30/12/11 0 σκέψεις

Πριν. Μετά.


Δυο μέρες πριν από μια νέα χρονιά
εγώ είμαι ακόμα εγώ
με το πριν, το μετά και έναν αρκούδο
που κάποτε του ξερίζωσα την καρδιά από τις κλωστές 
χωρίς να ξέρω ότι θα συνεχίσει να ζει
μόνο και μόνο για να μου θυμίζει
ότι το πριν και το μετά
χωρίζονται από μια λεπτή, μαύρη γραμμή
που συνήθως φτιάχνεις μόνος σου
και την λεπταίνεις άλλοτε περισσότερο
κι άλλοτε λιγότερο.
ανάλογα με το πόσο αντέχεις αυτά τα δύο τόσο κοντά
το ένα στο άλλο
και το άλλο στο ένα.



28/12/11 1 σκέψεις

Για μια νιφάδα*




Έξω δεν χιονίζει. Μόνο με φύλλα γέμισαν οι δρόμοι. Κίτρινα και πλατιά, σαν να ‘ναι φθινόπωρο. Σε λίγες μέρες θα αλλάξει ο χρόνος και δεν είδα ούτε μια λευκή νιφάδα. Στεναχωριέμαι. Νομίζω φαίνεται στο χαμόγελό μου που άλλαξε καμπύλη και κοιτάζει προς τα κάτω. Γι’ αυτό σταματούν οι άνθρωποι μπροστά μου και με καρφώνουν με το βλέμμα τους. Πώς είναι δυνατόν να είναι θλιμμένη μέσα στις γιορτές, αυτό θα σκέφτονται. Δε με νοιάζει όμως. Προχθές μόνο με πείραξε που μια κυρία με σημάδευε με το δάχτυλό της και τραβούσε δυο φίλες της από τα μανίκια για να με δείξει και σε αυτές. Έκαναν μια γκριμάτσα, σαν να αηδίασαν από μια ξινισμένη μυρωδιά και άλλαξαν δρόμο. Ακόμα το θυμάμαι αλλά θα μου περάσει. Θα γίνω πιο δυνατός άνθρωπος.

Έχω δίπλα μου ένα κηροπήγιο με εφτά χρυσά κεριά, δυο κόκκινες μπάλες με ασημόσκονη και ένα κουκουνάρι. Καμιά φορά, όταν βαριέμαι πολύ, κάθομαι και τα μετράω. Εφτά και δύο και ένα κάνουν δέκα. Μετά αφαιρώ, μετά πολλαπλασιάζω. Κι όταν θέλω να κοιμηθώ κάνω το ίδιο. Είναι λίγο άβολα επάνω στη συρταριέρα αλλά αυτή είναι η θέση μου και θα είναι γρουσουζιά να την αλλάξω. Το άκουσα που το έλεγαν δυο κοπέλες που καθάριζαν τα τζάμια. Έλεγαν πως αν μετακινήσεις τις κούκλες σε άλλη μεριά της βιτρίνας δεν πουλιούνται τα ρούχα που φοράνε, έτσι είχαν προσέξει πως γίνεται. Τρόμαξα τότε, μπορεί και να ανατρίχιασα από την κορφή μου ως τα νύχια και είπα να μείνω εδώ για πάντα.

Τώρα που σκέφτομαι ότι με είπαν κούκλα, νιώθω καλύτερα. Η καμπύλη στα χείλη μου στράφηκε προς τον ουρανό. Να και η πρώτη νιφάδα, πέφτει.

Καληνύχτα. 

*Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #13, Δεκέμβρης 2011
26/12/11 0 σκέψεις

Rosebud.



"Η ζωή ενός ανθρώπου δεν εξηγείται με μια λέξη.

Το rosebud είναι ένα κομμάτι του παζλ. 


Ένα χαμένο κομμάτι".


«Citizen Kane, 1941»
20/12/11 0 σκέψεις

Τρύπες αίμα.



Κι ήταν ένα κορίτσι που συνέχεια μπάλωνε κι εγώ που όλο το παρατηρούσα από μακριά. Τσιμπούσε με τις βελόνες του το γκρίζο ύφασμα σε ένα παλτό με αράχνες. Καθόταν όρθιο, εγκλωβισμένο σε ένα τετράγωνο πεζοδρομίου και πάσχιζε να κρύψει τρύπες με ιστούς από μέλια και δάκρυα. Ακίνητο για χρόνια. Σχεδόν ευτυχισμένο με τα χέρια στην ίδια κίνηση. Μέρες και νύχτες, χωρίς σταματημό.

Τα μάτια της, καρφωμένα από τον σκυμμένο της κορμό στα βελούδινα μπαλώματα. Δεν έβλεπα το χρώμα τους. Δεν μπορούσα να δω το βλέμμα της, μακριά εγώ, συνήθειες πιο έξω από τον τετράγωνο κόσμο της. Ώσπου γυάλισαν μια μέρα και έλαμψαν και μέσα στα δικά μου.

Πέταξε το παλτό και τις αράχνες και τα μέλια και τα δάκρυα. Και τα μπαλώματα τα ξερίζωσε και τα πάτησε μέχρι να δει το αίμα τους να ξεπλένεται από τη βροχή που κατέβηκε από τους ουρανούς. Περπάτησαν οι σταγόνες στο έδαφος και εκείνη έτρεξε σαν τρελή στη μέση του δρόμου.

Στη μέση του. Στάθηκε εκεί, με το φανάρι πράσινο για τα αυτοκίνητα και τις βιασύνες τους.

Εγώ παρατηρούσα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, έγινα τσιμέντο μέσα σε ένα τετράγωνο πεζοδρομίου. Πήρα τη θέση που είχε εκείνη, αλλά από την αντίθετη πλευρά.

Στη μέση του δρόμου, ξάπλωσε. Ένα με τις λευκές γραμμές στην άσφαλτο. 

Μπάλωμα η ίδια της. 

Κι εγώ ακόμη να παρατηρώ τις τρύπες του κόσμου που καλύπτει..
25/11/11 2 σκέψεις

Μόνο οι λέξεις.



Οι λέξεις μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Πάντα νικούν στο τέλος. Οι λέξεις. Μόνο αυτές. Εγώ δεν το είχα σκεφτεί ποτέ τόσο ξεκάθαρα. Από την Π. το άκουσα πρώτη φορά. Νομίζω ήταν εκείνο το απόγευμα που κατηφορίζαμε στα Λαδάδικα. Φλεβάρης ήταν. Λίγο πριν ή λίγο μετά από τα γενέθλιά μου. Τότε που είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου και μου είπε πως το ίδιο είχε πάθει κι εκείνη. Πήγαμε στην «Πρωτοπορία» και μου χάρισε τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της, Μαργαρίτα Καραπάνου. «Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς», ο τίτλος. «Στη θάλασσα, στον έρωτα, πρέπει πάντα να βουτάμε με το κεφάλι». Τι σπουδαία φράση, σκέφτηκα, και συνεχίσαμε το δρόμο μας για κάπου ζεστά και πέτρινα. Έκανε κρύο κι έσφιγγα το βιβλίο πάνω στο σώμα μου. Έσφιγγα και τη στιγμή που μου φανερώθηκε το μήνυμα των λέξεων, το νόημα, οι λέξεις οι ίδιες. Ένιωθα τόσο τυχερή που ήξερα πια πως ό, τι γράφεται, δεν μπορεί ποτέ να νικηθεί.

Σήμερα, όπου κι αν γυρίσω να κοιτάξω, βλέπω λέξεις ηττημένες. Κι όταν πηγαίνει να με πάρει από κάτω, θυμάμαι τις δυο Μαργαρίτες, τις ξεσκονίζω, τις ξαναρίχνω μια ματιά και παίρνω δύναμη. 

Κι αυτό το κείμενο, δεν έκανα καμιά προσπάθεια να το κάνω περίτεχνο, να αντικαταστήσω κάποιες λέξεις με άλλες, περισσότερο σκοτεινές ή μυστήριες. Τις άφησα, απλά, να βγουν από μέσα μου. Και το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα νικήσουν. Τίποτα δεν μπορεί να πάει ενάντια στη φύση (του).
15/11/11 0 σκέψεις

Ανάσες.



Νομίζω ότι η σιωπή δεν ταιριάζει σε κανένα. Ίσως, μόνο στη μοναξιά. Όταν τα χνώτα γίνονται δύο, ξεκλειδώνεις τους ψιθύρους σου. Το χρωστάς στα ποτάμια που έχεις για μάτια. Στο φεγγάρι που καθρεφτίζεται επάνω τους και κυλάει ελπίδα. Οι λέξεις έρχονται πάλι στο χέρι. Κι ο λυρισμός, κι αυτός έρχεται. Σχηματίζονται στο απέναντι μάγουλο τα λόγια. Τα δάχτυλα χορεύουν πάνω στον πάγο. Καμιά φορά, τον πληγώνουν για να λιώσει. Δεν είναι από κακία, από ανάγκη είναι. Ψάχνω ακόμα τρόπους να καρφώσω τις ανάσες στον ίδιο ρυθμό.

Εισπνοή.

Εκπνοή.

Τους βρίσκω.

Τους  χάνω.

Τους βρήκα.
12/11/11 2 σκέψεις

Εμφύλιος*



Γράφω πρώτα τον τίτλο με τεράστια γράμματα για να το συνειδητοποιήσω. Να ξεχειλίσει η οθόνη και όλη η χώρα, αν χρειαστεί. Ζούμε έναν εμφύλιο πόλεμο ξανά από την αρχή. Αναρωτιέμαι αν φταίει η ρημάδα η ιστορία που επαναλαμβάνεται με τόση ακρίβεια ή τα μυαλά που κουβαλάμε και δεν λέμε με τίποτα να τα βάλουμε να δουλέψουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Δύο κατηγορίες πολιτών θα συναντήσεις στην Ελλάδα του ΔΝΤ και του 2011. Εκείνους που βγαίνουν στους δρόμους και διαμαρτύρονται για την επερχόμενη εξαθλίωση και εκείνους που τους κατηγορούν ότι η αγανάκτηση δεν είναι λύση. Εκείνους που ρίχνουν τα γιαούρτια στους πολιτικούς κι εκείνους που θεωρούν πως οτιδήποτε πρόβειο σε πρόσωπο εκλεγμένου εκπροσώπου είναι τραμπουκισμός. Στην Ελλάδα, θα βρεις και πάλι ανθρώπους να διαφωνούν δραματικά μεταξύ τους. Εκείνους και εκείνους.

Και δεν είναι ότι οι αντίθετες απόψεις είναι κάτι που απεύχομαι. Άλλωστε, καμιά ομοιομορφία δεν έφερε ποτέ την αλλαγή. Είναι που δεν καταλαβαίνω γιατί εξακολουθούμε να σπαταλάμε τα πυρά μας, πυροβολώντας με μανία και δογματισμό ο ένας τον άλλον,  και δεν ψάχνουμε να βρούμε τον πραγματικό εχθρό που θέτει σε κίνδυνο και εμένα και εσένα. Δηλαδή εμάς.

Σου δίνω κάποια hints και κλείνω αυτό το κείμενο, με την ευχή να πάψουμε να περπατάμε παράλληλα και η νέα μέρα να μη μας βρει με τις κάνες γυρισμένες σε πρόσωπα οικεία αλλά με γόνιμες κουβέντες και συζητήσεις. 

Φαντάσου τον εχθρό, λοιπόν, σαν μια τεράστια, νάιλον, αλεξίσφαιρη σακούλα που τρώει όλη μέρα τα λεφτά σου και τα λεφτά μου, τα δικά μας λεφτά, και σε αναγκάζει να παρακολουθείς τη διαδικασία της πέψης τους, ανήμπορος να παρέμβεις και να τα διεκδικήσεις πίσω, την ώρα που σου ζητάει κι άλλα επειδή δεν χορταίνει κι αν δεν έχεις, σου επιβάλλει να επικοινωνήσεις χωρίς χρονοτριβές με την Παναγία προκειμένου να σου δώσει συμβουλές για την τεκνοποίηση μέσω κρίνου ώστε να τα γεννήσεις άμεσα.

Σημείωση: Αν η τελευταία πρόταση σου φάνηκε ολίγον τι σουρεαλιστική, δώσε της μια δεύτερη ευκαιρία και προτίμησε μια δεύτερη ανάγνωση και σε ό,τι αφορά τον διπλανό σου, που μπορεί να νιώθει την ανάγκη να απαντήσει στη βία της γραβάτας με μια «Αγελαδίτσα»…

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #12, Νοέμβρης 2011
7/11/11 2 σκέψεις

Σκέτη.



«...φοβάμαι τις ενάρξεις και τις καταλήξεις
και τη ζωή μετά το τέλος της, και κάτι
που δεν μπορώ να το θυμηθώ αυτή τη στιγμή.
Κάποια άλλη γυναίκα κατείχε
τον ξεχωριστό χώρο που προορίστηκε για μένα 
και φέρει το νόμιμό μου όνομα, 
αφήνοντας σε μένα το παρατσούκλι, με το οποίο
έκανα, πιθανόν, οτιδήποτε είναι δυνατόν να γίνει.
Δεν θα ξαπλώσω, αλίμονο, στο δικό μου μνήμα.
Αλλά μερικές φορές ο παιχνιδιάρης ανοιξιάτικος αγέρας
ή ο συνδυασμός των λέξεων σε κάποιο βιβλίο
ή κάποιου το χαμόγελο ξαφνικά με σέρνει
μέσα σ' αυτήν τη ζωή που ποτέ δεν συνέβη.
Αυτόν τον χρόνο, τέτοια και τέτοια
θα μπορούσαν να είχαν συμβεί, 
εκείνο όμως το έτος - εκείνο: ταξιδεύοντας, 
βλέποντας, σκεπτόμενη
και ενθυμούμενη και διαβαίνοντας
το κατώφλι ενός νέου έρωτα
όπως μέσα σ' έναν καθρέφτη, με σκοτεινή επίγνωση
της προδοσίας και του τσαλακώματος
που δεν υπήρχε χθες».


Άννα Αχμάτοβα, Τρίτη, Οι ελεγείες του Βορρά
Εικόνα: deviantart.com 
4/11/11 0 σκέψεις

Χάος.



Παρακολουθώ τις πολιτικές εξελίξεις, έχοντας στα χέρια μου την «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. Η Αχμάτοβα, η Καινή Διαθήκη της Π. με περιμένει στην αριστερή γωνιά του γραφείου. Ο γάτος μου λατρεύει τις πατάτες γιαχνί. Το κολάζ του τοίχου μου μεγαλώνει και με αντιπροσωπεύει όλο και πιο πολύ. Οι θεατρικές ομάδες της πόλης είναι τόσες πολλές που δεν ξέρω αν θα προλάβω να τις συμπεριλάβω όλες στην πτυχιακή μου. Μέσα στο μήνα, έχω να δω και τη Νατάσσα. Να μυρίσω, να αγγίξω, να ακούσω αληθινές μουσικές. Τον μονόλογο που αφιερώνεται στη Μαργαρίτα Καραπάνου δε θέλω να τον χάσω. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου θα προτιμήσω Ελλάδα. Μου έλειψε η «Πρωτοπορία» και για ένα περίεργο λόγο, η «Ανεμόεσσα».

Σκοντάφτω όμως.

Περιμένω να σκάσει μια βόμβα και τα χέρια μου παγώνουν. Δεν μπορώ να γράψω. Τινάζομαι. Οι γραβάτες κούρεψαν την έμπνευσή μου κι αυτό πονάει όσο και το αβέβαιο που έρχεται. Κάνω ζάπινγκ τηλεοπτικό και διαδικτυακό, βλέπω τις οθόνες να μαυρίζουν. Χιόνια. Οι ειδήσεις που μεταδίδονται είναι κούφιες. Χωρίς ουσία. Υπάρχει κάτι προδιαγεγραμμένο στον αέρα που διαρκώς αναιρεί την ατζέντα μου.

Ψιθυρίζω. Όσο υπάρχει ένας ήλιος έξω από το παράθυρο και ξημερώνουν μέρες, τίποτα δεν μπορεί να πάει τόσο άσχημα.

Επαναλαμβάνω και επαναλαμβάνομαι. Αμήν. 

Εικόνα: deviantart.com
1/11/11 0 σκέψεις

Όχι να έχεις. Να θέλεις*



«...Άνοιξε το κόκκινο χαρτί που ήταν διπλωμένο στα δύο κι έγραφε με μεγάλα γράμματα "Καλό ταξίδι (;)". Το άνοιξε και ξεκίνησε να το διαβάζει ξανά και ξανά. Το αεροπλάνο πρέπει να βρισκόταν πολύ ψηλά αλλά εκείνη ένιωθε τόσο, μα τόσο χαμηλά, όσο το βλέμμα της εξέταζε το γραφικό χαρακτήρα της αδερφής της σπιθαμή προς σπιθαμή. 

"Θέλω να ακούσεις πολύ προσεκτικά αυτά που θα σου πω. Θέλω να σου μάθω ένα πράγμα: στη ζωή δεν έχει σημασία τόσο το να έχεις, όσο το να θέλεις. Αυτή είναι η ζωή: να έχεις τρόπους να θέλεις".

Σκούπισε ένα δάκρυ από εκείνα που δεν ρωτούν για να γλιστρήσουν στο μάγουλο και άγγιξε ασυναίσθητα την κοιλιά της. Ξαφνικά, εκείνο το τιμόνι που είχε στρίψει μέσα της προς κάτι διαφορετικό, προς ένα ιδανικό Λονδίνο, άρχισε να στριφογυρνά στο μυαλό της σαν δαιμονισμένο. Και δεν είχε σημασία τόσο το να έχει την ευκαιρία της στο εξωτερικό, χρήματα για μια αξιοπρεπή ζωή, το κεφάλι της ήσυχο μακριά από όλους και από όλα. Έτσι απότομα και απρόσμενα, είχε σημασία το να θέλει να αγωνίζεται για την κάθε μέρα, να θέλει να υπερπηδά εμπόδια, να θέλει τον Ανδρέα και το παιδί της. Το παιδί τους.

Έξω από το παράθυρο, μόνο σύννεφα. Μέσα, άνθρωποι σε καταστολή. Είχε την ανάγκη να προσγειώσει το αεροπλάνο, να προσγειωθεί στη δική της πραγματικότητα που είχε βιαστεί τόσο να εγκαταλείψει. Ένιωθε τη ζώνη να της γδέρνει το δέρμα και τον αέρα να λιγοστεύει στην ατμόσφαιρα. Έτρεξε στο μπάνιο, έπρεπε να πάρει βαθιές ανάσες. Έπρεπε, έστω και σε δυο τετραγωνικά μέτρα, να μείνει μόνη της, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και δάγκωσε το χέρι της με δύναμη για να φιμώσει το στόμα της. Δεν ήθελε να ακουστούν οι κραυγές της. Χαμήλωσε το βλέμμα της στα γόνατα και είδε το αίμα να στάζει κατακόκκινο στο βρώμικο πάτωμα. Ό, τι ήθελε τόσο έντονα τα τελευταία πέντε λεπτά αλλά στην πραγματικότητα, σε όλη της τη ζωή, ήταν πια μια κόκκινη λίμνη, μια λάσπη με χρώμα που δεν την άφηνε να κάνει βήμα παραπέρα.

Λιποθύμησε από τον πόνο. Το παιδί της δεν υπήρχε πια. Το μέλλον της, όπως το φαντάστηκε και το επιθύμησε μέσα στο αεροπλάνο, κατέρρευσε ανάμεσα σε μια λεκάνη και έναν νιπτήρα. Μια γλυκιά φωνή καλωσόριζε τους επιβάτες στο Λονδίνο και την Ηλέκτρα τη βρήκαν αναίσθητη και διπλωμένη στα δύο. Στον καθρέφτη, είχε προλάβει να γράψει με αίμα την τελευταία φράση από τα λόγια της Καββαδία. "Ο καινούργιος χρόνος, δεν θα μας βρει στην Ελλάδα"…»

*Το κείμενο είναι ένα απόσπασμα μίας ακόμη απόπειράς μου να γράψω. Θα ακολουθήσουν αρκετές.

Εικόνα: Deviantart.com
22/10/11 0 σκέψεις

Κουάξ.


Κι ο καθένας, ξέρεις, ας βρει την άκρη του. 
Αυτό είναι που με νοιάζει.   
Να μη σε βλέπω να επιπλέεις στη μέση του πουθενά. 
Όχι το να μη σε βλέπω.
Να μην επιπλέεις εσύ. 
Αυτό με απασχολεί.
Να μάθεις να σε αγαπάς πραγματικά.
Δημοκρατικά.
Χωρίς να απαιτείς από σένα κάτι που δεν έχεις να δώσεις.
Τα βατράχια θα είναι πάντα εκεί.
Στο κλουβί τους.
Πριν ακουμπήσεις τα χείλη τους, 
σκέψου πόσο ακριβό είναι το φιλί σου
και δώσε το σε κάποιον που το αξίζει.
Στον ίδιο σου τον εαυτό. 
Έγινε, πριγκηπέσσα μου;

εικόνα: deviantart.com



6/10/11 0 σκέψεις

Κάποιος φώναξε τους μπάτσους*



Άλλοι τους ήθελαν να είναι 6.000. Άλλοι έλεγαν ότι έφτασαν ακόμη και τις 10.000. Όσοι κι αν ήταν τελικά οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη τις μέρες της 76ης ΔΕΘ, ήταν σίγουρα πολλοί. Σε αφθονία. Τόσοι που κουραζόσουν να τους βλέπεις δεξιά κι αριστερά με γυμνό μάτι. Ειδικά όταν έκαναν τις κούρσες τους με τις μηχανές τα βράδια στην Τσιμισκή κι απέφευγαν με αξιοθαύμαστη τσαχπινιά τα υπόλοιπα οχήματα. Να ‘ναι καλά η άρτια εκπαίδευσή τους και τα μπλε φωτορυθμικά που τους προσθέτουν τόλμη και γοητεία.

Δεν έφτασαν μόνοι τους, όμως, οι ένστολοι - bonus που ήρθαν από Αθήνα και λοιπές περιοχές. Έφεραν μαζί και τον ειδικό φράχτη που είχε χρησιμοποιηθεί στις διαδηλώσεις του Συντάγματος και το όχημα εκτόξευσης νερού με το όνομα «Αίαντας». Το τελευταίο μάλιστα, δεν πρέπει να πήρε τυχαία το όνομά του. Διαβάζω ότι όταν αποπειράθηκε ο μυθικός Αίας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών, η θεά Αθηνά του προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει σε ένα κοπάδι πρόβατα. Τα μαλλιαρά, τετράποδα ζώα μπορούν να ζωντανέψουν εύκολα μπροστά  μας. το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξουμε προσεκτικά σε έναν καλογυαλισμένο καθρέφτη.

Κι από την άλλη, είναι και το κόστος τους. Πού πέρασαν τις νύχτες τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τι έφαγαν για να καρδαμώσουν; Τι σουβενίρ και καρτ ποστάλ πήγαν στους δικούς τους, επιστρέφοντας σπίτι; Το μόνο που μπορώ να ξέρω είναι πού διασκέδασαν. Κάτι βράδια που ολόκληρο το κέντρο ήταν τρομακτικά ερημωμένο, μόνο στα μαγαζιά που βρίσκονται σε ακτίνα λίγων μέτρων από το λιμάνι δεν έπεφτε καρφίτσα. Ή πιο σωστά, χειροπέδα. Δεν έπεφτε χειροπέδα.

Ούτε που θέλω να φανταστώ πόσοι αστυνομικοί θα ζώσουν την πόλη για τη ΔΕΘ του επόμενου χρόνου. Πόσα ΜΑΤ, πόσες ομάδες «Δέλτα» και «Δίας», πόσοι ακόμη ένστολοι αρχαίοι θεοί του Ολύμπου θα δημιουργηθούν ως τότε και θα επιστρατευθούν, εάν οι εργαζόμενοι και κυρίως, οι άνεργοι, συνεχίσουν να βρίσκονται διαμαρτυρόμενοι στους δρόμους. Κάτι μου λέει, δυστυχώς, ότι θα είναι πολύ περισσότεροι από φέτος. Προκήρυξη για 1.200 ειδικούς φρουρούς δημοσιεύθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας μέσα στο καλοκαίρι, την ώρα που άλλα επαγγέλματα τείνουν να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Μήπως να παγώσουν και οι δικές τους προσλήψεις; Όχι τίποτα άλλο, μπας και γλυτώσουμε τις ανεπιθύμητες επισκέψεις του χρόνου τέτοιες μέρες. 

Εικόνα: deviantart.com

Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #11, Οκτώβριος 2011
1/10/11 2 σκέψεις

Σε 1'



Την ώρα που από την τηλεόραση ακούγονται πολιτικοί να ξεπουλούν τη χώρα, εγώ δοκιμάζω μπροστά στον καθρέφτη ένα καινούργιο, δαμασκηνί μπλουζάκι, σημειολογικά αγορασμένο σε τέτοιο χρώμα, αφού αυτό το χρώμα έχει το αίμα από τις πληγές που πονάνε περισσότερο, και αυτοθαυμάζομαι και φτύνω τον εαυτό μου, με όση καλή έννοια έχει απομείνει μέσα μου,  και τον επιβραβεύω που αντέχει να δοκιμάζεται συνεχώς και να σφίγγει τις γάμπες του, οργώνοντας την παραίτηση και θερίζοντας τη ματαίωση, και γράφω πάνω στη λεία επιφάνεια που τον αντικατοπτρίζει ένα «SoS» με ένα λιωμένο κραγιόν και εκεί που αρχίζω να κλαίω, γελάω ξανά, κι εκεί που γελάω, αρχίζω να κλαίω ξανά, και η ζωή συνεχίζεται μαζί με τα γέλια, μαζί με τα κλάματα, χωρίς καμιά τελεία αφού και η δική της απουσία είναι και πάλι σημειολογική,,,

Εικόνα: deviantart.com
29/9/11 0 σκέψεις

Το καταραμένο τέσσερα*



Κρατούσε στα χέρια του έναν ιππόκαμπο. Αποξηραμένο και κατάξανθο. Κάπου είχε διαβάσει ότι αυτό το πανέμορφο πλάσμα του νερού περνάει ολόκληρη τη ζωή του κολλημένο στα βράχια. Αυτό και μόνο αρκούσε για να πιστέψει τελικά στις αδελφές ψυχές. Ο Κωστής βέβαια, σε αντίθεση με το αλογάκι της θάλασσας, πέρασε τη ζωή του κολλημένος στα φουστάνια. Σε εκείνα τα υφάσματα του διαβόλου, που έτσι και τυλίξουν με γοητεία ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια, μπορούν να σου κάνουν άνω κάτω τη ζωή. Έτσι που να μην έρθει ποτέ ξανά στα ίσια της.

Ο ήλιος έκαιγε. Δεν είχε μαζί του και καμιά ομπρέλα να καρφώσει στην άμμο. Μόνο τον ιππόκαμπο στα χέρια, κάτι αποτσίγαρα γύρω από τα πόδια του και τα περίεργα βλέμματα πέντε έξι αδειούχων του Αυγούστου, που τον χάζευαν από το πρωί να καπνίζει σαν τρελός το ένα πακέτο μετά το άλλο, χωρίς να σηκώνει κεφάλι. Τον Κωστή δεν τον ένοιαζαν. Ούτε τα γιαούρτια που θα έπρεπε να απλώσει στην πλάτη του για να κοιμηθεί το βράδυ ούτε τα πνιχτά γέλια των αγνώστων που παρίσταναν τόσο αποτυχημένα τους διακριτικούς.

Μάζεψε τις γόπες που είχε αραδιάσει δεξιά και αριστερά και τις χώρισε  προσεκτικά ανά μάρκα. Τέσσερις ξεχωριστές μάρκες, τέσσερις ξεχωριστές γυναίκες.  Άλλαζε όνομα στον καπνό του κάθε φορά που άλλαζε και γυναίκα στην καρδιά του. Το είχε σαν τάμα να διαγράφει ολοκληρωτικά τα προηγούμενα για να πάει στα επόμενα. Άτιμο πράγμα οι αριθμοί, σκέφτηκε, και ξαφνικά θυμήθηκε γιατί εξαφανιζόταν μικρός κάθε φορά που η μάνα του, νευριασμένη, ξεκινούσε να μετράει ως το τρία. Δε φοβόταν το χαστούκι που θα έπεφτε με δύναμη στο μάγουλό του αλλά τον επόμενο αριθμό στο μέτρημά της. Δεν θα ‘ταν  για καλό, το γνώριζε από τότε.

Έσπρωχνε τις γόπες από τα βαριά του τσιγάρα όρθιες στην άμμο και σε μια ευθεία. Ήταν τα πρώτα που ακούμπησε στο στόμα του στα δεκάξι του, όταν άρχιζε να καπνίζει για να εντυπωσιάσει τη Στέλλα. Πάλευε να μη του φύγει ο καπνός από τη μύτη μπροστά στη συμμαθήτρια και τρίτη του ξαδέρφη όταν τη ξεμονάχιαζε στους διαδρόμους του Λυκείου, προσπαθώντας να την πείσει ότι η συγγένειά τους  δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να τους στερήσει το πρώτο τους φιλί. Γρήγορα ήρθε και δεύτερο και τρίτο και πολλά μαζί σε μια παλιά αποθήκη και ακόμα περισσότερα για τα επόμενα βράδια των δύο χρόνων  που η Στέλλα και ο Κωστής έσμιξαν σαν κανονικό ζευγάρι. Τον βαρύ καπνό τον έκοψε μαχαίρι όταν ο παρθενικός του έρωτας του ανακοίνωσε ότι τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο, που τύχαινε να είναι δεύτερος ξάδερφός της.

Πήρε τα πιο ελαφριά τελειωμένα του τσιγάρα και συνέχιζε να φτιάχνει τον μικροσκοπικό του φράχτη. Τα βύθιζε πιο απαλά αυτή τη φορά στην άμμο γιατί θυμήθηκε την  Έλσα. Του δακτυλογράφησε μια εργασία στο Πανεπιστήμιο, του είπε ότι ο γραφικός του χαρακτήρας προδίδει άνθρωπο πιστό και μονογαμικό και από τότε βάλθηκε να τον περιμένει να φερθεί ως τέτοιος. Πέντε χρόνια έζησε κοντά του με την ελπίδα να ταυτιστεί ο κανονικός του χαρακτήρας με τον γραφικό μέχρι που έφυγε στο Άμστερνταμ για μεταπτυχιακό και δεν άφησε ούτε ένα δακτυλογραφημένο αντίο της στο ψυγείο του.

Με τις γυναικείες γόπες σχημάτισε ένα «π», ήταν η σειρά της Παναγιώτας. Αυτή του πρόσφερε από το δικό της πακέτο ένα χειμωνιάτικο πρωινό με πολλή βροχή σε μια στοά, όπου βρήκαν καταφύγιο ώσπου να περάσει η μπόρα. Υιοθέτησε την μάρκα της αλλά όχι και την εναντίωσή της στο γάμο. Έκανε το λάθος να της ζητήσει να τον παντρευτεί κι εκείνη τον χώρισε. Ήταν ήδη παντρεμένη.

Με τα σχεδόν κατεστραμμένα στριφτά του τσιγάρα, έφερε και την τελευταία ευθεία στο τετράγωνο που έχτιζε, ώρα τώρα, πάνω στην αμμουδιά. Θυμήθηκε την Αθηνά. Χθες ήταν που μάλωσαν γιατί εκείνος ξέχασε να κλείσει το παράθυρο του μπάνιου και μπήκε μια σαύρα και εκείνη τρόμαξε, όπως έκανε πάντα με κάθε τι αθώο που σερνόταν, και εκείνος γέλασε και εκείνη του φώναξε πως δεν την καταλαβαίνει και ότι δεν είναι ανάγκη να το κουράζουν και πως αφού δεν το κατάφερε τόσα χρόνια, δεν θα γίνει ποτέ. Και πήρε το αμάξι της και έτρεχε πολύ σε εκείνον τον δρόμο που όλοι έλεγαν ότι είναι επικίνδυνος το βράδυ. Και ενώ το ήξερε, εκείνη έτρεχε και δεν είδε το αυτοκίνητο που μπήκε στο ρεύμα της. Και παρ’ όλο που πάτησε και φρένο και ψέλλισε και ένα «όχι, Θεέ μου», δεν πρόλαβε. Ούτε ο Θεός, ούτε κι εκείνη.

Tον Κωστή δεν τον ένοιαζε ο ήλιος που έκαιγε και η παρέα που ακόμα γελούσε μαζί του. Μόνο την Αθηνά του σκεφτόταν. Καταράστηκε για ακόμα μια φορά το τέσσερα. Ίσως τελικά να έφταιγε για όλα αυτό. Άφησε τον ιππόκαμπο στο τετράγωνο από αποτσίγαρα που σχεδίασε στην άμμο και σηκώθηκε να φύγει. Δεν είχε νόημα πια να πιστεύει στις αδελφές ψυχές.  

* Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό «Trash Stories» της Amstel Eco. Δεν κατάφερα να κερδίσω αλλά το απόλαυσα που το έβγαλα από μέσα μου. Ευχαριστώ και όσους με ψήφισαν για το θετικό, πράσινο χεράκι τους. Αυτό που έδειχνε προς τα επάνω..
18/9/11 3 σκέψεις

Το τέλος στο βάζο.



Σιχαίνομαι τα βάζα από τότε που άκουσα πως μπορεί να έχουν μέσα τους λόγια. Αλλά είναι κι η μόνη λύση μου για να βρουν τα πόδια μου το σωστό κέντρο βάρους. Ένα μικρό φουστάνι με χαιρέτησε από ένα μπαλκόνι. Μου είπε «γεια σου, κοπέλα» κι εγώ δεν ένιωσα τίποτα. Πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο και θυμήθηκα την απευαισθητοποίηση. Αυτή θα φταίει, μαζί με μια σειρά ανθρώπων, που νομίζω ότι αν καταφέρω και τους μοιάσω, θα είναι όλα καλύτερα. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν μπορώ να απαρνηθώ τη φύση μου. Εκείνη με ζόρισε να σκέφτομαι. Ξανά και ξανά. Δεν το επέλεξα. Μου αρέσει όμως. Μπορώ να κάνω βήματα μπροστά και να φιλάω το παρελθόν μου στα μάγουλα την ώρα που αυτό, τρέχει σαστισμένο για να με αποφύγει. Συμφιλιώνομαι, παρ’ όλες τις συγκρούσεις. Και μαθαίνω να αγαπάω, από εκεί που ήμουν ανήμπορη να κάνω κάτι τέτοιο. Και μπορεί να το μάθω και σε άλλους, αν η υπομονή μου ανακυκλώνεται τακτικά.

Y.Γ: Καταλαβαίνω τι εννοεί ο ποιητής όταν μιλάει για μίσος πιο βαθύ από την αγάπη και για αγάπη πιο μεγάλη από το μίσος. Αυτά τα δύο μεταξύ τους παλεύουν συνεχώς. Το βάθος και το μέγεθος. Εσύ, απλώς, αλλάζεις θέση στις λέξεις που βρίσκονται ανάμεσά τους, όπως θα άλλαζες νερό στα λόγια που ‘χει το βάζο για να μη μαραθούν..
26/8/11 6 σκέψεις

Το πλουσιοκόριτσο, τα καράβια και η Ζεύξιδος.




Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ξύπνησα νωρίς το πρωί. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με αργές, αριστοκρατικές κινήσεις. Έβαλα lounge μουσική να παίζει και έπλυνα με προσοχή το πρόσωπό μου. Το αγαπώ το πρόσωπό μου, δε θέλω να μου πάθει τίποτα. Λίγη πούδρα και δυο στρώσεις μάσκαρα φτάνουν για να δείχνω φρέσκια και ορεξάτη για τη ζωή. Φόρεσα το αγαπημένο μου τζιν και εκείνη την πράσινη μπλούζα με τα υφασμάτινα τριαντάφυλλα για τιράντες. Φυσικά, μέσα από το παντελόνι, για να φαίνεται κι η μάρκα του την ώρα που οι ακτίνες του ήλιου, ανίκανες να του αντισταθούν, αγκαλιάζουν τη γραμμή του, που εφαρμόζει τέλεια. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, μου έστειλα δυο φιλιά και ξεκίνησα για το κέντρο.

Δυστυχώς, μένω δυτικά. Αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε από τα ανατολικά γιατί τα καράβια του μπαμπά έπεσαν έξω. Τι κρίμα, κι ήταν τόσο όμορφα καράβια! Δεν έχουμε πια τα λεφτά που είχαμε.  Κι εγώ πολλές φορές κυκλοφορώ μόνο με δέκα ευρώ στο louis vitton (αυθεντικό, παρακαλώ!) πορτοφόλι μου. Όπως σήμερα. Αχ, ένιωσα γυμνή! Πάλι καλά που έχω δυο ντουλάπες γεμάτες με ακριβά ρούχα των αγαπημένων μου σχεδιαστών. Υπάρχει Θεός τελικά! Πού είχα μείνει; Α, ναι. Με δέκα ευρώ, λοιπόν, μπήκα στο λεωφορείο για το κέντρο. Τα λεωφορεία εδώ δεν είναι όπως τα δικά μας στα ανατολικά. Εδώ είναι πιο παλιά μοντέλα, βρώμικα και κουβαλούν πολύ περίεργο κόσμο. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τέτοιους ανθρώπους. Ποτέ δεν ανέβαινα πιο πάνω από την Τσιμισκή. Όσο πλησίαζα την Εγνατία, βλέπεις, με έπιαναν τα αλλεργικά μου. Αυτοί εδώ δεν κάνουν μπάνιο, υψώνουν τον τόνο της φωνής τους με το παραμικρό και κολλάνε γιατί είναι συνεχώς ιδρωμένοι. Η διαδρομή είναι  μισή ώρα αλλά πάντοτε τη νιώθω σαν μισό αιώνα.

Σήμερα, μάλιστα, κάθισε ένας άπλυτος κύριος απέναντί μου, με κάτι αφρούς στο στόμα. Φορούσε μια πορτοκαλί φανέλα και η κοιλιά του προεξείχε. Κρατούσε ένα φθηνό κασετοφωνάκι που έπαιζε σκυλάδικα, επειδή εδώ στα δυτικά δεν υπάρχει κουλτούρα. Με κοιτούσε συνεχώς και όποτε έκανα το λάθος να γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, χαμογελούσε και του έτρεχαν τα σάλια. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά είχα ραντεβού με την παρέα μου και δεν είχα καμία όρεξη να εμφανιστώ με την μάσκαρα στα μάγουλα. Ευτυχώς, ο ενοχλητικός κατέβηκε σχετικά σύντομα και μπόρεσα να αναπνεύσω.

Για να το πω πιο σωστά, κατάφερα να αναπνεύσω μόλις έφτασα στη Ζεύξιδος. Πόσο τον αγαπώ αυτόν τον δρόμο! Ότι άσχημο και να συμβαίνει στην πόλη, εκεί νιώθω ήρεμη. Θυμάμαι μια φορά που κάποιοι για κάποιον λόγο έκαναν πορεία και γίνονταν επεισόδια στους άλλους δρόμους της πόλης, αλλά εγώ και η παρέα μου δεν εγκαταλείψαμε τα espresso μας. Αυτό έλειπε, να μας χαλάσουν και την ησυχία μας. Συνηθίζουμε να καθόμαστε με τις ώρες και να παίζουμε συνωμοτικά την αστυνομία της μόδας. Κοιτάμε όποιον περνάει, βαθμολογούμε τα ρούχα του και βγάζουμε νικητή. Συνήθως, περπατούν πολλοί άνθρωποι με στυλ ανάμεσά μας και είναι πολύ δύσκολο το έργο μας. Επιστρέφω σπίτι εξαντλημένη.

Αγαπητό ημερολόγιο, δεν πειράζει που μένουμε στα δυτικά. Ελπίζω ότι θα είναι προσωρινό μέχρι τα καράβια του μπαμπά να ξαναπέσουν μέσα. Όχι τίποτε άλλο, ήταν και όμορφα καράβια…
20/8/11 0 σκέψεις

...τον χρ(ιστό)φορό μου.



Πάντοτε οι αράχνες νικούν στο τέλος. Στο τέλος νικούν πάντοτε οι αράχνες. Οι αράχνες στο τέλος πάντοτε νικούν. Νικούν οι αράχνες στο τέλος πάντοτε. 

Πάντοτε.

Κι εγώ πάλι μπέρδεψα τους λόγους μου..
19/8/11 0 σκέψεις

Ένα μπουκάλι παρελθόν



«Κάθε καλοκαίρι, η ίδια ιστορία. Κι ύστερα, λένε, μείνε μακριά από τη ρουτίνα γιατί δεν το ‘χει σε τίποτα να αφηνιάσει και να σε καταπιεί στην άχρωμη, άοσμη και άγευστή της δίνη. Κληρονομιά από τη γιαγιά ένα ηλίθιο έθιμο, μόνο εγώ το κρατάω τόσο καιρό, κι ας παριστάνουν δήθεν οι υπόλοιποι πως θέλουν να μένουν μόνοι τους για να πετάξουν το παρελθόν τους στη θάλασσα, να χαθεί στον πάτο του καλοκαιριού. Σε ένα μπουκάλι να χωρέσεις ό,τι χειμερινό σε πλήγωσε, να το φάει η αρμύρα και να μη το ξεβράσει ποτέ. Δεν κλείνονται οι χειμώνες που πονάνε με φελλούς, ρε γιαγιά. Το ήξερες ακόμη και εσύ πριν βαφτίσεις οικογενειακή παράδοση μια αυγουστιάτικη σαχλαμάρα. Κάθε χρόνο, η Πανσέληνος, το παρελθόν μου κι εγώ.

Φέτος, ξεχειλίζει το μπουκάλι κομμάτια από χαρτί, σκισμένα με μανία. Φωτογραφίες με χαμόγελα σε ποτάμια, θάλασσες και υγρούς, χωμάτινους δρόμους. Παρελθόν. Διαδρομές που νόμιζες ότι δεν θα καταλήξουν ποτέ στο καλάθι των αχρήστων, κι όμως αόρατα χέρια κατάφεραν και τις ξεστράτισαν. Παρελθόν. Απώλειες ανθρώπων που υπήρξαν σημεία αναφοράς. Παρελθόν. Απώλειες ανθρώπων. Επίσης. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην υγρή άμμο, δροσίζονται από το κύμα και από τις παγωμένες πέτρες. Τα χέρια μου καίνε γιατί κρατάνε τον χειμώνα μου. μόλις ξεριζώθηκε με κόπο από μέσα μου. Ζεματάει.

Και στο ξαναλέω, ρε γιαγιά. Θα το πετάξω μακριά το γυάλινο παρελθόν που με κουβαλάει συχνά αυτό αντί να το κάνω εγώ. Αλλά φέτος, θα είναι διαφορετικά. Φέτος, θα περιμένω να το ρουφήξει ο βυθός, σαν να διψά για παρωχημένους πόνους ενός ασήμαντου ανθρώπου, ενός σάρκινου κόκκου άμμου ανάμεσα σε τόσους άλλους. Δεν μπορώ να ξέρω ότι ακόμα και πνιγμένες, οι στιγμές μου παραμένουν ύλη. Ο υπόλοιπος κόσμος διαγράφει τα άσχημα και στοχεύει στα όμορφα όταν η χρονιά αλλάζει. Η δική μου οικογενειακή παράδοση με κάνει πρωτότυπο. Και ξεχωριστό. Με έναν τρόπο που δε γεμίζει το μάτι μου αλλά την βαρετή Πανσέληνό μου.

Θα το στριφογυρίσω πρώτα στον αέρα. Δυο, τρεις και τέσσερις φορές. Λιγότερες από όσες στριφογύριζε στο μυαλό μου η κάθε ανάμνηση ξεχωριστά. Και το αεράκι που φυσά θα το στείλει ακόμα πιο βαθιά στα μαύρα νερά. Δεν είναι κανείς γύρω μου να ματιάξει τη ρίψη μου, μόνο κάτι ξεχασμένες, ριγωτές ομπρέλες χωρίς μάτια.

Μερικά κοφτά βήματα, ένα τίναγμα, τελευταίος θυμός και μια κραυγή. Ανακούφιση. Δεν θα κάτσω να προσέχω μπας και πάει αντίθετα στη φύση και το ξεράσει η θάλασσα στα πόδια μου. Δεν θα φοβηθώ το παρελθόν. Δεν θα ξαναγυρίσει, εάν δεν το θέλω εγώ. Τώρα κατάλαβα γιατί το έβαζες, ρε γιαγιά, σε ένα μπουκάλι. Γιατί τίποτα ποτισμένο με αόριστο χρόνο δεν αξίζει να πιάνει παραπανίσια έκταση. Καλό παρόν και καλό καλοκαίρι μας».  

*Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #10, Αύγουστος 2011
17/8/11 0 σκέψεις

Γεματοματόζουμο.




Σε ένα σπίτι γεμάτο ντομάτες

το ψωμί δεν θα βρει πού να κρυφτεί τον χειμώνα.

Μόνο τα ζουμιά τους, 

έτσι όπως κυλάνε στις γραμμές της ζωής, της παλάμης

θα είναι, για πολύ καιρό ακόμη

σαν τα «σακιά» της Καρυστιάνη.

Επιεικώς ανυπέρβλητα. 
30/7/11 0 σκέψεις

Γιώργος Παπαγεωργίου: He will survive



της Κικής Μουστακίδου


Τέσσερα χρόνια πριν. Όλοι οι άνθρωποί μου έτρεχαν σαν τρελοί στο θέατρο «Εγνατία». Έβλεπαν και ξανάβλεπαν μια σουρεαλιστική παράσταση με το όνομα «Κατσαρίδα». Το χαμόγελό τους έφτανε μέχρι τα αυτιά όταν μου μιλούσαν για έναν απίστευτο τύπο που έπαιζε ιδανικά τον ρόλο μιας φαντασμένης πεταλούδας. Έβαλα έναν αστερίσκο δίπλα στο όνομα «Γιώργος Παπαγεωργίου» και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να τον ανακαλύψω όταν θα ανέβαινε με νέα δουλειά στη Θεσσαλονίκη. Ακριβώς έτσι έγινε. Το αυτοσχεδιαστικό έργο «I will survive» ήρθε για ένα μήνα στην πόλη και τελικά έμεινε για τρεις. Δεν είναι κι εύκολο να χορτάσεις έναν ηθοποιό που με έναν του μορφασμό σε κάνει να πασχίζεις να κρατήσεις το στομάχι σου στη θέση του και σε πείθει τόσο ως νευρωτικός επιστήμονας όσο και ως Βάνα Μπάρμπα μέσα στις δυο ώρες της ίδιας παράστασης.


Ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι μια αεικίνητη πλαστελίνη επί σκηνής. Μεταμορφώνεται και παρασύρεται όσο χρειάζεται για να σε συνεπάρει. Γνήσιος εκπρόσωπος μιας θεατρικής φιλοσοφίας που θέλει τον θεατή συμμέτοχο και όχι ωραία κοιμωμένο στην καρέκλα του. Διαθέτει όλα όσα θα του επέτρεπαν να κυκλοφορεί με καβαλημένο καλάμι κι όμως, δεν το κάνει. Ο γιος της Φιλαρέτης Κομνηνού μπορεί με σιγουριά να πει ότι δεν στηρίχθηκε στις πλάτες της μητέρας του. Μπήκε στο επάγγελμα ξεκινώντας με κομπαρσιλίκια και συνεχίζει σε αυτό με άφθονο θέατρο και δίχως τηλεόραση. Την δουλειά του είναι που θέλει να εκτιμούν, όχι το είδωλό του.  

Μεγάλωσε στην Τούμπα και την Καλαμαριά, αλλά ζει πια στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα δουλεύει κι εδώ απολαμβάνει να περπατά στην παραλία, να ξενυχτά στο Residents  και να μαγεύεται από το Καπάνι. Αγαπά το Βερολίνο, τα κλισέ και την αποδόμησή τους, τον αυτοσαρκασμό, τους συνειδητά απαισιόδοξους ανθρώπους αλλά όχι εκείνους που παραδίνονται στη μιζέρια τους. Εκτιμά κι όσους υπήρξαν έμμεσοι δάσκαλοι στη ζωή του με την τέχνη και τη σκέψη τους. Όπως ο Ελύτης με μια φράση του. Όπως ο Αγγελάκας με τα τραγούδια του. Γλυκά, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό θα ήθελε να κάνει και ο ίδιος σε ό, τι αφορά τη δουλειά του. Να μείνει σταθερός στις αξίες και την αισθητική του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν θα τα έχει πια καταφέρει, το δικό μου χέρι, βέβαιο γαρ, θα βρίσκεται ακόμη στη φωτιά. 


* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011




2/7/11 0 σκέψεις

Αλλάζεις. Άρα ζεις.


(Με αφορμή πολλές κουβέντες. Πολλές αναλύσεις. Πολλές διαφωνίες. «Είναι Μαρία - δε θέλω να λέω ψέμματα - δύσκολοι καιροί. Και θάρθουνε κι άλλοι. Δεν ξέρω - μη περιμένεις κι από μένα πολλά - τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω, κι απ΄όσα διάβασα ένα κρατάω καλά: ''Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος''. Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία». Κ.Γ) 




«Ένας παλιάτσος είμαι εγώ/καλή σας μέρα/Ξέρω να κλαίω, να γελάω, να πονώ/ξέρω να λέω την αλήθεια πέρα ως πέρα/γι' αυτό κι εγώ θα σας το πω». Το τραγούδι συνεχίζει και μιλά για τα «δίκια της ζωής», που θα τα «τραγουδάς κι εσύ απ’ την πλατεία». Δεν τα πήγαινα ποτέ μου καλά με τέτοιου είδους άσματα, μέχρι που άκουσα τον μικρό Θανάση να παίρνει το μικρόφωνο κάτω από τον Λευκό Πύργο και να το τραγουδά. Δεν τα πήγαινα ποτέ μου καλά με τις πολιτικές συγκεντρώσεις και τις πορείες, μέχρι που είδα τους υπόλοιπους «Αγανακτισμένους» γύρω μου να δακρύζουν και να τον χειροκροτούν.

Τέτοιες εικόνες συναντά κανείς στα γρασίδια δίπλα στον Θερμαϊκό. Ισως, ακόμη εντονότερες στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Αληθινές και ενωτικές. Και δεν είναι μόνο ένα μικρό παιδί που συγκινεί το πλήθος. Είναι και άνθρωποι κάθε ηλικίας που περιμένουν στωικά προκειμένου να φτάσει η σειρά τους και να εκφράσουν την άποψή τους πάνω στο τέλμα που έχει περιέλθει η χώρα τους. Υπάρχει μια δυναμική στους «Αγανακτισμένους», στις συνελεύσεις τους, στην καθημερινή μεταξύ τους συνεργασία, που αναπτύσσεται σε γόνιμο έδαφος. Δεν μπορεί όλο αυτό που συμβαίνει να είναι μονάχα ένα πυροτέχνημα. Μια βιαστική εκτόνωση και ύστερα πάλι, τα κεφάλια μέσα. Είναι η πρώτη φορά που οι πολίτες αυτής της χώρας παράτησαν το «εγώ» τους στο σπίτι, μαζί με τους απλήρωτους λογαριασμούς και αναζητούν με τόσο πείσμα ένα «εμείς» αχρωμάτιστο και ακομμάτιστο, έστω κι αν κανείς τους ακόμα δεν γνωρίζει ποιο μπορεί να είναι αυτό.

Και είναι αλήθεια. Τα αιτήματα δεν είναι συγκεκριμένα, η επόμενη και δραστικότερη κίνηση δεν έχει οργανωθεί. Ακόμη και τα συνθήματα πολλές φορές, σβήνουν και χάνονται στη δεύτερη επανάληψή τους. Όσοι ασκούν κριτική, θέτουν μία και μοναδική ερώτηση. «Και μετά τι»;

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, οι «Αγανακτισμένοι» κλείνουν μία εβδομάδα συνεχούς παρουσίας στους δρόμους. Μετά τη δημοσίευσή του, μπορεί και να μην υπάρχει ψυχή κάτω από τον Λευκό Πύργο και όλα αυτά να μοιάζουν τουλάχιστον φαιδρά, όπως προβλέπει ένας φίλος.

Ακόμη και έτσι να καταλήξει, ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι επιφυλακτικοί επικριτές αυτής της κίνησης, το σίγουρο είναι ότι η αρχή για κάτι μεγαλύτερο θα έχει ήδη γίνει. Καμιά ιστορία δεν μπορεί να ρουφήξει στα άδυτά της το πνεύμα σύμπνοιας που έχει καλλιεργηθεί μέσα και γύρω από τα κιόσκια των «Αγανακτισμένων». Μπορεί να ξεθωριάσει αυτή η μετοχή αλλά σίγουρα θα βρεθεί μια άλλη για να ονοματίσει την ανάγκη των πολιτών για μία ολοκληρωτική αλλαγή.  Μπορεί οι Ισπανοί να πάψουν να κάνουν ησυχία «για να μην ξυπνήσουν τους Έλληνες» αλλά σίγουρα θα βρεθεί μια νέα αφορμή ώστε να κατεβάσει ένα ποτάμι μπουχτισμένων νέων και ηλικιωμένων ανθρώπων στους δρόμους. Οι άδειες κατσαρόλες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα συνεχίσουν να χτυπούν και να ακούγονται στις πλατείες. Γιατί αυτές είναι το μέλλον που τρομάζει έναν κόσμο ανήμπορο να ορίσει το μέλλον του, έτσι όπως το έχει ονειρευτεί.

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011
23/6/11 0 σκέψεις

Περί συλλογής



«Συλλεκτικό = εκείνο που αξίζει να μπει σε συλλογή, καθετί που είναι άξιο συλλογής».  Η Zaz και η live της εμφάνιση που δεν μπόρεσες να παρακολουθήσεις από κοντά. Η βεβαιότητα ότι κάθε ηχογραφημένο της τραγούδι είναι τόσο πολύχρωμο όσο και το live της. Η Adele από το «Chasing pavements» μέχρι το «Rolling in the deep» και πάλι πίσω. Η Lykke Li και τα ποτάμια. Τα ακαπέλα της Μποφίλιου. Συλλεκτική είναι η ταινία «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν και ακόμη πιο συλλεκτική η στιγμή που δηλώνεται πως «οι κηδείες είναι όμορφες σε σχέση με τους θανάτους». Το μούδιασμα στα κάτω άκρα σου μετά τον «Μαύρο Κύκνο» του Αρονόφσκι. Η Κική Δημουλά και του κόσμου τα συναισθήματα που μπορούν να σου φανερωθούν σε δύο της μόνο λέξεις. Κάθε βιβλίο με χειρόγραφη αφιέρωση. Κάθε βιβλίο, τελεία.

Οι παλιές φωτογραφίες με εσένα ντυμένο πειρατή ή καραμέλα και με την ακριβή ημερομηνία από πίσω. Δεν είναι ότι θυμάσαι απλά, θυμάσαι και πότε. Η πρώτη σου έκθεση με ένα «μπράβο, συνέχισε έτσι». Η αίσθηση του να ξέρεις ότι τελικά έχεις συνεχίσει αλλιώς και όπως ήθελες. Συλλεκτικά είναι τα καρτούν που ήξεραν να βγάζουν τον σκασμό. Ο Bolek και ο Lolek. Ο Ροζ Πάνθηρας.

Συλλεκτικό είναι να μπορείς να κρίνεις νηφάλιος αν μια χρονιά που πέρασε ήταν καλή ή κακή. Να εξακολουθείς να πιστεύεις ότι τα καλύτερα έπονται. Μερικά καλοκαιρινά βράδια που ξέρεις να τα ζήσεις ακόμα και πάνω στην ταράτσα σου, συντροφιά με δυο καλά χαμόγελα καλών φίλων. Παθιασμένα ζευγάρια στα Κάστρα να χορεύουν τανγκό. Τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα γνωριμίας σου με έναν άνθρωπο. Συλλεκτικά είναι όσα προλάβουν και ρουφήξουν οι κεραίες σου από αυτόν. Οσα έχουν τη δύναμη να σε αλλάξουν. Τελικά, το πιο συλλεκτικό από όλα είναι η αλλαγή.

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011

20/6/11 1 σκέψεις

Η Αλίκη στη Χώρα των Βλεμμάτων



Μια φορά κι έναν καημό, σε έναν κόσμο κοντινό, ήταν η Αλίκη. Όχι μόνη της, και αυτό (αργότερα θα μου πεις πως) είχε σημασία. Ισως. Ηταν με τη συντροφιά βλεμμάτων που μέρα με τη νύχτα και νύχτα με τη μέρα, πολλαπλασιάζονταν. Με έναν καλοδεχούμενο τρόπο. Αργό και σταθερό, όπως οτιδήποτε υπόσχεται να γίνει μέλλον. Με βλέμματα – εικόνες, από εκείνα που κάποιοι εξισώνουν με χίλιες λέξεις. Με βλέμματα που δεν γίνονται λέξεις γιατί αγκιστρώνονται στην εξίσωση. […]

Η Αλίκη κοιμόταν μερικές βραδιές. Το είχε ανάγκη όταν ήθελε να ονειρευτεί. Φύτρωναν χέρια στα βλέμματα. Και στόματα. Την έπιαναν από τους ώμους και την τράνταζαν. Χωρίς να την κοιτάνε, της μιλούσαν. Της έλεγαν. Ότι και πως και αν και αφού και ενώ και παρά και εφ’ όσον και ωστόσο και άλλωστε και μήπως. Και πάντα. Και ποτέ.

Στο «ποτέ» ξυπνούσε. Και δεν ξανακοιμόταν. Ποτέ.
4/6/11 5 σκέψεις

ΑγανακτΏ



Δεν είναι αυτοί καιροί για σένα και για μένα. Είναι καιροί για μας. Τρίψε στη μούρη μου το γεμάτο σου στομάχι. Κι αν αύριο σου γίνει κόμπος, μη με ψάξεις για να μου κλαυτείς. Εγώ δεν θα υπάρχω. Θα με έχει κάνει σκόνη η αδικία και το iPad. Είναι εύκολο να προσπαθείς να σκοτώσεις κάτι που δεν έχει γεννηθεί. Σου πάει η καρδιά να το κάνεις, όταν δεν σου έχει απομείνει καρδιά. Κορόιδεψε τους ανθρώπους που μαζεύονται στις πλατείες. Πες τους αργόσχολους. Πες τους καμένους. Νιώσε ανώτερος, ασκώντας κριτική. Αλήθεια, πώς μπορείς και ασκείς κριτική χωρίς να έχεις ίχνος κριτικής σκέψης; Διάλεξε πλευρά. Διχοτομήσου. Αυτό έφερε τη χώρα στη σημερινή σύγχυση. Ένα στρατόπεδο, ένα κόμμα, μια ομάδα. Μια πλευρά κάποιοι, μια πλευρά οι υπόλοιποι. Δεν σου φτάνει να μη συμμετέχεις. Θέλεις και να αμαυρώσεις. Θέλεις να μειώσεις. Δε σέβεσαι, δε συμμερίζεσαι και μειώνεις. Μόνο που αυτά, δυστυχώς για σένα, δεν είναι αντιστρόφως ανάλογα. Οσο μειώνεις τους άλλους, δεν προστίθεται καμιά παραπάνω αξία σε σένα. Εσένα, σιγά σιγά, θα σε καταπιεί το φιρμάτο είδωλό σου, όταν δεν θα υπάρχει πια καθρέφτης για να κοιταχτείς. Μαλάκα. 
29/5/11 0 σκέψεις

Αγανακτισμένοι εσΑΕΙ.



Ηθελα να γράψω για τους «Αγανακτισμένους» από την πρώτη μέρα των κινητοποιήσεών τους. Από εκείνο το απόγευμα της 25ης Μαϊου που ο κόσμος κατέβηκε πιο μαζικά από ποτέ στα γρασίδια του Λευκού Πύργου. Τότε που ακούστηκαν τα πιο δυνατά συνθήματα από κάθε επόμενη μέρα της πιο ακομπλεξάριστης συγκέντρωσης διαμαρτυρίας που έχουν δει τα μάτια μου. Δεν το έκανα, όμως. Δεν το έκανα επειδή δεν ήμουν εκεί την περασμένη Τετάρτη, στην κορύφωση του πράγματος. Οσο χτυπούσαν κατσαρόλες οι «Αγανακτισμένοι», εγώ βρισκόμουν πολλά μέτρα μακριά, σε ένα ροζ κτίριο της Εγνατίας οδού, παρακολουθώντας ένα πανεπιστημιακό μάθημα. Εχασα, έτσι απλά, μερικές από τις παραστάσεις που μπορεί να με ακολουθούσαν σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Δεν ανήκα ποτέ σε όσους κατηγορούσαν από την κορφή έως τα νύχια τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Αναγνώριζα τα στραβά τους αλλά προσπαθούσα να επικεντρωθώ στα πολύτιμα, σε εκείνα που θα μπορούσα να αφομοιώσω για να οδηγήσω την σκέψη μου ένα βήμα παραπέρα. Συχνά, το πετύχαινα. Επρεπε να φτάσω στο τέταρτο έτος των σπουδών μου για να σπάσει κάτι μέσα μου. Για να αγανακτήσω. Εστω και με τον δικό μου, εσωτερικό τρόπο.

Δουλέψαμε με την Ε. και τη Σ. ένα θέμα που – όσο απίστευτο κι αν ακούγεται – αφορά τους Θεσσαλονικείς. Ένα θέμα πολιτιστικό με κοινωνικές προεκτάσεις ή κοινωνικό με πολιτιστικές προεκτάσεις, όπως θέλει το βλέπει κανείς. Δεν κάναμε το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Αλλωστε, ποτέ δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Δεν εκτιμήθηκε καθόλου η προσπάθειά μας. Ακόμα χειρότερα, κατακρεουργήθηκε. Χωρίς την έγκρισή μας. Και προβλήθηκε σε ένα κοινό, έτσι ακρωτηριασμένη, πληγωμένη και περιφρονημένη όπως ήταν. Για εμάς χωρίς εμάς. Τουλάχιστον, εγώ δεν ήμουν εκεί. Συνειδητά και χωρίς καμία δεύτερη σκέψη. 

Καταλαβαίνω την άκρως μοιρολατρική φράση παρηγοριάς «έτσι είναι η ζωή». Πολύ περισσότερο, τη φράση «έτσι είναι αυτή η δουλειά». Υπό άλλες συνθήκες, δεν θα με πείραζε καν. Δεν θα άφηνα να με επηρεάσει τόσο. Δεν μπορώ να αντέξω όμως την αδικία, ούτε τα λογικά μου επιχειρήματα να χτυπούν σε έναν τοίχο και να γυρίζουν ξανά πίσω σε μένα. Ισως δεν μπορώ να το αφήσω να περάσει στο παρελθόν λόγω του γενικότερου επαναστατικού κλίματος που πλανάται στην πόλη. Επαναστάτης μπορείς να είσαι ακόμη και αν δεν σπας ό,τι βρεις μπροστά σου. Μπορείς να είσαι, εάν έχεις σπάσει μέσα σου. Εάν έχεις αγανακτήσει..
28/5/11 0 σκέψεις

Το καλοκαίρι, κάνεις βήματα.

*To σκηνικό της παρακάτω ιστορίας είναι μια συναυλία του Κωστή Μαραβέγια στο «Γαία» στα μέσα του Γενάρη. Οι άνθρωποι, όταν πιστεύουν, εξακολουθούν να πετυχαίνουν μικρές, προσωπικές νίκες..



«Κόσμος πολύς. Φώτα, μπύρες στα χέρια και ατέλειωτος χορός σε ένα live που έφερε το καλοκαίρι στην πόλη στα μέσα του Γενάρη. Πριν ξεκινήσει η συναυλία, στη διάρκειά της, στο διάλειμμα και αφού τελείωσε, ένα ζευγάρι σχεδόν μπροστά στη σκηνή φρόντιζε να θυμίζει σε όλους τους υπόλοιπους πως μαζί με το καλοκαίρι - έστω και μεταφορικά - έρχεται και ο έρωτας. 

Εκείνη ήταν γύρω στα περασμένα σαράντα κι εκείνος αρκετά χρόνια νεότερος. Οταν δεν αντάλλαζαν φιλιά πάθους, ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και, όταν ο ένας από τους δύο απομακρυνόταν, είτε για να πιει ένα ποτήρι νερό είτε για να πάει τουαλέτα, ο άλλος τον περίμενε, κοιτώντας ανυπόμονα προς το μέρος του. Ολα τα βλέμματα, περίεργα και μη, έπεφταν επάνω τους κι εκείνοι αδιαφορούσαν, γιατί πολύ απλά δεν αντιλήφθηκαν τίποτα.

Για να πω την αλήθεια, τους χάρηκα. Εγιναν αντικείμενο σχολιασμού από τις παρέες τριγύρω και δεν έδειχναν καθόλου επηρεασμένοι από αυτό. Βγήκαν έξω για να διασκεδάσουν. Βγήκαν για να είναι μόνο οι δυο τους και αυτό ακριβώς έκαναν. Ηταν μόνο οι δυο τους σε ένα πλήθος εκατοντάδων ανθρώπων, οι οποίοι έμοιαζαν για εκείνους διακοσμητικά στοιχεία. 

Τους κοιτούσα και προσπαθούσα να καταλάβω από πού πήγαζε αυτή η ελευθερία, η ανεξαρτησία τους. Η αδιαφορία απέναντι στα αδιάκριτα βλέμματα και τους κακοπροαίρετους ψιθύρους. Η γυναίκα των περασμένων σαράντα με τα κόκκινα μαλλιά και το λευκό παλτό φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένη στη ζωή της έως τώρα. Σαν να είχε υπομείνει αρκετούς περιορισμούς και να μην άντεχε πια να δίνει κανενός είδους λογαριασμό σε κανέναν. Εκείνος έμοιαζε σίγουρος για την επιλογή του να την έχει δίπλα του. Συνδύαζαν μια μικρή, προσωπική επανάσταση και μια έμφυτη αποφασιστικότητα. Και ίσως αυτό αρκεί, για να ζεις χωρίς ''τρίτους''. Να αλληλοσυμπληρώνεσαι, χωρίς να αυτολογοκρίνεσαι». 

free press «Διαδρομές», 27.01.2011.
 
;