. Εκείνος έμοιαζε σίγουρος για την επιλογή του να την έχει δίπλα του. Συνδύαζαν μια μικρή, προσωπική επανάσταση και μια έμφυτη αποφασιστικότητα. Και ίσως αυτό αρκεί, για να ζεις χωρίς ''τρίτους''. Να αλληλοσυμπληρώνεσαι, χωρίς να αυτολογοκρίνεσαι». 

free press «Διαδρομές», 27.01.2011.
4/3/11 0 σκέψεις

Πληγή που βρωμάει αλήθεια




«Θα πάω στο νοσοκομείο να μου ξύσουν την πληγή. Άλλος λέει είναι από ζώο, άλλος λέει είναι αλλεργία. Βαρέθηκα πια, πάνε δέκα μήνες τώρα». Η κυρία με το υπερβολικά αγαθό στόμα και τα υπεραστικά ντεσιμπέλ κάθισε πίσω μου. Είχε μια κρυφή πληγή. Φρόντιζε να την κρύβει ακόμη περισσότερο κάτω από τα συνθετικά της ρούχα και να τη φανερώνει μέσα από τα λόγια της. Και ποιος δεν απολαμβάνει να γίνεται αντιθετικός για να συναρπάζει πρώτα – πρώτα και μόνο τον εαυτό του;

Θα την ανακουφίσει, έλεγε. Μια επίσκεψη στο νοσοκομείο θα την ανακούφιζε. Ηταν σαν να μοιραζόταν με ολόκληρο λεωφορείο την πληγή της. Κανείς δεν γύρισε να την κοιτάξει. Κανείς δεν γύρισε να ψάξει να βρει τα σημάδια της κάτω από αδιαφανή υφάσματα. Μάταιος ο κόπος. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν άλλες πληγές. Δεν υποφέρουν ούτε τις δικές τους, ούτε των άλλων.

Είναι τόσο ξεπερασμένο να πονάς. Ο κόσμος έχει απευαισθητοποιηθεί στον πόνο του άλλου. Ιδίως οι εσωτερικές πληγές είναι εκείνες που προκαλούν χασμουρητά. Οσες δεν μπορούν να «ξυθούν» σε κανένα νοσοκομείο και δεν προέρχονται από ζώο ή αλλεργία. Για όσες ευθύνεται ένα κατακερματισμένο παρελθόν και είναι σύγχρονα υποχρεωμένες να θάβονται σε ένα νέο παρελθόν. Να εξαφανίζονται σε έναν επινοημένο χωροχρόνο αρκεί να μην αγγίζουν ονειροπαγίδες του παρόντος και του μέλλοντος.

Οι συνεπιβάτες της πληγωμένης, συνθετικής κυρίας με το υπερβολικά αγαθό στόμα και τα υπεραστικά ντεσιμπέλ κοιμήθηκαν. Παραδομένοι στο χασμουρητό τους. Η φωνή της κοπέλας που ξέρει να αναγγέλει μόνο τις επόμενες στάσεις ακούστηκε να λέει: «Αλήθεια». Η κυρία πάτησε το κόκκινο κουμπί και κατέβηκε. Οσο κι αν πονάει η πληγή που βρωμάει αλήθεια και η πραγματικότητα που ορίζεται από το παρελθόν της, εκείνη κατέβηκε. 
8/2/11 1 σκέψεις

Θύματα.


Η πόλη γυμνή και παρατημένη σε μιαν άκρη, στην άκρη ενός πουθενά. Με τα σημάδια της εκτεθειμμένα. Τα σημάδια της είναι οι άνθρωποί της. Εκείνοι που κυκλοφορούν στο γκρίζο της και γίνονται πιο μελανοί, μέρα με τη μέρα. Τα επιδερμικά σημάδια που σκουραίνουν από τον οίκτο βλεμμάτων, από μια κοινωνία που πασχίζει να ξεχάσει πόσο βαριά άρρωστη είναι σε βάρος τους.

«Αναζητούνται εξιλαστήρια θύματα». Εσερνε το καρότσι του στο πεζοδρόμιο σαν να είχε μέσα το παιδί του. Εσπρωχνε τα κουλούρια του και τα κοιτούσε σαν να χάζευε ξανθές πλεξούδες να χρυσίζουν στον ήλιο. Μονολογούσε. «Κουλούρια, εδώ κουλούρια». Πιο γρήγορα οι ρόδες. Να προλάβουν τους βιαστικούς, τα χαμηλωμένα βλέφαρα. «Είναι νόστιμα». Οι παλάμες δίπλα του, τα σφιχτά ενωμένα δάχτυλα, έμοιαζαν να μη θυμούνται πώς είναι να βουτάνε σε μια γεύση. «Μα, είναι νόστιμα. Γιατί δεν παίρνετε»; Σταμάτησε να περπατά. Μουντζούρωσε το χαμόγελο στα χείλη του. Το παράπονο έξω από αυτόν έγινε λυγμός με μια συγκατάβαση. Τα θύματα είναι πάντοτε συγκαταβατικά. 

Δυο τετράγωνα μετά τα κουλούρια, τα φυλλάδια. Φούξια μεροκάματο σε διαστάσεις τσέπης. Να μένει η διαφήμιση στην τσέπη και να γίνεται η δουλειά. Να γίνεται η δουλειά για να υπάρχει και για εκείνον δουλειά. Διακριτικός, καθημερινός και αποτελεσματικός. Πέρασα, με κοίταξε, τον άκουσα. «Ευχαριστώ». Ξαναπέρασα. Το ίδιο. «Να 'σαι καλά». Το φωσφορίζον μεροκάματο κόλλησε στα χέρια του. Σχεδόν γονάτισε μπροστά μου για το ξεκολλήσει. Διπλό το ευχαριστώ του τότε. Κι η ντροπή όλη δικιά μου, διπλάσια και τριπλάσια. Η ευγνωμοσύνη στο δρόμο αξίζει όσο τίποτε, αλλά δεν την αξίζει κανείς. 

«Δεν αναζητούνται πια. Εχουν βρεθεί τα εξιλαστήρια θύματα». Εχουμε γεννηθεί ως τέτοια. (Νομίζουμε ότι) ζούμε και πεθαίνουμε ως τέτοια. Περπατάμε και βλέπουμε τριγύρω μας καθημερινά τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει. Το «πώς» σέρνονται, το «πώς» σερνόμαστε, αυτοί, εμείς, τα θύματα. Αλλά δεν ξέρουμε το «γιατί». Μονίμως εικάζουμε αλλά δεν γνωρίζουμε πραγματικά. Ή δεν θέλουμε να μάθουμε. Καμιά φορά, είναι θελκτικό να ζεις μέσα στην άγνοια. Μόνο αυτή μπορεί να γεννήσει από ένα εξιλαστήριο θύμα ένα άλλο, μόνο από αυτή πολλαπλασιαζόμαστε και επιπλέουμε φελλοί, μέσα στην τραγικότητά μας.



29/11/10 0 σκέψεις

Αγνωστες Χ σε επανάληψη




(Αυτή η ιστορία θα ξεκινήσει από το τέλος και θα φτάσει στην αρχή. Οταν η ζωή φέρνει τα πράγματα τόσο ανάποδα, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι ιστορίες της είναι να ακολουθούν αδιαμαρτύρητα την ίδια αντίστροφη πορεία).

Η άγνωστη Χ κατέβηκε στον τερματικό σταθμό του Μετρό. Η ώρα ήταν πια περασμένη. Ηταν το τελευταίο δρομολόγιο. Το ήξερε και ακούμπησε ανακουφισμένη το σώμα της στην άκρη ενός πλαστικού καθίσματος. Στα χέρια της κρατούσε κομμάτια ενός σκισμένου εισιτηρίου και τους χαμογελούσε. Τους χαμογελούσε και τους μιλούσε.

Υστερα, τα έσφιγγε στις παλάμες της και τα πλησίαζε στα αυτιά της. Εκανε σαν κάτι να άκουγε και χαμογελούσε ξανά. Εξω είχε σκοτάδι, στο υπόγειό της φως και αυτές τις κινήσεις θα έκανε για πολλές ώρες ακόμα. Αυτές τις κινήσεις κάνει κάθε μέρα, περιμένοντας το ίδιο πρωινό δρομολόγιο προς διαφορετική άγνωστη και άσκοπη κατεύθυνση.

Η άγνωστη Χ μπήκε στο βαγόνι βιαστικά. Η μπεζ ρόμπα της πιάστηκε στις πόρτες και οι πλαστικές σαγιονάρες της κρατήθηκαν με δυσκολία στα πόδια της. Μιλούσε και κοιτούσε τα λευκά φώτα και τις χειρολαβές. Οσοι πέρασαν και έγιναν διπλανοί της για μια στιγμή, απέφευγαν να την κοιτάξουν στο πρόσωπο κι αυτό επέμενε να καθρεφτίζεται στο τζάμι.

Οι χαρακιές του ήταν τόσο βαθιές που θα έμεναν σημάδια για πάντα. Μιλούσε, γελούσε και άγγιζε νευρικά τις τομές στα μάγουλα και στο μέτωπό της. Ηταν σαν να τις έκανε η ίδια στον εαυτό της. Ηταν σαν να είχε μόνο τον εαυτό της για να πληγώνει.

Η άγνωστη Χ θυμόταν σπάνια κάποια εικόνα από τη ζωή της. Η μόνη της έντονη ανάμνηση ήταν οι χούφτες της γεμάτες νοτισμένο από τη βροχή χώμα σε ένα καταπράσινο δάσος. Κι αυτή όμως, άρχισε με τον καιρό να ξεθωριάζει. Οσα βράδια κοιμόταν, ονειρευόταν πια σωρούς από πολύχρωμα χάπια. Οσα πρωινά ξυπνούσε, ήταν αναγκασμένη να τα καταπιεί μαζί με λίτρα κρύου νερού. Φορώντας μια μπεζ ρόμπα και τις πλαστικές της σαγιονάρες, έτρεξε μακριά. Ηθελε να πάρει αέρα και κατέβηκε τα σκαλιά της στάσης του Μετρό. Μάζεψε συνωμοτικά από το πάτωμα ένα πεσμένο εισιτήριο και ένιωσε περήφανη για την απόδραση της. Ηταν κάτι που έκανε πρώτη φορά. Ηταν κάτι που ξεχνούσε πως έκανε κάθε μέρα.









22/11/10 0 σκέψεις

Φάντασμα σε καπνομάγαζο.



Μαντρωμένος σε μια εγκατάλειψη. Αυτό είσαι. Η αλήθεια πονάει, το ξέρω. Το ξέρεις. Πάνε κάτι μέρες τώρα που τις μόνες πόρτες διαφυγής σου τις σφράγισε μια τυπική διαδικασία. Ηλεκτροσυγκόλληση τη λένε. Συστηθήκατε τώρα πια. Οι εργάτες έβαλαν φωνή και δεν απάντησες. Δεν είσαι ζωντανός, πώς να το κάνεις; Τα φαντάσματα δεν μιλούν, μόνο τρομάζουν. Τους άλλους. Εκλεισαν οι πόρτες μια για πάντα. Τόσο τυπικά. Το παρατημένο καπνομάγαζο δεν θα βαφτεί, δεν θα γκρεμιστεί, δεν θα αξιοποιηθεί. Απλώς δε θα ζει κανείς παρασιτικά μέσα του.

Εκτός από σένα. Βέβαια εσύ δεν ζεις παρασιτικά σε αυτό. Δε ζεις. Είσαι ένα καπνισμένο φάντασμα μιας νεκρής εποχής. Γλίστρησες στον τοίχο, άνοιξες πληγές στην πλάτη σου και σωριάστηκες σε μια γωνία. Είναι σαν να σε βλέπω. Περιτριγυρισμένος από χιλιάδες μισόλιτρα γάλατα. Γάλα δεν έδιναν πάντα στις γυναίκες που έτριβαν στα χέρια τους καπνά; Τους ρουφούσαν το οξυγόνο και τους χάριζαν ασβέστιο. Λες και μπορεί το ένα να αντικαταστήσει το άλλο.

Χτύπα. Δεν ακούγεσαι, δεν προκαλείς καν θόρυβο. Δεν μπορείς να το κάνεις. Τα βράδια που περνούσα έξω από σένα, σε φοβόμουν. Τα βράδια που περνάω έξω από σένα, σε φοβάμαι. Αν όχι εσένα, το κτίριο που έγινε επίσημα ο σφραγισμένος σου τάφος. Μου θύμιζε πάντα το ερημωμένο αρχοντικό που είχε πλάσει η φαντασία μου στα δώδεκά μου. Τότε που ο δάσκαλος μου είχε προτείνει να γράψω ένα βιβλίο και εγώ τον πίστεψα, πίστεψα ότι μπορώ και άρχισα να ταξιδεύω με το μυαλό μου. Σκέφτηκα μια εγκαταλειμένη έπαυλη σε ένα αχανές δάσος, μια παρέα παιδιών που δεν δίστασε να την εξερευνήσει και μια όμορφη πριγκίπισσα παγιδευμένη στον καθρέφτη της. Κάθε ρωγμή του και μια περιπέτεια. Αυτό φοβάμαι. Ξεκίνησα κάτι που δεν τελείωσα ποτέ. Και για κάποιον περίεργο λόγο, φταις κι εσύ για αυτό. Εσύ και η προκλητική φωλιά σου. Οσο περνάω από μπροστά σου, θα θυμάμαι πως κάτι πίσω μου έχω αφήσει ημιτελές. Κάτι που όσο δεν θα τελειώνει, δεν θα τελειώνεις κι εσύ.

Δηλητήριο. Δηλητηριώδης υπήρξες μέχρι να εξαϋλωθείς. Το γράφει κι η ταλαιπωρημένη από τις σταγόνες της βροχής ταφόπλακά σου. Είναι σαν να σε βλέπω. Στριμωγμένος από γάλατα και με μια τεράστια, γελοία μάσκα να σε προστατεύει. Να προστατεύει τι; Δεν κινδυνεύεις. Δεν πρόκειται να αρρωστήσεις. Εσύ και το κτίριο που αγάπησες να εγκλωβίζεσαι μέσα του μολύνατε όσες γυναίκες μπορέσατε. Αυτό ήταν. Τις μολύνατε μέχρι το κόκκαλο. Και τότε ήταν που χαρίζατε σε αυτές και τα παιδιά τους διπλή μερίδα γάλατα. Τους ενός λίτρου, όχι του μισού. Λες και το γάλα ξεπλένει τις τύψεις.

Αυτό είναι. Είσαι καταδικασμένος να μη ζεις αλλά ούτε και να ζεις σε ένα ερειπωμένο καπνομάγαζο, ποτισμένο με χημικά και με κλεισούρα, σφραγισμένο για πάντα, δίπλα σε ληγμένα κουτιά της μεβγάλ και σε θρυμματισμένο καπνό. Γεμάτος από τύψεις. Ενα άδειο φάντασμα γεμάτο από τύψεις.
11/11/10 1 σκέψεις

Λεπροί. Υγιείς. Καμιά επίλυση



Θεσσαλονίκη. Πλάκα και Σπιναλόγκα μαζί. Λεπροί και υγιείς ριγμένοι στην ίδια στεριά. Καμιά θάλασσα ανάμεσά τους, καμιά βάρκα δε χρειάζεται για να φτάσει ο ένας στον άλλο. Προκαταλήψεις και πληγές που δεν κλείνουν στα ίδια πεζοδρόμια. Λεπροί και υγιείς κοιτάζονται στους καθρέφτες των ίδιων αυτοκινήτων αλλά ποτέ δεν διασταυρώνουν τα βλέμματά τους. Στα ίδια τετραγωνικά, οι ξεχασμένοι από θεούς υπενθυμίζουν τον πόνο σε όσους έχουν ξεχάσει να είναι άνθρωποι. Κανένα προστατευτικό πλέγμα, οι γυάλινοι κόσμοι σπάνε κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Ραγίσματα. Σιωπηρά, συνάμα τόσο διαπεραστικά «κραυγίσματα». 


Στα σούπερ μάρκετ του Βαρδάρη, κυκλοφορούν μύγες. Στις ουρές των ταμείων περιμένουν οι λεπροί και μαζί τους οι μύγες. Ζουν μαζί. Οι λεπροί που έχουν για κατοικίδιο μια μύγα και οι υγιείς που έχουν για κατοικίδιο ένα τεριέ. Μοιράζονται τον ίδιο αέρα, είτε το θέλουν είτε όχι. Αυτοί και τα κατοικίδιά τους. Η μύγα ενοχλεί τον σκύλο, ο λεπρός τον υγιή. Ακουμπάει ο ένας τον άλλο, το ένα το άλλο τυχαία στο δρόμο και ανατριχιάζουν. Οι μεν για όσα θα ήθελαν να είναι και ποτέ δεν μπόρεσαν, οι δε για όσα φοβούνται ότι θα γίνουν, μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας. 


Λεπροί με το ένα χέρι μακρύτερο από το άλλο. Περπατούν δυσανάλογα κατακερματίζοντας την αναλογία. Προσπαθούν να κρύψουν από τους πολλούς τη μοναδικότητά τους. Κακώς. Οι πολλοί, οι υγιείς δεν τολμούν να τους κοιτάξουν ούτε στα μάτια ούτε στα χέρια. Οταν φοβάσαι, όταν ιδρώνεις από το φόβο και σφίγγεις τις παλάμες μέχρι να ματώσουν κλείνεις τα μάτια, απεύχεσαι και σκέφτεσαι μπλε αμμουδιές και χρυσούς ουρανούς. Μέχρι να περάσει ο εφιάλτης. Μέχρι να φύγει μίλια μακριά. Κι όταν ξέρεις ότι δεν πρόκειται να εξαφανιστεί αλλά κρύβεται μερικά τετράγωνα παρακάτω, μαθαίνεις να μην κοιτάς. Αλλά ξέρεις πως ζει. Ξέρεις πως ζει μαζί σου, και πως όσο και να το ξεχνάς παροδικά, είναι πιο μόνιμο από ότι μόνιμο έχεις υποθέσει πως γνωρίζεις. 


Και δεν υπάρχει καμιά επίλυση.
Υπάρχει μόνο παράλυση.
Η μόνη παράλυση και η τόσο αναπόφευκτη.


(Φωτ. από deviantart.com, «beggar kid by erenerdem»)

8/11/10 5 σκέψεις

Ποτέ την Κυριακή (τρία κεφάλαια για τις εκλογές)



Κεφάλαιο 1ο

Ας το πάρουμε από την αρχή, μήπως και βρούμε τη ρίζα του κακού. Ο άνθρωπος λοιπόν, από τότε που πάτησε το πόδι του στη γη και αποφάσισε να απαρνηθεί τη μοναξιά του για να δοκιμάσει τη συντροφιά του συνανθρώπου του, ήθελε να ανήκει κάπου. Δεν είχε σημασία πού, αρκεί να μπορούσε να εξασφαλίζει μέσα από τη συνεργασία την τροφή του.

Τα (δισεκατομμύρια) χρόνια πέρασαν. Ο άνθρωπος συνεχίζει να νιώθει διαρκώς την ανάγκη να ανήκει κάπου. Εξακολουθεί να μην έχει σημασία το «πού». Σήμερα λοιπόν αυτή η επιθυμία του ονομάζεται «κοινωνικοποίηση». Ξεκινά από το σχολείο, τις παιδικές ομάδες ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, το μπαλέτο, το καράτε, τις θεατρικές ομάδες, τις χορωδίες. Κάνει όλον αυτόν τον δημιουργικό και πολύ ενδιαφέροντα κύκλο, για να καταλήξει στα κόμματα.

Ναι. Σήμερα ένας ενήλικος άνθρωπος θέλει να ανήκει κάπου και το «πού ακριβώς» παίρνει σαφή σάρκα και οστά, παρ' όλο που εξακολουθεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία. Στα κόμματα, λοιπόν, ο άνθρωπος βρίσκει μία τεράστια ομπρέλα. Νομίζει ότι αυτή θα τον προστατέψει από τα σύννεφα που βρέχουν ανασφάλειες αλλά και από τις άλλες ομπρέλες διαφορετικού χρώματος, για τις οποίες έχει πειστεί ότι θέλουν το κακό του και το κακό της δικής του, αγαπημένης ομπρέλας. Αδυνατεί βέβαια να καταλάβει πως η κάθε ομπρέλα θέλει μόνο το καλό της και πως χρειάζεται τον ίδιο και άλλους ομοίους του μόνο και μόνο για να την κρατούν με την προσπάθεια και την εμμονή τους ανοιχτή.

Αδυνατεί γενικότερα ο άνθρωπος. Κι οι ομπρέλες μένουν ορθάνοιχτες, ακόμη κι όταν στον ουρανό κρέμεται ένας τεράστιος ήλιος.

Κεφάλαιο 2

Σάββατο βράδυ, παραμονή της 7ης Νοεμβρίου. Λίγες ώρες απέμεναν για τις υψίστης σημασίας αυτοδιοικητικές εκλογές. Η πόρτα του δωματίου μου δέχτηκε δύο δειλά, διακριτικά χτυπήματα. «Ναι», είπα. Ηταν ο πατέρας μου, όπως το είχα φανταστεί.

- «Εεεε...Εκλογές αύριο, ε;», μου είπε αμήχανα.
- «Ναι».
- «Ξέρεις τι θα κάνεις, ε;»
- «Τι θα κάνω;»
- «Το σωστό. Τον τάδε θα ψηφίσεις».
- «Οποιον θέλω θα ψηφίσω».
- «Μην κάνεις έτσι τώρα. Είναι φίλος μας. Για ό, τι χρειαστούμε, εκεί θα είναι».
- «Εντάξει», είπα. Κι έκλεισε η πόρτα. Και χαμογέλασα. Ας τον αφήσω να πιστεύει αυτό που θέλει να πιστεύει. Α, ρε πατέρα. Α, ρε κάθε πατέρα σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τι να μου είναι πιο στενάχωρο; Το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν από τα βάθη της καρδιάς τους σε διεφθαρμένους μηχανισμούς όπως είναι τα κόμματα, ή το γεγονός ότι υπάρχουν οι άλλοι, οι ακόμη περισσότεροι, που μέσω των κομμάτων επιδιώκουν ξεκάθαρα το προσωπικό τους όφελος; 

Δεν έχω βρει ακόμη την απάντηση.

Κεφάλαιο 3

Από το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρέθηκα από το πρωί της Κυριακής έως το πρωί της επόμενης ημέρας, πέρασαν 246 ταυτότητες και 246 ζευγάρια χέρια. Οι πρώτες ήταν αυτές που νομιμοποιούσαν τα δεύτερα να επιλέξουν ποιον θα σταυρώσουν, ποιον θα τιμήσουν ρίχνοντάς τον σε μια κάλπη.

Πέρασαν μεγάλες γυναίκες, ηλικιωμένοι άντρες, κομματικοποιημένοι 35άρηδες, αδιάφοροι νεαροί και νεαρές, παιδιά. Πολλά παιδιά κάτω των δέκα. Περίμεναν τους γονείς τους καθισμένα σε καρέκλες, όσο εκείνοι ασκούσαν το εκλογικό τους δικαίωμα. Κουνούσαν τα πόδια τους πέρα δώθε, και στο δώθε τα χτυπούσαν με δύναμη στο ξύλο. Το έβρισκαν αστείο. Οπως και το γεγονός ότι έβλεπαν μόνο τα πόδια της μαμάς, όταν αυτή έμπαινε για λίγα λεπτά «σε ένα κουτί με μπλε κουρτίνα και ένα χρωματιστό κουδούνι που έγραφε ''εκλογές''.

Ενας ξανθός άγγελος με όλη τη θάλασσα στα μάτια του, χαμογελούσε παιχνιδιάρικα. Το πρόσωπο του έλαμπε. Η Α. τον ρώτησε:

- «Πολύ χαμογελάς εσύ, μικρέ. Σου αρέσουν τόσο πολύ οι εκλογές;»
- «Ναι. Μου αρέσουν. Πολύ».
- «Και γιατί τόσο πολύ;»
- «Γιατί ψηφίζω».

Μακάρι να μπορούσα να ηχογραφήσω την απάντηση που έδωσε στα τρία του χρόνια και να του την χαρίσω στα δεκαοχτώ του. Να θυμηθεί για ποιο πράγμα αισθάνθηκε χαρούμενος μια Κυριακή του Νοέμβρη του 2010.

Για ένα δικαίωμα που θα τον προδίδει συνεχώς, μιας και δεν πρόκειται ποτέ - δυστυχώς - να αλλάξει τα πράγματα, όσο σωστά και ολοκληρωμένα κι αν ασκείται. Ποτέ.

Ποτέ την Κυριακή.
25/10/10 0 σκέψεις

Τα ψωμιά θα πεθάνουν ψωμιά.




Η απόσταση, από το σπίτι της έως το μπακάλικο της γειτονιάς, είναι δεν είναι πεντακόσια μέτρα. Σε αυτά καλείται να χωρέσει τις όποιες εμπειρίες της από τότε που ήρθε να μείνει σε εκείνο το σπίτι. Ηταν δεν ήταν είκοσι πέντε ετών. Διπλασιάστηκαν τα χρόνια και λιγόστεψε η υπομονή. Εκανε το λάθος να υπάρξει η δεύτερη γυναίκα σε μια σχέση χρόνων που μετρούσε τρία παιδιά και κατέληξε να είναι η πρώτη γυναίκα σε μια σχέση που την κάνει διαρκώς να νιώθει τελευταία. Ολο και πιο τελευταία, μέρα με την ημέρα. 

Τρακάρω πάνω της τακτικά στο δρόμο. Τη βλέπω να κουβαλάει ψωμιά σε νάυλον σακούλες. Πέντε στο ένα χέρι και πέντε στο άλλο. Δέκα ψωμιά για δύο ανθρώπους. Πάντοτε φανταζόμουν πως ό, τι περίσσευε το έκανε κομμάτια για τα πουλιά που φώναζε κρυφά στην πίσω αυλή της. Υστερα την είδα με έναν σκύλο και έπαψα να μετράω κάθετι κρεμασμένο στα λιπόσαρκά της χέρια. 

Τον σκύλο τον έχει ακόμα. Τη συνοδεύει σε αυτήν την μόνη απόσταση που διανύει κάθε μέρα επί τόσα χρόνια. Αντικαθιστά ευγενικά την ανθρώπινη παρουσία που στην ουσία λείπει από δίπλα της και κυρίως, δεν μιλάει. Αυτή σιχάθηκε τις φωνές ανθρώπων που την εγκλώβισαν κι αυτός είναι το βουβό της δεκανίκι.

Μια φορά στις δεκαπέντε μέρες σταματά μπροστά στον μπλε κάδο της ανακύκλωσης που βρίσκεται πάνω στην στροφή. Εκτός από ψωμιά, φαίνεται πως συλλέγει και χαρτιά. Ανακυκλώνει για να ανακυκλώνεται. Χάρτινες κούτες, διαφημιστικά φυλλάδια ένα σωρό και φύλλα άγραφα, λευκά. 

Την τελευταία φορά που την πρόσεξα, κρατούσε μια στρατιά από έντυπα που με το ζόρι βαστούσε η αγκαλιά της. Είχαν γλιστρήσει μερικά από τα χέρια της, είχαν πέσει στη μέση του δρόμου κι ο σκύλος της, σαν από ένστικτο, δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία. Εκείνος προχώρησε μπροστά κι εκείνη τον ακολούθησε πιστά, αποδεχόμενη την αλλαγή των ρόλων. 

Στην άσφαλτο εκείνη την ημέρα κείτονταν προεκλογικά έντυπα. Πρόσωπα και διακηρύξεις υποψηφίων περιφερειαρχών, δημάρχων και συμβούλων. Η γυναίκα με τον σκύλο δεν είχε μπει καν στον κόπο να τα μαζέψει. Η γυναίκα με το σκύλο είχε συνεχίσει χωρίς δεύτερη σκέψη τον προγραμματισμένο δρόμο της για το μπακάλικο. Η γυναίκα και ο σκύλος είχαν χορτάσει. Από ψωμιά, ελπίδες και υποσχέσεις χωρίς ανταμοιβή. 





18/10/10 4 σκέψεις

Δάκρυα σε τούρτα. (για τη Λίνα)




Το όνομά της ξεκινούσε από Π. Εμείς τη συνηθίσαμε με ένα δισύλλαβο υποκοριστικό από Λ. Η επισήμως Π. και η μεταξύ μας Λ. έχασε τη ζωή της μόλις στα δεκαεφτά της χρόνια. Πέρασε έναν δρόμο χωρίς να τον κοιτάξει και δεν της έδωσε προσοχή ούτε κι εκείνος. Το φορτηγό τη χτύπησε λίγο πριν φτάσει στην πόρτα του λεωφορείου που είχε βάλει τα δυνατά της για να προλάβει. Ηταν Οκτώβριος.

Είναι Οκτώβριος. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια από τότε. Οποιος τη γνώριζε, έμαθε για το μνημόσυνό της μέσα από sms και mail που φρόντισαν να στείλουν συγγενείς και φίλοι. Η νέα της κατοικία βρίσκεται πια σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί βρέθηκαν όσοι ένιωσαν την ανάγκη. Εβρεχε από το προηγούμενο βράδυ, δεν σταμάτησε στιγμή να βρέχει εκείνο το πρωί.

Γύρω της μαζεύτηκαν ομπρέλες ανοιχτές. Τα χρώματά τους ήταν σκούρα, μουντά και καταθλιπτικά, όπως η υγρασία στην ατμόσφαιρα, όπως ο λόγος για τον οποίο βρίσκονταν εκεί. Το δικό της αγαπημένο χρώμα όμως ήταν το ροζ. «Εφυγε» ξαπλωμένη μέσα σε ένα ροζ σκοτάδι. Οξύμωρο. Οπως και το γεγονός ότι έπαψε να ζει πριν προλάβει να ζήσει.

Ροζ λουλούδια, ροζ μάλλινη ζακέτα στη φωτογραφία της. Η μητέρα της τα θυμόταν όλα. Η μητέρα της την θυμάται πάντα. Εφερε το μνήμα της κόρης της όσο πιο κοντά μπορούσε στην ζωντανή ανάμνησή της. Να ξεχωρίζει από μακριά το λάθος που συντελέστηκε.

Το χώμα της έχει χρώμα. Εχει πέτρα, λευκά βότσαλα και ένα γαλαζοπράσινο υλικό που σχηματίζει μια λίμνη, με νεράϊδες και πλαστικές μέλισσες. Μοιάζει με εκείνες τις παιδικές τούρτες, που τις καλύπτει ένα ζελέ στο χρώμα της θάλασσας, που πάνω του χτίζεται ένα ολόκληρο παραμύθι με ήρωες ζαχαρωτούς.

Μοιάζει, δεν είναι. Αν ήταν τούρτα, το βουβό κλάμα θα γινόταν ηχηρό γέλιο. Και το σφίξιμο στο στομάχι θα ήταν από αυτό το γέλιο. Και τα γυαλισμένα μάτια θα ήταν από τα γλυκά δάκρυα που φέρνει αυτό, όχι από εκείνα του πόνου. Τα δάκρυα που πέφτουν σε ένα χώμα καμωμένο σαν να ‘ναι τούρτα, όσο κι αν στερεύουν δεν παύουν να κυλάνε ποτέ. Και δεν την ξεπλένουν ποτέ.


11/10/10 0 σκέψεις

Ακρωτηριάσου(τ)!



«Το ΙΚΑ αρνείται να καλύπτει τα έξοδα για την αγορά ειδικών διαβητικών παπουτσιών. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με τη χρήση τους δεν αποφεύγεται ο ακρωτηριασμός του ποδιού, απλά καθυστερεί για ένα δύο χρόνια και το αναμενόμενο όφελος θα είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο κόστος».

Δεν ήταν η πρώτη εξοργιστική είδηση που έπεφτε στην αντίληψή του. Σίγουρα δεν θα ήταν και η τελευταία. Ηταν, όμως, η πρώτη φορά που άκουγε κάτι που τον αφορούσε άμεσα. Το Ιδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης του ανακοίνωνε μέσα από μια μικρή οθόνη ότι ο ακρωτηριασμός του θα συνέφερε περισσότερο το Ταμείο από την υποβοήθειά του.

Δεν είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.Υπήρξε προσεκτικός στον τρόπο ζωής του μέχρι τώρα. Συμβίωνε με την ασθένειά του δίχως εκείνη να του κόβει τα φτερά. Δεν θα του έκοβε αμαχητί ούτε τα πόδια. Αν πλησίαζε εκείνη η ώρα, θα πάλευε με όλες του τις δυνάμεις.

Μα τώρα άκουγε κάποιον άλλον να του τα κόβει. Τα πόδια και τα φτερά. Κάποιος που δεν γνώριζε την προσωπική του ιστορία, όπως χιλιάδες άλλες ιστορίες χιλιάδων άλλων διαβητικών, πήρε μια απόφαση. Του έφερνε ένα τελεσίγραφο απειλητικά κοντά του, του ζητούσε να θυσιάσει τα κάτω άκρα του για να καλύψει τρύπες ενός δημόσιου Ταμείου τις οποίες δεν σκάλισε ο ίδιος.

Κοίταξε στο δρόμο από το παράθυρό του. Ανθρωποι πηγαινοέρχονταν. Εκλεισε τα μάτια και τους φαντάστηκε όλους ακρωτηριασμένους. Σκέφτηκε πόσα χρήματα θα εξοικονομούσε το Κράτος αν εκατομμύρια ανθρώπων ξυπνούσαν μια μέρα χωρίς πόδια. Η αναπηρία τους θα θεωρούνταν φυσιολογική και το Κράτος δεν θα τους παρείχε επιδόματα. Δεν θα οδηγούσαν αυτοκίνητα και μηχανές, δεν θα προκαλούνταν ατυχήματα κι έτσι το Κράτος δεν θα τους εξασφάλιζε ιατρική κάλυψη. Δεν θα ζούσαν όπως θα ήθελαν να ζουν, άρα το Κράτος δεν θα έπρεπε να είναι δίπλα τους όπως θα έπρεπε να είναι.

Ανοιξε απότομα τα μάτια.Τρόμαξε, γιατί πέρασε από μπροστά του η ταφόπλακα των ονείρων του. Δεν πρόλαβε να συγκρατήσει ποιο μήνυμα ήταν χαραγμένο πάνω της. Είδε μόνο ότι ήταν προσφορά μιας λέξης με τρία γράμματα, που ξεκινούσε από γιώτα και τελείωνε σε άλφα. Εσφιξε τα πόδια του και έκλεισε την τηλεόραση. Φτάνει για σήμερα. Φτάνει πια.  
14/9/10 0 σκέψεις

Κοίτα. Αυτοί.


 «Κοίτα εγώ/ αν μου επιτρέπεις/ δεν είμαι μόνο αυτό που βλέπεις/ κι είναι φορές που αναρωτιέμαι/ πώς καταφέρνω και κρατιέμαι». Το λεωφορείο στρίβει δεξιά. Στο φανάρι του Βαρδάρη, ένας άντρας περιμένει τη σειρά του, να ανάψει ένας πράσινος κύκλος για να διατρέξει τη δική του ευθεία. Τα πόδια του τον κρατούν μετά βίας. Είναι και τα δυο τους δύσμορφα και αδύναμα, σχεδόν ατροφικά. Είναι σαν να τον βαστά όρθιο ένα αόρατο, προσωπικό του στήριγμα. Το φανάρι ανάβει πράσινο, ο άντρας περνά και έπειτα στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο για ώρα. Περιμένει να δει αναμμένο ακόμη ένα πράσινο φως, πιο φωτεινό και ελπιδοφόρο από εκείνο του φαναριού αλλά τα χρώματα στη ζωή του έχουν πια τεθεί εκτός λειτουργίας.

«Κοίτα εγώ/ αν θες να ξέρεις/ είμαι όλα αυτά που αναφέρεις/ μόνο που κάπου κατά βάθος/ όποιος με ξέρει κάνει λάθος». Το λεωφορείο συνεχίζει την πορεία του προς τα δυτικά. Μια καμμένη από τον ήλιο φιγούρα κάθεται οκλαδόν στην άσφαλτο, ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τα μάτια του γυαλίζουν κι έχουν την λάμψη της τρέλας που δεν γιατρεύεται πια. Χαμογελά σε ανθρώπους σκυθρωπούς, πνιγμένους μέσα σε προβλήματα μικρά. Στο λαιμό του έχει περασμένες χάντρες πολύχρωμες, τις στροβιλίζει στα δάχτυλα του και δείχνει χαρούμενος σαν από παιδί. Σαν να γνωρίζει κάτι που οι άλλοι αγνοούν. Ή σαν να θυμάται κάτι που οι άλλοι επιμένουν να αφήνουν ξεχασμένο.

«Του το κρατάω αυτού του κόσμου/ που δεν μ’ ανήκει ο εαυτός μου/ γι’ αυτό τα δίχτυα που του ρίχνω/ είναι όσα θέλω εγώ να δείχνω». Δυτικά και πάλι, στην γκρίζα πλευρά της πόλης. Εξω από το ψυχιατρείο, ζωές εξαρτημένες από τον θάνατο προσποιούνται την απεξάρτησή τους. Συζητούν μεταξύ τους αποστεωμένα και καπνίζουν. Φωνάζουν, βρίζουν κι άλλες πάλι φορές ηρεμούν ανησυχητικά. Κάπου εκεί, σε παύσεις, σε σκέψεις που για δευτερόλεπτα χωρούν στο μυαλό τους, αφήνουν το θυμό στην άκρη και παλεύουν να πάρουν πίσω αυτό που έχασαν. Τον εαυτό τους στα για λίγο αποφασισμένα χέρια τους.
7/9/10 2 σκέψεις

Πυγολαμπίδες σε τσιμεντένια κουτιά



Είναι κάτι νύχτες που τα φώτα στα δωμάτια παραμένουν ανοιχτά μέχρι αργά. Περπατώντας στους άδειους δρόμους, τα μάτια στρέφονται εκεί. Σε σαλόνια, κουζίνες και υπνοδωμάτια που δεν κοιμούνται και μοιάζουν με τσιμεντένια κουτιά που κατάπιαν πυγολαμπίδες μέσα στο σκοτάδι. Και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μαντέψεις, ποια από αυτά φωτίζουν επειδή το θέλουν και ποια είναι εκείνα που δεν σβήνουν γιατί κάτι βαρύ τα κυνηγά και δεν τους το επιτρέπει.

Θυμάμαι πάντοτε τα λόγια της μητέρας μου και την παλάμη της να σχηματίζει τετράγωνα και νουθεσίες στον αέρα. «Να μην είσαι αδιάκριτη, να μην κοιτάζεις τι κάνει ο άλλος μέσα στο σπίτι του, ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν ξέρει ότι τον παρατηρείς». Αλλά οι πυγολαμπίδες στα κουτιά δεν ησυχάζουν και οι μητρικές συμβουλές δεν γίνονται τελικά ποτέ πράξη.

Δεν είναι ότι καταλαμβάνεσαι από κάποιο είδος μανιώδους περιέργειας και γι' αυτό το βλέμμα σου γίνεται όλο και πιο ερευνητικό. Είναι ότι προσπαθείς στον αέρα της πόλης, μέσα στη νύχτα της, να ανιχνεύσεις τα συναισθήματα και τις καταστάσεις που κρύβονται στα κουτιά και τα κάνουν να συμβιώνουν με τις πυγολαμπίδες τους. Είναι μια μορφή παράξενης και σιωπηρής κοινωνικοποίησης που σε τροφοδοτεί με δύναμη να αντέξεις το φως, όχι της πυγολαμπίδας που κατάπιες, αλλά της επόμενης ημέρας που έρχεται χωρίς τη δική σου συναίνεση.

Κι είναι που και τα κουτιά είναι μια επικίνδυνη λέξη, είτε τα πνίγει το φως είτε το σκοτάδι. Ενα αγαπημένο πρόσωπο συμβουλεύει τα πρόσωπα που αγαπά να δραπετεύσουν από τα κουτιά, στα οποία έχουν αιχμαλωτίσει τους εαυτούς τους. Γιατί τα κουτιά δηλώνουν εγκλεισμό ψυχής και λανθασμένα στοιχειοθετημένες προτεραιότητες. Κι οι κουζίνες με τα ανοιχτά φώτα τα μεσάνυχτα εκπέμπουν αδιέξοδα που αναζητούν τις λύσεις τους σε τέσσερις τοίχους. Και τα σαλόνια που έχουν στο στομάχι τους πυγολαμπίδες λάμπουν την ώρα που θα ήθελαν να μείνουν για πάντα σκοτεινά, που θα ήθελαν να μείνουν για πάντα μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα που ψάχνουν να κοινωνικοποιηθούν δίχως λέξεις.

30/8/10 2 σκέψεις

Η Ζωή του και η βαλίτσα



Στο ένα του χέρι κρατούσε μια βαλίτσα. Μια βαλίτσα που ήταν η ζωή του, γιατί είχε μπαλώματα, γιατί την έσερνε πάνω σε ασταθείς ρόδες, γιατί ήταν ασφυκτικά γεμάτη με άχρηστα αντικείμενα που τον βάραιναν και του ψαλίδιζαν την ώθηση. Στο άλλο του χέρι, το δεξί, που ήταν με έναν οξύμωρο τρόπο εκείνο της καρδιάς του, κρατούσε την κόρη του. Μια ύπαρξη λίγων χρόνων που τον κοιτούσε στα μάτια όσο εκείνος κοιτούσε πότε θα αδειάσει ο δρόμος για να τις περάσει απέναντι. Την βαλίτσα, την ζωή του, την κόρη που ήταν η Ζωή του και τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεν υπολόγισε καλά την απόσταση, η προσοχή του φαινόταν πως τον είχε προδώσει χρόνια τώρα μαζί με τα όνειρα για μια βαλίτσα αλλιώτικη. Δοκίμασε να διασχίσει έναν δρόμο διπλής κυκλοφορίας, κρατώντας τη ζωή και τη Ζωή του από τα δυο του χέρια. Τα φώτα πλησίαζαν μέσα στο σκοτάδι κι όσο τα ένιωθε κοντά του, τόσο ένιωθε τις αγοραφοβικές του διαθέσεις να τον κυριεύουν. Προσπάθησε να τρέξει σέρνοντας τη βαλίτσα και επιτρέποντας στα πόδια της κόρης του να τρέξουν κι εκείνα, σφίγγοντας της το χέρι. Δεν θα προλάβαινε, δεν θα προλάβαιναν κι οι ζωές να φτάσουν στην απέναντι αίσθηση ασφάλειας από τσιμέντο.

Επέλεξε να τις τραβήξει από το έδαφος, να σηκώσει τις ρόδες της ζωής του και τα πόδια της Ζωής του όσο πιο ψηλά και γρήγορα μπορούσε με δυο τρεμάμενα χέρια. Κάτι δεν έκανε καλά, οι πρωτοβουλίες τον είχαν προδώσει χρόνια τώρα, δεν του υπόσχονταν αποτελεσματικότητα. Το φοβισμένο χέρι της μικρής, ξανθομαλλούσας του Ζωής γλίστρησε και αποχωρίστηκε το δικό του. Η Ζωή του κυλίστηκε στον δρόμο κι έβαλε τα κλάματα. Δοκίμασε να πάψει το αίμα από τα γόνατά της μα δεν έπαψε τα δάκρυα. Τα φώτα στο δρόμο διπλής κυκλοφορίας πλησίασαν, προλαβαίνοντας να φρενάρουν πριν αγγίξουν κάποιο νήμα.

Κι έμεινε ο ίδιος του αγκαλιά με τη βαλίτσα, με τις ρόδες της και τη ζωή του, που δεν άφησε από τα χέρια του όση ώρα παρακολουθούσε την άλλη του Ζωή να την γλιτώνει ένα θαύμα. Την παρέδωσε στην αγκαλιά της μητέρας της, κολλώντας την άλλη του παλάμη στη χειρολαβή μιας αποσκευής βαριάς με μπαλώματα αποπνικτικά. Στην εμμονή με μια ζωή που τον κρατά και θα τον κρατά αιωνίως μίλια μακριά από τη Ζωή του.
20/7/10 0 σκέψεις

* Μπες και μάθε να αγαπάς



Για τα καράβια που αράζουν στο Θερμαϊκό, ο καθένας έχει να διηγηθεί και από μια ιστορία. Αλλοι χτυπούν υπερωρίες στα ξύλινα καταστρώματα με ένα και δύο και τρία και τέσσερα ποτά αγκαλιά. Αλλοι τα έχουν συνδέσει απλώς με την ανάγκη τους για διέξοδο από το τσιμέντο της πόλης. Με κάθε τρόπο, η εικόνα τους θα χαρακτηρίζει πάντοτε την καλοκαιρινή Θεσσαλονίκη.

«Ραντεβού στο Αγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μην αργήσεις». Δεν θα αργήσω, λες. Ελα όμως που το κάνεις. Γιατί λίγο πριν φτάσεις μπροστά στην είσοδο του αγαπημένου σου, απολαμβάνεις να κοιτάζεις τα υπόλοιπα να πλέουν στα ομολογουμένως όχι και τόσο γαλανά αλλά αγαπημένα νερά του Θερμαϊκού. Τα τέσσερα καραβάκια περιμένουν στωικά κόσμο να τα επισκεφτεί και να απολαύσει ένα γύρο στον κόλπο μιας πόλης που ωθεί συχνά τους κατοίκους της να αποδράσουν έστω και για λίγα λεπτά από κοντά της.

«Αργησες τελικά. Δεν πειράζει, ας αποδράσουμε παρέα». Στέκονται και τα τέσσερα στη σειρά, το ένα σχεδόν δίπλα στο άλλο. Ο δικός σου ρόλος τελειώνει εκεί που πρέπει να επιλέξεις σε ποιο από όλα θα επιβιβαστείς, σε ποιο θα πιεις την μπύρα ή τον καφέ σου, παρατηρώντας την μεγαλούπολή σου από απόσταση ασφαλείας. Ξέρεις γιατί πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν να αφεθούν στο τιμόνι των καπετάνιων, σε απογευματινές και βραδινές καθημερινές βόλτες; Είναι μάλλον που αυτή η απόδραση είναι πραγματική και αναγκαία. Είναι που βλέπεις από μακριά και αποστασιοποιημένος μια Θεσσαλονίκη, την οποία, με το φως του ήλιου, περπατάς με γοργά βήματα και με το καυσαέριό της σου καίει την ανάσα, σε γεμίζει με άγχος. Τουλάχιστον, πάνω στα καραβάκια οι βρώμικες σταγόνες του Θερμαϊκού μοιάζουν ελάχιστα πιο υποφερτές.

«Πες μου μια ιστορία που θυμάσαι από μια βόλτα σου. Δεν μπορεί, σίγουρα κάτι θα υπάρχει». Ο υπεύθυνος ενός από τα καραβάκια θυμάται μια παρέα νεαρών, ελαφρώς μεθυσμένων που πέρασαν την είσοδο και επέμεναν ότι το καράβι ανήκει στον πειρατή Μπαρμπαρόσα. Μια κοπέλα φέρνει στην μνήμη της κάποιον τύπο που την πλησίασε λέγοντάς της πως έχει κινηματογραφικό βλέμμα. Δεν έμαθε ποτέ το όνομά του, η σύντομη κουβέντα τους στο καράβι είχε επίσης κινηματογραφικό, αιφνίδιο τέλος. Αλλος θυμάται την πρώτη βαρελίσια μπύρα που παρήγγειλε μετά την απόλυσή του, κάνοντας μια βόλτα ελάχιστα μακριά από την πόλη και τις συμπεριφορές που τον πλήγωσαν. Μια μπύρα που κατέβασε συντροφιά με φίλο και συνάδελφο, την πρώτη φορά που αντάλλαξαν ο ένας με τον άλλο φιλοφρονήσεις για τη δουλειά τους από καρδιάς.

«Κι είναι κι ο κόσμος που ανεβαίνει στα καράβια. Υπάρχεις τελικά μόνο όταν συνυπάρχεις». Αν μιλήσεις ειλικρινά, θα παραδεχτείς ότι στον κόσμο που επιλέγει να διασκεδάσει στα καραβάκια είχες καρφώσει ταμπέλες. Ελεγες για περσόνες παρηκμασμένες, που όσο νυχτώνει τόσο περισσότερο κάνουν την παρουσία τους αισθητή. Κι όμως δεν είναι έτσι. Ρίξε μια ματιά στα παπούτσια τους. Θα δεις σταράκια, σκαρπίνια, πέδιλα απλά και άλλα ψηλοτάκουνα μέχρι και αθλητικά που κρύβουν παιδικά δάχτυλα. Ρίξε και ματιά στα μάτια τους, σε κάθε ύψος. Θα δεις την ανάγκη τους για χαλάρωση, μόνο η παρουσία αυτής της ανάγκης γίνεται αισθητή από το απόγευμα μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας.

«Και για το τέλος; Ισως το ραντεβού ανανεώνεται αυτόματα, χωρίς κουβέντα». Κάθε τέλος μιας βόλτας είναι η αρχή της επόμενης. Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου μένει εκεί να θυμίζει καθημερινά τα ραντεβού και τα καραβάκια αμετακίνητα, μέχρι ο καιρός να πάψει να τους το επιτρέπει. Με τις φωτογραφίες που έβγαλες στην είσοδό τους, αναρωτιέσαι τι θα κάνεις. Συνδύασέ τες με μνήμες και φτιάξε ένα φανταστικό αρχείο αναμνήσεων. Ας είναι μόνο αυτή η κατηγοριοποίηση που θα αφορά τα καραβάκια του Θερμαϊκού.

INFO
Ο τίτλος είναι συνέχεια στίχου του τραγουδιού με τίτλο «Καραβάκια» της Νατάσσας Μποφίλιου. «Κι αν μαθαίνεις την αγάπη/στα ταξίδια που θα πας/ μέσα σ' ένα καραβάκι/ μπες και μάθε ν' αγαπάς». Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος, μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης, από το δίσκο «Μέχρι το τέλος». 

(Διαδρομές, 18.07.2010)

0 σκέψεις

Μεικ απ (π)άρτ.


Ηταν πέντε γυναίκες πάνω σε έναν κόκκινο, δερμάτινο καναπέ. Μία από αυτές, ήμουν κι εγώ. Νόμισα προς στιγμήν πως ο πραγματικός λόγος της επίσκεψής μου φάνηκε στα μάτια μου. Εκανα λάθος που τα έριξα στο πάτωμα, κανείς δε με πρόσεχε. Πήρα να συμπληρώσω μια φόρμα ενημέρωσης. Την έδωσε στα χέρια μου μια γλάστρα με ταγιέρ που στεκόταν δίπλα σε μια γλάστρα με ορχιδέες. Επνιξα ένα γελιο.. Ποιος μπορεί να ενδιαφέρεται για επαγγελματικό μακιγιάζ και τα προϊόντα του την ώρα που αύριο ίσως να μην έχει επάγγελμα ο ίδιος;

Στον έκτο όροφο του εμπορικού κέντρου δεν είχε σήμα. Το κινητό μου θα δεχόταν και θα έκανε μόνο επείγουσες κλήσεις. Δεν είχα καμιά διέξοδο προς τον πραγματικό κόσμο και δεν μπορούσα να ακούσω αγαπημένη μουσική από τα ακουστικά μου. Μία από τις κοκέτες που κυκλοφορούσε στους κατάλευκους διαδρόμους ήρθε και μας φώναξε να την ακολουθήσουμε σε μία ακόμη πιο κατάλευκη αίθουσα. Το λευκό πάντα με τρόμαζε.. Μου θύμιζε τρελούς και τρελαμένους.

Ο μέικ απ άρτιστ μιλούσε για τις σκιές, τα γκλίτερ και τα ρουζ, προσπαθώντας να κρύψει τη θηλυκή του φύση. Η γυναίκα με τα άσπρα ρούχα και τα κόκκινα αξεσουάρ προσπαθούσε να γίνει κομμάτι ενός κόσμου στον οποίο δεν άνηκε ούτε θα ανήκει ποτέ της. Εκανε ερωτήσεις για την «πούδρα που βάζει το πρωί στο σπίτι τσατ πατ» και για το «αν τα καλλυντικά έχουν διάρκεια ζωής». Επνιξα κι άλλο γέλιο βεβαιώνοντας τις δολοφονικές μου διαθέσεις πάση φύσεως.

Η μυρωδιά του επαγγελματικού μακιγιάζ, της επαγγελματικής αποξένωσης, του επαγγελματικού παράλληλου σύμπαντος με ξεπερνούσε. Επρεπε να φύγω κι όμως η διαστροφή του να βρίσκομαι σε ένα χώρο που δεν θα ξαναβρεθώ ποτέ για να ζήσω μερικές στιγμές που θα με σπρώξουν να γράψω, με έκανε να παραμείνω. Μόνο το μακιγιάζ - δώρο μετά το τέλος της ενημέρωσης δεν μπόρεσα να αντέξω. Οι βιωματικές εμπειρίες έχουν κι ένα όριο σε αντίθεση με τον υπέρμετρα υλιστικό μας κόσμο.
20/6/10 2 σκέψεις

Γερνώντας..



Το σκυλί μου ξερνάει. Ξερνάει γιατί γερνάει. Βήχει και φτύνει τον πόνο του. Κι ίδιοι οι άνθρωποι που το αγαπήσαμε από μικρό, τώρα αποφεύγουμε να το πλησιάσουμε. Αυτά τα καστανά μάτια, που πάντα μου θύμιζαν τα δικά μου και με στήριζαν σιωπηλά κάτι κρύα, χειμωνιάτικα βράδια, τώρα αντιλαμβάνονται την αποστροφή και χαμηλώνουν. Πάνε περίπου οκτώ χρόνια από τότε που γεννήθηκε, οκτώ χρόνια που αν τα πολλαπλασιάσεις με το επτά φτάνουν τα πενήντα έξι ανθρώπινα χρόνια. Αν το σκυλί μου ήταν άνθρωπος θα περίμενε αδίκως να βγει στη σύνταξη, θα έβηχε, θα έφτυνε και θα ξερνούσε. Στην αποστροφή και στις γυρισμένες πλάτες θα μετρούσε χρόνια προϋπηρεσίας και στα δήθεν καλοπροαίρετα χάδια χρόνια δανεικής και αγύριστης επιστοσύνης.

Τώρα που το σκυλί μου είναι σκυλί, καταφέρνει να ξερνάει καθώς γερνάει, και εμείς μένουμε απλώς να γερνάμε, χωρίς να τα έχουμε καταφέρει ποτέ και σε τίποτα.
17/6/10 0 σκέψεις

Ηλεκτρικά συγνώμη.



 «Στους δρόμους υπάρχουν άνθρωποι. 
Ας σταματήσουμε ένα λεπτό για να τους κοιτάξουμε». 

Μέσα στα σπίτια μας υπάρχουν άνθρωποι και δεν μοιραζόμαστε τα λεπτά μας. Στα δωμάτιά μας υπάρχουν καθρέφτες και τρέμουμε στην αντανάκλασή τους. Τα λεπτά καταντούν αιώνες και πού καιρός να βιώσεις κάτι αιώνιο; Δίπλα μας κάθονται άνθρωποι, στις στάσεις των λεωφορείων, στα παγκάκια, στα πάρκα και στις ουρές των δημοσίων. Δεν σταματάμε για να τους κοιτάξουμε, έχουμε σταματήσει να τους κοιτάμε, να μας κοιτάμε γιατί το βλέμμα που καρφώνεται προϋποθέτει πόνο και συνειδητοποίηση. Και να υπομένεις με χάπια τον πόνο, για τη συνειδητοποίηση δεν φρόντισε κανένας κολοσσός.

«Σταματήστε να νανουρίζεστε με ψευδαισθήσεις, 
κοιτάξτε τη μιζέρια κατά πρόσωπο».

Δίπλα μας, μέσα μας, πάνω μας, γύρω μας κατοικούν οι άνθρωποι και θέλουν να φωνάξουν δυνατά, να αναβλύσουν αηδία από κάθε ανοιχτό τους πόρο. Και δεν ξέρουν απέναντι σε ποιον, για ποιον ακριβώς λόγο, με ποιο συγκεκριμένο τρόπο και ποιους αναίσχυντους δρόμους θα αποκλείσουν με αυτό το ποτάμι αηδίας που θα ξεχυθεί από μέσα τους. Αν με την ορμή τους θα ξεπλύνουν τη μιζέρια ή αν θα παρασύρουν κι ανυποψίαστα μάτια που τα κατοίκησε αυτή βάναυσα, βίαια και καταλυτικά.

«Η πόλη ζει στο ρυθμό μιας ηλεκτρικής ρίμας». 

Ρίμα, σαν ομοιοκαταληξία. Σαν όλα τα ανόμοια μεταξύ τους πράγματα που υπό συνθήκες σχηματίζουν ομοιοκαταληξία. Οι άνθρωποι μεταξύ τους, εκείνοι οι γύρω μας, οι δίπλα μας, οι πάνω μας, οι μέσα μας που αναγκάζονται να ομοιοκαταληκτούν χωρίς όμως αισθητικό αποτέλεσμα. Να ομοιοκαταλήγουν στην ίδια, όμοια θέση που η μιζέρια τους όρισε, διατηρώντας ανέπαφη, σαν κόρη ωχαδερφισμού, την ομοιογένειά τους.
Ηλεκτρικά συγνώμη.
 
;