Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pepper Magazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pepper Magazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
29/6/12 0 σκέψεις

Εκλογές θέλαμε. Τι καταλάβαμε;*



Τα πνευματικά δικαιώματα της ερώτησης του τίτλου δεν ανήκουν σε μένα. Είναι μια απορία που εξέφρασε υπάλληλος δημόσιου οργανισμού, μία μέρα μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου και ενώ τα τηλεοπτικά κανάλια γκάριζαν αφηνιασμένα ότι είμαστε ακυβέρνητοι. «Τι μας πείραζε ο Παπαδήμος; Εκλογές θέλαμε. Τι καταλάβαμε; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα. Με ποιο κριτήριο;».

Πολλές ερωτήσεις διατυπωμένες στην ίδια ανάσα, σκέφτηκα. Τόσο ρητορικές, μάλιστα, που καταπίεσα τη διάθεση μου να απαντήσω επειδή το θεώρησα πολύ πιθανό να γυρίσει ο συγχυσμένος δημόσιος υπάλληλος και να μου πει: «σε ρώτησε κανείς;». Χαμογέλασα συμπονετικά μέσα μου, και το ίδιο συμπονετικά γράφω για τον οργισμένο για λάθος λόγους αλλά, σε γενικές γραμμές, ανεκτό και δημόσιο υπάλληλο.

Αφήνω στην άκρη τον Παπαδήμο και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ένας είναι πια στο σκοτάδι κι ο άλλος στο υπερβολικό φως. Πιάνω τη δεύτερη ερώτηση. Αυτό το «τι καταλάβαμε» ενός απορημένου ανθρώπου, που με έκανε για λίγο να σκεφτώ ότι όλα τα υπόλοιπα που βιώνει από την ώρα που ξυπνάει μέχρι την τελευταία καληνύχτα στη γυναίκα του, τα κατανοεί σε ικανοποιητικό βαθμό (ή ακόμα καλύτερα, σε ποσοστό αυτοδυναμίας).

Καταλάβαμε, λοιπόν, ότι όταν ένας λαός βάζει τη βούλησή του σε έναν λευκό φάκελο και τη σφραγίζει για να φτάσει ανέγγιχτη στον προορισμό της, προκαλεί θρεπτική για την σκέψη αναταραχή στην ήδη ταραγμένη κοινωνική του πραγματικότητα. Καταλάβαμε ότι είναι πολύ ωραία τα καφενεία, τώρα που έριξαν και τις τιμές στον ελληνικό, αλλά είναι προτιμότερο να πράττεις σιωπηρά με τη ψήφο σου παρά να χτυπάς τα τραπέζια και να ανεβάζεις πίεση «επειδή είναι όλοι ίδιοι». Τέλος, αγαπητέ δημόσιε και πανελλαδικής εμβέλειας υπάλληλε, αισθανθήκαμε (και το να νιώθεις όταν είσαι άνθρωπος δεν είναι λαϊκισμός, αλλά δικαίωμα και υποχρέωση ταυτόχρονα) τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος σε ένα παραβάν με ευθύνη για το μέλλον.

Αυτή είναι η απάντηση στην καθόλου δικαιολογημένη ερώτηση. (Σ)τα είπα και ξετύλιξα τη δική μου απορία που φύτρωσε με σπόρο τη δική σου. Μια συμβουλή, μόνο, επειδή έτυχε να κρυφακούσω τη μίνι συνομιλία που είχες στα πεταχτά με συναδέλφους, το ίδιο απορημένους με τις αποφάσεις της κάλπης: μη συζητάς για απεργίες διαρκείας σε περίπτωση που, όποια κυβέρνηση κι αν προκύψει, επιχειρήσει να σας κλείσει το «μαγαζί». Δεν συνάδει με τους σηκωμένους από απορία ώμους στο άκουσμα της ακυβερνησίας.

*Κείμενο: Κική Μουστακίδου. Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #15, Ιούνης 2012. 

12/5/12 0 σκέψεις

Alexandra McKay. Η Φωνή *



Ήταν ένα ειλικρινές πρωινό με πολύ κρύο. Καθίσαμε με την Αλεξάνδρα να πιούμε ένα καφέ. Να μου μιλήσει για τη μουσική της, για τα live της με τους Basement High, για τα βράδια της Θεσσαλονίκης που αγαπάει. Η φωνή απέναντί μου κουβέντιαζε και φυσούσε τον καπνό στα αριστερά της. Είδα ένα μικρό σύννεφο να σχηματίζεται και να βρέχει μέλλον. Μερικές σταγόνες από αυτή τη βροχή είναι το παρακάτω κείμενο.

Την Αλεξάνδρα την άκουσα να δανείζει τη φωνή της στο κομμάτι «Smile» του V-Sag και την πρόσθεσα στη λίστα με τα αγαπημένα μου. Τα σχόλια στο youtube παρομοίαζαν τη χροιά της με εκείνη της Shakira αλλά και της Dido. Γέλασα με την αντίφαση και της έστειλα μήνυμα για τη συνέντευξη. Δέχτηκε, βρεθήκαμε κι αρχίσαμε να ξετυλίγουμε την ιστορία της.

«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη αλλά μεγάλωσα στα Χανιά. Από μια σταλιά ήθελα να ακούω συνέχεια δίσκους και κασέτες, ώσπου έπρηξα τους γονείς μου και μου πήραν ένα walkman. Αυτό με ηρέμησε για λίγο αλλά ζητούσα σαν τρελή να μάθω κιθάρα. Τελικά, ξεκίνησα με φλογέρα. Χεράκια παιδιού πρώτης δημοτικού, βλέπεις».

Ήρθε και η κιθάρα μερικά χρόνια αργότερα, όταν ωρίμασαν τα χέρια. Στα δώδεκα άρχισε να γράφει τα πρώτα δικά της κομμάτια. Ντροπιαστικά τα χαρακτηρίζει επειδή άκουγε πολύ Γιάννη Πουλόπουλο και είχε επηρεαστεί. Της εκμυστηρεύομαι ότι στην ίδια ηλικία ήμουν ερωτευμένη με τον Γιώργο Τσαλίκη και βλέπει ότι υπάρχουν και (πολύ) χειρότερα. Αφού έχουν μεσολαβήσει χρόνια με νέα ακούσματα και στροφή σε καλή, ξένη μουσική επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη.

Οι Basement High

Πανεπιστήμιο Μακεδονία και σπουδές στο μουσικό τμήμα του. Παράλληλα, η Αλεξάνδρα πειραματίζεται με μπάντες, με διαφορετικά σχήματα, ερμηνεύει και γεννάει τραγούδια. Εδώ και ενάμιση χρόνο, ο ήχος των Basement High είναι ό, τι περίμενε σε όλη της τη ζωή.

«Μέσα σε ένα ξενύχτι στο Έκκεντρον και πάνω σε μια κουβέντα για τον Tom Waits έγιναν πραγματικότητα οι Basement High. Παίζουμε ακουστικά, παίζουμε blues rock με μπόλικα folk και southern στοιχεία. Δικά μας κομμάτια και διασκευές άλλων αγαπημένων σε live που όσο περνάει ο καιρός μεγαλώνουν και πολλαπλασιάζονται».

Η ίδια εμπνέεται από έρωτες που πλήγωσαν, που έληξαν, που έφυγαν χωρίς να ξαναπάρουν τηλέφωνο. Από όσα ζει και νιώθει. Θυμάται μια φιλόλογο στο μάθημα της Έκθεσης να της λέει: «Γράφε για αυτό που ξέρεις και θα τη βρεις την άκρη». Κάτι ανάλογο ισχύει και με την κιθάρα της στην αγκαλιά.

«Πάντα στο τέλος γενικεύεις αλλά η αρχή σου είσαι εσύ».  

Η Θεσσαλονίκη

Παιδί που αγαπά την πόλη και μένει σχεδόν στο κέντρο της, η Αλεξάνδρα είναι εθισμένη στη νύχτα. Τριγυρνάει στα στέκια της για καλό κρασί και πολλές μπύρες. Στο Silver Dollar, στο Biker’s, στο Lucky Sparrow στα Λαδάδικα. Αποφεύγει να κλείνεται στους τοίχους της, ειδικά τα βράδια. Κι αν τύχει και δεν περάσει το κατώφλι της, μαγειρεύει κοτόπουλο για καλούς της φίλους και ακούνε Led Zeppelin, Beatles, Bessie Smith, Alman Brothers, Paul Rodgers και Blues Wire.

Είναι ένας προσγειωμένος άνθρωπος η Αλεξάνδρα. «Πιο προσγειωμένος από τη μαμά μου, που είναι γκρούπι μου», μου λέει η ίδια. Από τα ταλέντα που ξέρουν τη δυναμική τους, καλλιεργούνται όπως εκείνα θέλουν και κερδίζουν τον κόσμο τους μέρα με την ημέρα. Από τους ειλικρινείς και ακομπλεξάριστους καλλιτέχνες, που στην ερώτηση «έχεις όνειρα για το μέλλον;», απαντάνε:

«Ναι. Να ψηλώσω δέκα πόντους κι ένα για το παρελθόν: να είχα γεννηθεί κοκκινομάλλα».

Άλλωστε, βαθιά μέσα τους ξέρουν ότι δεν έχει σημασία μόνο να κάνεις όνειρα, αλλά να σχηματίζεις με τον καπνό σου μικρά σύννεφα που ‘ναι έτοιμα να βρέξουν μέλλον.

INFO

Άκου την Αλεξάνδρα στο «Feather» και στο «Smile» του V-Sag.

Άκου την Αλεξάνδρα να τραγουδά κομμάτια των Vello Leaf, όπως το «Now that we are» και το «One last tear», το οποίο περιλαμβάνεται και στο επίσημο soundtrack της ταινίας «Alter Ego».

Άκου την Αλεξάνδρα στο «Allthistime» μαζί με τους Basement High και μάθε για τις live εμφανίσεις τους μέσα από το facebook.

*Κείμενο: Κική Μουστακίδου. Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #14 , Απρίλης 2012. 

22/4/12 0 σκέψεις

«Μην το παραχέσουμε κιόλας»*


(Γενάρης 2012. Στα social media τα uploads δίνουν και παίρνουν. «Δείτε γιατί δάκρυσε στον αέρα η Τσαπανίδου». «Ο Χριστιανόπουλος έκανε ρόμπα την Πόπη». Η ιστορία γνωστή. Ο ποιητής απαντά στις ερωτήσεις της δημοσιογράφου με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, εκείνη δακρύζει από τα νεύρα, πηγαίνει να τα μπαλώσει, το link κλείνει ευγενικά. Οι μισοί του βγάζουν το καπέλο, οι άλλοι μισοί τον αποκαλούν γεροπαράξενο).

Αναρωτιέμαι. Είναι μάλλον εναλλακτικό να υποστηρίζεις έναν ποιητή που  βγαίνει στα παράθυρα και τα χώνει στον αλήτη – ρουφιάνο – δημοσιογράφο που έχει απέναντί του. Σου προσθέτει πόντους, σε ανεβάζει ένα επίπεδο πιο πάνω, ρε παιδί μου. Το να χρησιμοποιείς εκφράσεις του τύπου «ποιητικό χτύπημα στο σάπιο τηλεοπτικό σκηνικό» ή «έμμεση πνευματική γροθιά στο χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα» για να εξηγήσεις τη συμπεριφορά του, ξαφνικά, δεν σε μετατρέπει σε σκληροπυρηνικό οπαδό του ΚΚΕ αλλά σε βαθιά σκεπτόμενο άτομο. Άσε που κοιμάσαι και πιο ελαφριά. Λες: «την έκανε την επανάστασή μου ο 80χρονος ποιητής. Ας την πέσω τώρα γιατί αύριο έχει διαγωνισμό έξυπνης ατάκας στο twitter».

Αναρωτιέμαι και πάλι. Από πότε πρέπει να ανέχεσαι βλακώδη και κούφια λόγια επειδή προέρχονται από χείλη ανθρώπων που υπηρετούν τα γράμματα. Από πότε πρέπει να σκάβεις τόσο βαθιά για να βρεις το κρυμμένο, ανώτερο νόημα που (ξέρεις ότι δεν) υπάρχει. Από πότε ένας ποιητής που βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση του καλεσμένου σε εκπομπή νομιμοποιείται στις ανθρώπινες συνειδήσεις να προσβάλει τον συνομιλητή του επειδή είναι ποιητής (και επομένως, πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για την κληρονομιά των κόμπλεξ που θα αφήσει πίσω του).

Ξέρω, πέρασε καιρός από τη μέρα που ο Ντίνος και η Πόπη συναντήθηκαν στα διπλανά παράθυρα. Το γεγονός γράφτηκε με χρυσό μελάνι στην τηλεοπτική ιστορία. Δεν είναι όμως για να ξεχνιέται κάτι τέτοιο. Δεν κρατάω κακία στον Χριστιανόπουλο για το αίμα που ανέβηκε στο κεφάλι μου όταν είδα το show του. Είμαι θυμωμένη με τους νέους ανθρώπους που τον υποστήριξαν. Με αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται ότι χρειαζόμαστε πια ανθρώπους της τέχνης που το κάθε τους κύτταρο θα φωνάζει την πνευματική τους ισορροπία. Ανθρώπους που θα γνωρίζουν αλήθειες φανερωμένες από την ποίηση, τη μουσική, τη ζωγραφική και θα τις μοιράζονται μαζί μας, έχοντας το θάρρος του λόγου τους. Όχι κρυμμένοι πίσω από το μεγάλο τους όνομα που τους δίνει αυθαίρετα την άδεια να μην βουτάνε τη γλώσσα στο μυαλό τους. Γιατί από αυτή την άποψη, καμιά διαφορά δεν έχει ο μεγάλος δημοσιογράφος από τον μεγάλο ποιητή. Είναι μεγέθη εξίσου παραπλανητικά και επίφοβα.

«Ο κόσμος υποφέρει και πονά/ και εσείς τα ίδια παραμύθια» Ν.Χ

*Ατάκα του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο τέλος της συνέντευξής του στην Πόπη Τσαπανίδου.

Κείμενο: Κική Μουστακίδου. Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #14, Απρίλης 2012. 
8/3/12 0 σκέψεις

Plastic Flowers: Το μέλλον μυρίζει πλαστικό*





Στο παραμύθι που ακολουθεί, ο Γιώργος και ο Τίμης, δυο φίλοι από τη Θεσσαλονίκη, αποφασίζουν στα είκοσί τους χρόνια να δημιουργήσουν μια μπάντα. Της δίνουν το όνομα «Plastic Flowers» και ξεκινούν συνεργασία με την πορτογαλική εταιρεία «Cakes and Tapes». Το συγκρότημα κυκλοφορεί τα ατμοσφαιρικά του κομμάτια με τη στήριξή της ενώ λίγο αργότερα καταλήγει σε ένα σόλο project του Γιώργου. Τώρα πια, το ανανεωμένο και πιο συμπαγές σχήμα περιμένει την κυκλοφορία του δεύτερου υλικού του και τις live εμφανίσεις του χειμώνα.

Μια φορά κι ένα καιρό, η εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για καλλιτεχνική έκφραση οδηγούσε στη δημιουργία. Για το καλό όλων μας, αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει. Ακόμη και τώρα, ακόμη και στη Θεσσαλονίκη. Τουλάχιστον, το παράδειγμα του Γιώργου Σαμαρά αυτό αποδεικνύει. Ο φοιτητής της Γερμανικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου ασχολείται με τη μουσική εδώ και τρία χρόνια, δηλώνει αυτοδίδακτος και τον Απρίλη του 2010 ίδρυσε τους «Plastic Flowers», μαζί με τον καλό του φίλο, Τίμη Χαρίση.

«Το σχήμα γεννήθηκε επίσημα στην Αγγλία όταν πήγα να συναντήσω τον Τίμη στο Μπέρμινχαμ, όπου και σπούδαζε. Το συζητήσαμε και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε ηχογραφήσεις, ο δίσκος ήταν ήδη στο μυαλό μας. Ήξερα ότι αυτό που ήθελα ήταν να φτιάξω μια ορχηστρική μπάντα, έχοντας προσανατολισμό από την ηλεκτρονική μουσική που άκουγα πολύ αλλά και από κλασικές επιρροές». 

Χρειάστηκαν μερικοί μήνες για να ηχογραφήσουν μόνοι τους τα έξι αγγλόφωνα κομμάτια που συμπεριλαμβάνονται στην πρώτη τους δουλειά, στο παρθενικό «Meltdown». Συνθέσεις με τίτλους που γαργαλούν τη φαντασία, όπως «Delicious Timebomb», «Japanese Vegetables» και «Town Monsters» ήταν πανέτοιμες να επικοινωνηθούν το καλοκαίρι του 2010. Σύντομα, η πορτογαλική εταιρεία «Cakes and Tapes» ανέλαβε την προώθηση του διδύμου και την κυκλοφορία των τραγουδιών με τη μορφή της παλιάς γνώριμης και αγαπημένης κασέτας.

«Για μένα, η συνεργασία με τη συγκεκριμένη εταιρεία ήταν σωτήρια. Έκανε τα απαραίτητα για να αρχίσει να γίνεται η μπάντα γνωστή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πράγμα που δεν θα μπορούσαν να πετύχουν οι ελληνικές εταιρείες που δεν έχουν προσαρμοστεί ακόμα στα δεδομένα της Ευρώπης. Η μουσική μας κυκλοφόρησε και δωρεάν στο διαδίκτυο και σε μορφή κασέτας, για όσους αγαπούν την vintage κατάσταση. Καταφέραμε να μπούμε κατά καιρούς σε μεγάλες playlists μαζί με μεγάλα ονόματα της διεθνούς μουσικής βιομηχανίας. Ακόμη και πρόσφατα, συμπεριληφθήκαμε σε αντίστοιχη λίστα της Guardian».

Δύο. Ένα. Τέσσερα «λουλούδια» 

Οι «Plastic Flowers» ξεκίνησαν ως ένα αμιγώς recording project, πράγμα που σημαίνει ότι οι συναυλίες δεν υπήρξαν ποτέ ο στόχος τους. Άλλωστε, κάτι τέτοιο φαίνεται και στην εγκεφαλική φύση των κομματιών του «Meltdown». Οι μελαγχολικές ιστορίες που αφηγείται το καθένα και βασίζονται σε προσωπικές εμπειρίες του Γιώργου, γίνονται ευκολότερα αντιληπτές εάν κάποιος προσπαθήσει να τις αφουγκραστεί σε ένα μοναχικό και βραδινό άκουσμα ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους. Ωστόσο, το μικρόβιο των lives  εμφανίστηκε γρήγορα στο μυαλό του ως μια επιτακτική ανάγκη και τα χιλιόμετρα που τον χώριζαν από την Αγγλία και τον φίλο του, Τίμη, ήταν ένα συνεχές εμπόδιο.

«Η απόσταση με τον Τίμη ήταν τεράστιο πρόβλημα όταν θέλησα τόσο πολύ να μοιραστώ ζωντανά τη μουσική των ‘’Plastic Flowers’’ και να ηχογραφήσω και νέα κομμάτια που είχα βάλει μπρος. Κάποια στιγμή, η δυσκολία ξεπεράστηκε επειδή  οδηγηθήκαμε τελικά στο να το αναλάβω μόνος μου. ‘Έτσι έγινε και ηχογράφησα εγώ ο ίδιος όλα τα όργανα στο νέο, δεύτερο υλικό που πρόκειται να κυκλοφορήσει μετά τον Οκτώβρη». (Το νέο υλικό θα κυκλοφορήσει τελικά στις 21 Μαρτίου)

Μέσα στο καλοκαίρι του 2011, η σύσταση της μπάντας αλλάζει, γίνεται τετραμελής. Ο Γιώργος και τα νέα μέλη της δουλεύουν σκληρά για να βρει ο καθένας τον ακριβή ρόλο του στο σχήμα, για να προσαρμοστούν με επαγγελματισμό στα νέα κομμάτια που θα έχουν να διαχειριστούν σε πολλές εμφανίσεις από εδώ και πέρα.

«Το νέο άλμπουμ ξεκίνησα να το χτίζω από μουσικές επιρροές που είχα από τον Τίμη και είναι ήχος που μπορεί να παρουσιαστεί άνετα σε ένα live. Πρόκειται για ένα bedroom project, ηχογραφημένο και μιξαρισμένο στο υπόγειο και στη σοφίτα του σπιτιού μου. Ο τίτλος του θα είναι ‘’Natural Conspiracy’’ και σαφώς το όνομα έχει να κάνει με την κατάσταση που επικρατεί την τελευταία χρονιά στην Ελλάδα. Υπάρχουν, λοιπόν, και πολιτικά μηνύματα αλλά τίποτα δεν θα είναι όπως φαίνεται…».

Κοινό υπάρχει (;)

Με τα κομμάτια του «Natural Conspiracy» θα συστηθεί ουσιαστικά το σχήμα στο κοινό της Θεσσαλονίκης και με τον καιρό, σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η μία και μοναδική τους συναυλία έως τώρα σε μαγαζί της πόλης έγινε τον περασμένο Γενάρη και δεν πήγε όπως θα ήθελαν. Η πρώτη επαφή κρίθηκε μουδιασμένη. (Ακολούθησε η εμφάνισή τους στο Residents Bar τον Δεκέμβρη)

«Η μουσική μας χρειάζεται συναυλιακές προδιαγραφές, σωστό εξοπλισμό και πολύ ακριβή προετοιμασία από εμάς. Είναι δύσκολος ήχος κι ο κόσμος ήταν διστακτικός, είναι λογικό. Βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι εμπιστεύομαι το κοινό της Ελλάδας αλλά από εδώ και πέρα θα φανεί αν υπάρχει κοινό για μας εντός συνόρων. Δικός μας στόχος είναι να αποδείξουμε ότι δένουμε αρμονικά κι ότι είμαστε επαγγελματίες με ένα πολύ προσεγμένο performance, παρά το νεαρό της ηλικίας μας».

Ο Γιώργος παραδέχεται ότι δεν έχει συνδέσει τις εμπνεύσεις του με μέρη, με γωνιές, με εικόνες της Θεσσαλονίκης. Είναι η πόλη που γεννήθηκε, σε αυτή ζει και αναπνέει αλλά δεν υπήρξε ποτέ αφορμή για μια μελωδία του.

«Για να είμαι ειλικρινής, αν με κάτι έχω συνδέσει ποτέ τη Θεσσαλονίκη, αυτό είναι η παρακμή. Και αυτό για να αλλάξει, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε όλοι μας. Δεν λέω, ίσως σε παλιότερες εποχές, η ατμόσφαιρά της να ενέπνεε τους καλλιτέχνες μια άλλης γενιάς. Αυτό πάντως που επηρεάζει εμένα είναι οι μουσικές που έχω ακούσει ως τώρα, όλες εκείνες οι επιρροές που έχουν διαμορφώσει το χαρακτήρα μου. Αυτό είναι και το στοίχημα της μπάντας: να πάει τα ερεθίσματά της ένα βήμα παραπέρα, να εκφραστεί μέσα από αυτά και να ωριμάσει, αφήνοντας την υπογραφή της».

Αν σκέφτεται να φύγει και να μείνει μόνιμα κάποια στιγμή στο εξωτερικό; Αυτή είναι μια ερώτηση που οφείλει να κάνει κάθε συνεντευξιαστής που σέβεται τον εαυτό του. Η απάντηση είναι συνήθως καταφατική. Και αυτή τη φορά ήταν. Το παραμύθι, όμως, των «Plastic Flowers» είναι από εκείνα που έχουν αίσιο τέλος, σε όποια έδρα κι αν τα αφηγηθεί κανείς. Είναι από εκείνα που αυτοί ζουν καλά και όλοι οι άλλοι γύρω τους καλύτερα, ποιοτικότερα και με όμορφα ακούσματα για καλημέρες και καληνύχτες.

ΤΕΛΟΣ


INFO
  • Ambient. Dream Pop. Post Rock. Shoegaze. Electronica. Με αυτά τα ονόματα, θα βρεις περιγραφές για τις μουσικές των «Plastic Flowers» στο διαδίκτυο. Εναλλακτικά, μπορείς απλά να νιώσεις.
  • Για το όνομα της μπάντας ευθύνεται η αγάπη του Γιώργου για τους «Radiohead» και συγκεκριμένα, για το κομμάτι  «Fake Plastic Trees».
  • «The single, White Walls Painted Black, flows with some artful emdroidery and shines exquisitely», έγραψε η Guardian. Άκουσέ το, μαζί ολόκληρο το Meltdown, εδώ.
  • Η επίσημη ιστοσελίδα του σχήματος: www.weareplasticflowers.com
*Κείμενο: Κική Μουστακίδου. Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #11, Σεπτέμβρης 2011. 

22/1/12 0 σκέψεις

Η ξανθιά. Ο εκδότης. Η νέα εποχή*



Εκείνη είναι ξανθιά. Ξεκίνησε την καριέρα της ως μοντέλο. Δε χαμογελούσε πολύ για να μην κάνει ρυτίδες και μόλις εμφανίστηκε η πρώτη, τρομοκρατήθηκε και τον παντρεύτηκε. Δηλώνει πιστή σύζυγός του, μητέρα των παιδιών του, κριτής σε τηλεοπτικό show  και πρόσφατα, παρουσιάστρια.  

Εκείνος είναι εκδότης. Ίδρυσε στο τέλος της cult δεκαετίας του ’80 ένα πετυχημένο περιοδικό και από τότε, πιάνει χώρο στα ράφια των περιπτέρων και με άλλα έντυπα που υποδεικνύουν στη μέση νοικοκυρά να πηγαίνει στη λαϊκή με δωδεκάποντα. Σήμερα, παρουσιάζει τη δική του τηλεοπτική εκπομπή αλλά είναι και μέλος της κριτικής επιτροπής ενός τηλεοπτικού show που παρουσιάζει η γυναίκα του.

Εγώ μισώ τα ημερολόγια. Μόλις πάω να τα εμπιστευτώ και να πιστέψω ότι βρισκόμαστε στο τέλος του 2011, ανοίγω την τηλεόραση και παθαίνω πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Η ξανθιά χορεύει τσιφτετέλι στην εκπομπή του εκδότη άντρα της και ο εκδότης φιλάει με πάθος τη ξανθιά γυναίκα του στα παρασκήνια της εκπομπής που συμμετέχουν και οι δύο.

Η παράνοια, που θέλει να στρογγυλοκαθίσει πάνω στη νοημοσύνη μου μέχρι να της προκαλέσει ασφυξία, εξακολουθεί να μονοπωλεί τα βράδια της Κυριακής. Και τα μεσημέρια της επόμενης μέρας. Στην εποχή που ο καθένας ψάχνει να βρει τη νέα θέση του σε μια πραγματικότητα που γκρεμίζεται και είναι έτοιμη να χτιστεί και πάλι από την αρχή, η τηλεόραση γυρνά στον τόπο του εγκλήματος. Στα early 90’ s, εκεί από όπου ξεκίνησε.

Το μόνο που λείπει είναι τα μπαλέτα που πνίγονται στην παγέτα και τα πούπουλα και το μπορντό μολύβι πάνω στο κεραμιδί κραγιόν. Κατά τα άλλα, η prime time αισθητική που προωθεί αυτός ο δέκτης εξακολουθεί να μένει κολλημένη στο παρελθόν, σαν να απευθύνεται σε ένα κοινό που αποτελείται από καρικατούρες του «Ρετιρέ» και των «Μικρομεσαίων».

Δυστυχώς για όσους αγαπάνε να βουλιάζουν στον αναπαυτικό τους καναπέ απέναντι από το σύνθετο με τα σεμεδάκια, τα μπιμπελό και την μονίμως ανοιχτή τηλεόραση, η αυτοκρατορία του ντεκαπάζ έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μπορεί, βέβαια, ένα γρήγορο ζάπινγκ να μην αποδεικνύει κάτι τέτοιο αλλά για αυτό υπάρχει ο πραγματικός κόσμος εκεί έξω. Για να του ρίχνουμε πού και πού καμιά ματιά και να βλέπουμε ότι άνθρωποι ως μονάδες και άλλοι ως ομάδες προτείνουν, δημιουργούν και εξελίσσονται ακριβώς μέσα στα χρονικά πλαίσια της δεκαετίας που τους ανήκει. Καμιά φορά, τραβάνε με δύναμη προς τα μπρος, ποτέ όμως προς τα πίσω. Γι’ αυτό, λοιπόν, (δεν) λυπάμαι που το λέω αλλά: Early 90’s, it’s too late for you!

* Κείμενο: Κική Μουστακίδου. Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #13, Δεκέμβρης 2011

28/12/11 0 σκέψεις

Για μια νιφάδα*




Έξω δεν χιονίζει. Μόνο με φύλλα γέμισαν οι δρόμοι. Κίτρινα και πλατιά, σαν να ‘ναι φθινόπωρο. Σε λίγες μέρες θα αλλάξει ο χρόνος και δεν είδα ούτε μια λευκή νιφάδα. Στεναχωριέμαι. Νομίζω φαίνεται στο χαμόγελό μου που άλλαξε καμπύλη και κοιτάζει προς τα κάτω. Γι’ αυτό σταματούν οι άνθρωποι μπροστά μου και με καρφώνουν με το βλέμμα τους. Πώς είναι δυνατόν να είναι θλιμμένη μέσα στις γιορτές, αυτό θα σκέφτονται. Δε με νοιάζει όμως. Προχθές μόνο με πείραξε που μια κυρία με σημάδευε με το δάχτυλό της και τραβούσε δυο φίλες της από τα μανίκια για να με δείξει και σε αυτές. Έκαναν μια γκριμάτσα, σαν να αηδίασαν από μια ξινισμένη μυρωδιά και άλλαξαν δρόμο. Ακόμα το θυμάμαι αλλά θα μου περάσει. Θα γίνω πιο δυνατός άνθρωπος.

Έχω δίπλα μου ένα κηροπήγιο με εφτά χρυσά κεριά, δυο κόκκινες μπάλες με ασημόσκονη και ένα κουκουνάρι. Καμιά φορά, όταν βαριέμαι πολύ, κάθομαι και τα μετράω. Εφτά και δύο και ένα κάνουν δέκα. Μετά αφαιρώ, μετά πολλαπλασιάζω. Κι όταν θέλω να κοιμηθώ κάνω το ίδιο. Είναι λίγο άβολα επάνω στη συρταριέρα αλλά αυτή είναι η θέση μου και θα είναι γρουσουζιά να την αλλάξω. Το άκουσα που το έλεγαν δυο κοπέλες που καθάριζαν τα τζάμια. Έλεγαν πως αν μετακινήσεις τις κούκλες σε άλλη μεριά της βιτρίνας δεν πουλιούνται τα ρούχα που φοράνε, έτσι είχαν προσέξει πως γίνεται. Τρόμαξα τότε, μπορεί και να ανατρίχιασα από την κορφή μου ως τα νύχια και είπα να μείνω εδώ για πάντα.

Τώρα που σκέφτομαι ότι με είπαν κούκλα, νιώθω καλύτερα. Η καμπύλη στα χείλη μου στράφηκε προς τον ουρανό. Να και η πρώτη νιφάδα, πέφτει.

Καληνύχτα. 

*Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #13, Δεκέμβρης 2011
12/11/11 2 σκέψεις

Εμφύλιος*



Γράφω πρώτα τον τίτλο με τεράστια γράμματα για να το συνειδητοποιήσω. Να ξεχειλίσει η οθόνη και όλη η χώρα, αν χρειαστεί. Ζούμε έναν εμφύλιο πόλεμο ξανά από την αρχή. Αναρωτιέμαι αν φταίει η ρημάδα η ιστορία που επαναλαμβάνεται με τόση ακρίβεια ή τα μυαλά που κουβαλάμε και δεν λέμε με τίποτα να τα βάλουμε να δουλέψουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Δύο κατηγορίες πολιτών θα συναντήσεις στην Ελλάδα του ΔΝΤ και του 2011. Εκείνους που βγαίνουν στους δρόμους και διαμαρτύρονται για την επερχόμενη εξαθλίωση και εκείνους που τους κατηγορούν ότι η αγανάκτηση δεν είναι λύση. Εκείνους που ρίχνουν τα γιαούρτια στους πολιτικούς κι εκείνους που θεωρούν πως οτιδήποτε πρόβειο σε πρόσωπο εκλεγμένου εκπροσώπου είναι τραμπουκισμός. Στην Ελλάδα, θα βρεις και πάλι ανθρώπους να διαφωνούν δραματικά μεταξύ τους. Εκείνους και εκείνους.

Και δεν είναι ότι οι αντίθετες απόψεις είναι κάτι που απεύχομαι. Άλλωστε, καμιά ομοιομορφία δεν έφερε ποτέ την αλλαγή. Είναι που δεν καταλαβαίνω γιατί εξακολουθούμε να σπαταλάμε τα πυρά μας, πυροβολώντας με μανία και δογματισμό ο ένας τον άλλον,  και δεν ψάχνουμε να βρούμε τον πραγματικό εχθρό που θέτει σε κίνδυνο και εμένα και εσένα. Δηλαδή εμάς.

Σου δίνω κάποια hints και κλείνω αυτό το κείμενο, με την ευχή να πάψουμε να περπατάμε παράλληλα και η νέα μέρα να μη μας βρει με τις κάνες γυρισμένες σε πρόσωπα οικεία αλλά με γόνιμες κουβέντες και συζητήσεις. 

Φαντάσου τον εχθρό, λοιπόν, σαν μια τεράστια, νάιλον, αλεξίσφαιρη σακούλα που τρώει όλη μέρα τα λεφτά σου και τα λεφτά μου, τα δικά μας λεφτά, και σε αναγκάζει να παρακολουθείς τη διαδικασία της πέψης τους, ανήμπορος να παρέμβεις και να τα διεκδικήσεις πίσω, την ώρα που σου ζητάει κι άλλα επειδή δεν χορταίνει κι αν δεν έχεις, σου επιβάλλει να επικοινωνήσεις χωρίς χρονοτριβές με την Παναγία προκειμένου να σου δώσει συμβουλές για την τεκνοποίηση μέσω κρίνου ώστε να τα γεννήσεις άμεσα.

Σημείωση: Αν η τελευταία πρόταση σου φάνηκε ολίγον τι σουρεαλιστική, δώσε της μια δεύτερη ευκαιρία και προτίμησε μια δεύτερη ανάγνωση και σε ό,τι αφορά τον διπλανό σου, που μπορεί να νιώθει την ανάγκη να απαντήσει στη βία της γραβάτας με μια «Αγελαδίτσα»…

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #12, Νοέμβρης 2011
6/10/11 0 σκέψεις

Κάποιος φώναξε τους μπάτσους*



Άλλοι τους ήθελαν να είναι 6.000. Άλλοι έλεγαν ότι έφτασαν ακόμη και τις 10.000. Όσοι κι αν ήταν τελικά οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη τις μέρες της 76ης ΔΕΘ, ήταν σίγουρα πολλοί. Σε αφθονία. Τόσοι που κουραζόσουν να τους βλέπεις δεξιά κι αριστερά με γυμνό μάτι. Ειδικά όταν έκαναν τις κούρσες τους με τις μηχανές τα βράδια στην Τσιμισκή κι απέφευγαν με αξιοθαύμαστη τσαχπινιά τα υπόλοιπα οχήματα. Να ‘ναι καλά η άρτια εκπαίδευσή τους και τα μπλε φωτορυθμικά που τους προσθέτουν τόλμη και γοητεία.

Δεν έφτασαν μόνοι τους, όμως, οι ένστολοι - bonus που ήρθαν από Αθήνα και λοιπές περιοχές. Έφεραν μαζί και τον ειδικό φράχτη που είχε χρησιμοποιηθεί στις διαδηλώσεις του Συντάγματος και το όχημα εκτόξευσης νερού με το όνομα «Αίαντας». Το τελευταίο μάλιστα, δεν πρέπει να πήρε τυχαία το όνομά του. Διαβάζω ότι όταν αποπειράθηκε ο μυθικός Αίας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών, η θεά Αθηνά του προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει σε ένα κοπάδι πρόβατα. Τα μαλλιαρά, τετράποδα ζώα μπορούν να ζωντανέψουν εύκολα μπροστά  μας. το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξουμε προσεκτικά σε έναν καλογυαλισμένο καθρέφτη.

Κι από την άλλη, είναι και το κόστος τους. Πού πέρασαν τις νύχτες τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τι έφαγαν για να καρδαμώσουν; Τι σουβενίρ και καρτ ποστάλ πήγαν στους δικούς τους, επιστρέφοντας σπίτι; Το μόνο που μπορώ να ξέρω είναι πού διασκέδασαν. Κάτι βράδια που ολόκληρο το κέντρο ήταν τρομακτικά ερημωμένο, μόνο στα μαγαζιά που βρίσκονται σε ακτίνα λίγων μέτρων από το λιμάνι δεν έπεφτε καρφίτσα. Ή πιο σωστά, χειροπέδα. Δεν έπεφτε χειροπέδα.

Ούτε που θέλω να φανταστώ πόσοι αστυνομικοί θα ζώσουν την πόλη για τη ΔΕΘ του επόμενου χρόνου. Πόσα ΜΑΤ, πόσες ομάδες «Δέλτα» και «Δίας», πόσοι ακόμη ένστολοι αρχαίοι θεοί του Ολύμπου θα δημιουργηθούν ως τότε και θα επιστρατευθούν, εάν οι εργαζόμενοι και κυρίως, οι άνεργοι, συνεχίσουν να βρίσκονται διαμαρτυρόμενοι στους δρόμους. Κάτι μου λέει, δυστυχώς, ότι θα είναι πολύ περισσότεροι από φέτος. Προκήρυξη για 1.200 ειδικούς φρουρούς δημοσιεύθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας μέσα στο καλοκαίρι, την ώρα που άλλα επαγγέλματα τείνουν να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Μήπως να παγώσουν και οι δικές τους προσλήψεις; Όχι τίποτα άλλο, μπας και γλυτώσουμε τις ανεπιθύμητες επισκέψεις του χρόνου τέτοιες μέρες. 

Εικόνα: deviantart.com

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper Magazine #11, Οκτώβριος 2011
19/8/11 0 σκέψεις

Ένα μπουκάλι παρελθόν



«Κάθε καλοκαίρι, η ίδια ιστορία. Κι ύστερα, λένε, μείνε μακριά από τη ρουτίνα γιατί δεν το ‘χει σε τίποτα να αφηνιάσει και να σε καταπιεί στην άχρωμη, άοσμη και άγευστή της δίνη. Κληρονομιά από τη γιαγιά ένα ηλίθιο έθιμο, μόνο εγώ το κρατάω τόσο καιρό, κι ας παριστάνουν δήθεν οι υπόλοιποι πως θέλουν να μένουν μόνοι τους για να πετάξουν το παρελθόν τους στη θάλασσα, να χαθεί στον πάτο του καλοκαιριού. Σε ένα μπουκάλι να χωρέσεις ό,τι χειμερινό σε πλήγωσε, να το φάει η αρμύρα και να μη το ξεβράσει ποτέ. Δεν κλείνονται οι χειμώνες που πονάνε με φελλούς, ρε γιαγιά. Το ήξερες ακόμη και εσύ πριν βαφτίσεις οικογενειακή παράδοση μια αυγουστιάτικη σαχλαμάρα. Κάθε χρόνο, η Πανσέληνος, το παρελθόν μου κι εγώ.

Φέτος, ξεχειλίζει το μπουκάλι κομμάτια από χαρτί, σκισμένα με μανία. Φωτογραφίες με χαμόγελα σε ποτάμια, θάλασσες και υγρούς, χωμάτινους δρόμους. Παρελθόν. Διαδρομές που νόμιζες ότι δεν θα καταλήξουν ποτέ στο καλάθι των αχρήστων, κι όμως αόρατα χέρια κατάφεραν και τις ξεστράτισαν. Παρελθόν. Απώλειες ανθρώπων που υπήρξαν σημεία αναφοράς. Παρελθόν. Απώλειες ανθρώπων. Επίσης. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην υγρή άμμο, δροσίζονται από το κύμα και από τις παγωμένες πέτρες. Τα χέρια μου καίνε γιατί κρατάνε τον χειμώνα μου. μόλις ξεριζώθηκε με κόπο από μέσα μου. Ζεματάει.

Και στο ξαναλέω, ρε γιαγιά. Θα το πετάξω μακριά το γυάλινο παρελθόν που με κουβαλάει συχνά αυτό αντί να το κάνω εγώ. Αλλά φέτος, θα είναι διαφορετικά. Φέτος, θα περιμένω να το ρουφήξει ο βυθός, σαν να διψά για παρωχημένους πόνους ενός ασήμαντου ανθρώπου, ενός σάρκινου κόκκου άμμου ανάμεσα σε τόσους άλλους. Δεν μπορώ να ξέρω ότι ακόμα και πνιγμένες, οι στιγμές μου παραμένουν ύλη. Ο υπόλοιπος κόσμος διαγράφει τα άσχημα και στοχεύει στα όμορφα όταν η χρονιά αλλάζει. Η δική μου οικογενειακή παράδοση με κάνει πρωτότυπο. Και ξεχωριστό. Με έναν τρόπο που δε γεμίζει το μάτι μου αλλά την βαρετή Πανσέληνό μου.

Θα το στριφογυρίσω πρώτα στον αέρα. Δυο, τρεις και τέσσερις φορές. Λιγότερες από όσες στριφογύριζε στο μυαλό μου η κάθε ανάμνηση ξεχωριστά. Και το αεράκι που φυσά θα το στείλει ακόμα πιο βαθιά στα μαύρα νερά. Δεν είναι κανείς γύρω μου να ματιάξει τη ρίψη μου, μόνο κάτι ξεχασμένες, ριγωτές ομπρέλες χωρίς μάτια.

Μερικά κοφτά βήματα, ένα τίναγμα, τελευταίος θυμός και μια κραυγή. Ανακούφιση. Δεν θα κάτσω να προσέχω μπας και πάει αντίθετα στη φύση και το ξεράσει η θάλασσα στα πόδια μου. Δεν θα φοβηθώ το παρελθόν. Δεν θα ξαναγυρίσει, εάν δεν το θέλω εγώ. Τώρα κατάλαβα γιατί το έβαζες, ρε γιαγιά, σε ένα μπουκάλι. Γιατί τίποτα ποτισμένο με αόριστο χρόνο δεν αξίζει να πιάνει παραπανίσια έκταση. Καλό παρόν και καλό καλοκαίρι μας».  

*Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #10, Αύγουστος 2011
30/7/11 0 σκέψεις

Γιώργος Παπαγεωργίου: He will survive



της Κικής Μουστακίδου


Τέσσερα χρόνια πριν. Όλοι οι άνθρωποί μου έτρεχαν σαν τρελοί στο θέατρο «Εγνατία». Έβλεπαν και ξανάβλεπαν μια σουρεαλιστική παράσταση με το όνομα «Κατσαρίδα». Το χαμόγελό τους έφτανε μέχρι τα αυτιά όταν μου μιλούσαν για έναν απίστευτο τύπο που έπαιζε ιδανικά τον ρόλο μιας φαντασμένης πεταλούδας. Έβαλα έναν αστερίσκο δίπλα στο όνομα «Γιώργος Παπαγεωργίου» και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να τον ανακαλύψω όταν θα ανέβαινε με νέα δουλειά στη Θεσσαλονίκη. Ακριβώς έτσι έγινε. Το αυτοσχεδιαστικό έργο «I will survive» ήρθε για ένα μήνα στην πόλη και τελικά έμεινε για τρεις. Δεν είναι κι εύκολο να χορτάσεις έναν ηθοποιό που με έναν του μορφασμό σε κάνει να πασχίζεις να κρατήσεις το στομάχι σου στη θέση του και σε πείθει τόσο ως νευρωτικός επιστήμονας όσο και ως Βάνα Μπάρμπα μέσα στις δυο ώρες της ίδιας παράστασης.


Ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι μια αεικίνητη πλαστελίνη επί σκηνής. Μεταμορφώνεται και παρασύρεται όσο χρειάζεται για να σε συνεπάρει. Γνήσιος εκπρόσωπος μιας θεατρικής φιλοσοφίας που θέλει τον θεατή συμμέτοχο και όχι ωραία κοιμωμένο στην καρέκλα του. Διαθέτει όλα όσα θα του επέτρεπαν να κυκλοφορεί με καβαλημένο καλάμι κι όμως, δεν το κάνει. Ο γιος της Φιλαρέτης Κομνηνού μπορεί με σιγουριά να πει ότι δεν στηρίχθηκε στις πλάτες της μητέρας του. Μπήκε στο επάγγελμα ξεκινώντας με κομπαρσιλίκια και συνεχίζει σε αυτό με άφθονο θέατρο και δίχως τηλεόραση. Την δουλειά του είναι που θέλει να εκτιμούν, όχι το είδωλό του.  

Μεγάλωσε στην Τούμπα και την Καλαμαριά, αλλά ζει πια στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα δουλεύει κι εδώ απολαμβάνει να περπατά στην παραλία, να ξενυχτά στο Residents  και να μαγεύεται από το Καπάνι. Αγαπά το Βερολίνο, τα κλισέ και την αποδόμησή τους, τον αυτοσαρκασμό, τους συνειδητά απαισιόδοξους ανθρώπους αλλά όχι εκείνους που παραδίνονται στη μιζέρια τους. Εκτιμά κι όσους υπήρξαν έμμεσοι δάσκαλοι στη ζωή του με την τέχνη και τη σκέψη τους. Όπως ο Ελύτης με μια φράση του. Όπως ο Αγγελάκας με τα τραγούδια του. Γλυκά, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό θα ήθελε να κάνει και ο ίδιος σε ό, τι αφορά τη δουλειά του. Να μείνει σταθερός στις αξίες και την αισθητική του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν θα τα έχει πια καταφέρει, το δικό μου χέρι, βέβαιο γαρ, θα βρίσκεται ακόμη στη φωτιά. 


* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011




2/7/11 0 σκέψεις

Αλλάζεις. Άρα ζεις.


(Με αφορμή πολλές κουβέντες. Πολλές αναλύσεις. Πολλές διαφωνίες. «Είναι Μαρία - δε θέλω να λέω ψέμματα - δύσκολοι καιροί. Και θάρθουνε κι άλλοι. Δεν ξέρω - μη περιμένεις κι από μένα πολλά - τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω, κι απ΄όσα διάβασα ένα κρατάω καλά: ''Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος''. Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία». Κ.Γ) 




«Ένας παλιάτσος είμαι εγώ/καλή σας μέρα/Ξέρω να κλαίω, να γελάω, να πονώ/ξέρω να λέω την αλήθεια πέρα ως πέρα/γι' αυτό κι εγώ θα σας το πω». Το τραγούδι συνεχίζει και μιλά για τα «δίκια της ζωής», που θα τα «τραγουδάς κι εσύ απ’ την πλατεία». Δεν τα πήγαινα ποτέ μου καλά με τέτοιου είδους άσματα, μέχρι που άκουσα τον μικρό Θανάση να παίρνει το μικρόφωνο κάτω από τον Λευκό Πύργο και να το τραγουδά. Δεν τα πήγαινα ποτέ μου καλά με τις πολιτικές συγκεντρώσεις και τις πορείες, μέχρι που είδα τους υπόλοιπους «Αγανακτισμένους» γύρω μου να δακρύζουν και να τον χειροκροτούν.

Τέτοιες εικόνες συναντά κανείς στα γρασίδια δίπλα στον Θερμαϊκό. Ισως, ακόμη εντονότερες στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Αληθινές και ενωτικές. Και δεν είναι μόνο ένα μικρό παιδί που συγκινεί το πλήθος. Είναι και άνθρωποι κάθε ηλικίας που περιμένουν στωικά προκειμένου να φτάσει η σειρά τους και να εκφράσουν την άποψή τους πάνω στο τέλμα που έχει περιέλθει η χώρα τους. Υπάρχει μια δυναμική στους «Αγανακτισμένους», στις συνελεύσεις τους, στην καθημερινή μεταξύ τους συνεργασία, που αναπτύσσεται σε γόνιμο έδαφος. Δεν μπορεί όλο αυτό που συμβαίνει να είναι μονάχα ένα πυροτέχνημα. Μια βιαστική εκτόνωση και ύστερα πάλι, τα κεφάλια μέσα. Είναι η πρώτη φορά που οι πολίτες αυτής της χώρας παράτησαν το «εγώ» τους στο σπίτι, μαζί με τους απλήρωτους λογαριασμούς και αναζητούν με τόσο πείσμα ένα «εμείς» αχρωμάτιστο και ακομμάτιστο, έστω κι αν κανείς τους ακόμα δεν γνωρίζει ποιο μπορεί να είναι αυτό.

Και είναι αλήθεια. Τα αιτήματα δεν είναι συγκεκριμένα, η επόμενη και δραστικότερη κίνηση δεν έχει οργανωθεί. Ακόμη και τα συνθήματα πολλές φορές, σβήνουν και χάνονται στη δεύτερη επανάληψή τους. Όσοι ασκούν κριτική, θέτουν μία και μοναδική ερώτηση. «Και μετά τι»;

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, οι «Αγανακτισμένοι» κλείνουν μία εβδομάδα συνεχούς παρουσίας στους δρόμους. Μετά τη δημοσίευσή του, μπορεί και να μην υπάρχει ψυχή κάτω από τον Λευκό Πύργο και όλα αυτά να μοιάζουν τουλάχιστον φαιδρά, όπως προβλέπει ένας φίλος.

Ακόμη και έτσι να καταλήξει, ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι επιφυλακτικοί επικριτές αυτής της κίνησης, το σίγουρο είναι ότι η αρχή για κάτι μεγαλύτερο θα έχει ήδη γίνει. Καμιά ιστορία δεν μπορεί να ρουφήξει στα άδυτά της το πνεύμα σύμπνοιας που έχει καλλιεργηθεί μέσα και γύρω από τα κιόσκια των «Αγανακτισμένων». Μπορεί να ξεθωριάσει αυτή η μετοχή αλλά σίγουρα θα βρεθεί μια άλλη για να ονοματίσει την ανάγκη των πολιτών για μία ολοκληρωτική αλλαγή.  Μπορεί οι Ισπανοί να πάψουν να κάνουν ησυχία «για να μην ξυπνήσουν τους Έλληνες» αλλά σίγουρα θα βρεθεί μια νέα αφορμή ώστε να κατεβάσει ένα ποτάμι μπουχτισμένων νέων και ηλικιωμένων ανθρώπων στους δρόμους. Οι άδειες κατσαρόλες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα συνεχίσουν να χτυπούν και να ακούγονται στις πλατείες. Γιατί αυτές είναι το μέλλον που τρομάζει έναν κόσμο ανήμπορο να ορίσει το μέλλον του, έτσι όπως το έχει ονειρευτεί.

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011
23/6/11 0 σκέψεις

Περί συλλογής



«Συλλεκτικό = εκείνο που αξίζει να μπει σε συλλογή, καθετί που είναι άξιο συλλογής».  Η Zaz και η live της εμφάνιση που δεν μπόρεσες να παρακολουθήσεις από κοντά. Η βεβαιότητα ότι κάθε ηχογραφημένο της τραγούδι είναι τόσο πολύχρωμο όσο και το live της. Η Adele από το «Chasing pavements» μέχρι το «Rolling in the deep» και πάλι πίσω. Η Lykke Li και τα ποτάμια. Τα ακαπέλα της Μποφίλιου. Συλλεκτική είναι η ταινία «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν και ακόμη πιο συλλεκτική η στιγμή που δηλώνεται πως «οι κηδείες είναι όμορφες σε σχέση με τους θανάτους». Το μούδιασμα στα κάτω άκρα σου μετά τον «Μαύρο Κύκνο» του Αρονόφσκι. Η Κική Δημουλά και του κόσμου τα συναισθήματα που μπορούν να σου φανερωθούν σε δύο της μόνο λέξεις. Κάθε βιβλίο με χειρόγραφη αφιέρωση. Κάθε βιβλίο, τελεία.

Οι παλιές φωτογραφίες με εσένα ντυμένο πειρατή ή καραμέλα και με την ακριβή ημερομηνία από πίσω. Δεν είναι ότι θυμάσαι απλά, θυμάσαι και πότε. Η πρώτη σου έκθεση με ένα «μπράβο, συνέχισε έτσι». Η αίσθηση του να ξέρεις ότι τελικά έχεις συνεχίσει αλλιώς και όπως ήθελες. Συλλεκτικά είναι τα καρτούν που ήξεραν να βγάζουν τον σκασμό. Ο Bolek και ο Lolek. Ο Ροζ Πάνθηρας.

Συλλεκτικό είναι να μπορείς να κρίνεις νηφάλιος αν μια χρονιά που πέρασε ήταν καλή ή κακή. Να εξακολουθείς να πιστεύεις ότι τα καλύτερα έπονται. Μερικά καλοκαιρινά βράδια που ξέρεις να τα ζήσεις ακόμα και πάνω στην ταράτσα σου, συντροφιά με δυο καλά χαμόγελα καλών φίλων. Παθιασμένα ζευγάρια στα Κάστρα να χορεύουν τανγκό. Τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα γνωριμίας σου με έναν άνθρωπο. Συλλεκτικά είναι όσα προλάβουν και ρουφήξουν οι κεραίες σου από αυτόν. Οσα έχουν τη δύναμη να σε αλλάξουν. Τελικά, το πιο συλλεκτικό από όλα είναι η αλλαγή.

* Δημοσιεύθηκε στο Pepper magazine #9, Ιούνιος 2011

 
;