30/4/16 1 σκέψεις

Προσοχή ένστικτο



Το γυναικείο ένστικτο δεν είναι ακριβό άρωμα για να μπει σε μικρό μπουκαλάκι. Δεν είναι καν κλισέ για να χωρέσει σε μια τέτοια φράση. Είναι δικλείδα ασφαλείας. Ενεργοποιείται όταν βρίσκεσαι σε κίνδυνο απροσδιόριστο. Δεν γνωρίζεις την ταυτότητα του εχθρού, αλλά νιώθεις το χνώτο του. Καταλαβαίνεις πως ο εχθρός υπάρχει στον χώρο, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα απουσιάζει. Είναι αυτή η απουσία του που σε κυκλώνει, που σε τυλίγει μέχρι την πλήρη αφαίμαξη.

Το γυναικείο ένστικτο συναντά μόνιμα έναν τοίχο. Τον τοίχο της τρέλας. Είσαι τρελή, πού το σκέφτηκες, πλάθεις ιστορίες απ’ το μυαλό σου, σύνελθε. Παίρνει φόρα το ένστικτο και πέφτει επάνω στις απαντήσεις. Ματώνει, τα κόκαλά του θρυμματίζονται, ο πόνος είναι αφόρητος. Αλλά τελικά τα καταφέρνει: ο τοίχος ισοπεδώνεται. Και πίσω από αυτόν, ξημερώνει μια μέρα που δεν φαντάζεσαι κι εγώ πού να στα λέω.





18/4/16 0 σκέψεις

Να το βάζεις στα πόδια



Να πότε αποκτάς την ανεξαρτησία σου. Όταν αφήνεις μέχρι και τα ταξί να σε προσπεράσουν. Ή όταν τα προσπερνάς εσύ. Όταν κάνεις road trip με τα πόδια. Βασίζεσαι στα μέλη σου. Διαμελίζεσαι. Συναρμολογείσαι. Περπατάς. Φτου κι απ’ την αρχή. Κοφτά βήματα, όπως και οι προτάσεις. Το λιμάνι σε βγάζει στη Λαγκαδά. Συνήθως σε βγάζει σε κάποιο νησί αλλά δε βαριέσαι. Βαριέσαι, για αυτό περπατάς. Το βάζεις στα πόδια. Πόσο παρεξηγημένη φράση. Αφού πραγματικά βάζεις τη δύναμή σου στα πόδια, ποιος της έδωσε αρνητικό πρόσημο; Κάποιος που θα μπορούσε να οδηγήσει αυτοκίνητο. Ή κάποιος που θα είχε στην κατοχή του ένα. Μια κυρία με άσπρο σάλι και μαύρα πέδιλα περπατούσε κι αυτή. Κρατούσε από το χέρι έναν κύριο με γυαλιστερές φόρμες. Δεν ξέρω πού πήγαιναν. Ήταν μεσάνυχτα και περπατούσαν. Μόνο αυτό ξέρω. Το ξέρω γιατί το είδα, έτσι είναι η ζωή. Βλέπεις, ζεις, μαθαίνεις. Εκτός αν έχεις αυτοκίνητο.

Φωτό: deviantart.com




31/3/16 0 σκέψεις

Αμφίρροπη μάχη



Πριν ξημερώσει τινάζεται απ’ το στρώμα
Πίσσα η ανάσα και άφωτος ο δρόμος
Λύκοι στο κατώφλι οι τύψεις, λαιμητόμος
Ουρλιάζουν μέσα της μόλις κοιτά το χώμα.

Πάει πια καιρός που επέστρεψε στο σπίτι
Αφήνοντας σκότη σε μπαρ και ξένες κλίνες
Συνθηκολόγησε με μοίρα και ρουτίνες
Κολλά τα πόδια της στη γη σαν τον μαγνήτη.

Μα σαν η πρώτη ακτίνα δέρμα αγγίζει
Θυμάται πως το φως τον χρόνο διαστέλλει
Λύνει τη ζώνη της, ανθεί, γυμνή βαδίζει

Κατάλευκη σ’ όσων σκουριάσαν την αγέλη
Και δεν γυρνά στο ριζικό που διόλου θέλει
Μόνο μες τ’ όνειρο, όνειρα αναβλύζει.

*«Γράψε ένα Σονέτο» στο πλαίσιο των εργαστηρίων Δημιουργικής Γραφής στον Κήπο - Fb page: Κήπος Σεμινάρια, Φωτό: deviantart.com
23/1/16 3 σκέψεις

Τέσσερα λιπογράμματα για τη νύχτα



Χωρίς «ο»

Η νύχτα εξαντλεί
ερημώνει κι ερημώνεται
μέχρι να σε καταλάβει ημέρας φως
θα σε έχει ήδη καταπιεί
ιδρώτας, άλμη των βλεφάρων.

Χωρίς «κ»

Τα βήματά μου
τελούν υπό την προστασία σου
αδηφάγα ηχεία σε στοές
μένουν χωρίς θύμα.
Σε άφησα ποτέ να μάθεις
πως όλα τα φώτα
σβήνουν με την παρουσία σου;



Χωρίς «π»

Είναι ένα αστέρι
είναι μια ευχή
κρίσιμη η κατάσταση
στην εντατική τ' ουρανού
θερίζει στους αιθέρες ο θάνατος.
Είναι μια ευχή
για ένα αστέρι
σβήνει και χάνεται
κρατάς μιαν ανάσα
και λες ευτυχία
υγεία, λεφτά
με άλλη σειρά
βρώσιμη και θνητή.
Τάζεις στο μέλλον
τρεμάμενες χάρες
στο σώμα ενός νεκρού.
Ας είναι κι αστέρι.
Η αμαρτία είναι όλη δική σου.



Χωρίς «α»

Τις ώρες πίνεις πριν έρθεις
ο χρόνος ρέει στις φλέβες σου
κόκκινος, όπως η πόλη
όπως η οργή που τρέχει στους δρόμους.
Η μέθη σου έχει λεπτοδείκτη.
Τρέμω στη σκέψη
πως το όνειρο νωρίς σε ξημερώνει.




4/1/16 1 σκέψεις

Απονενοημένος απολογισμός



2015. Δύο ανάσες πριν το τέλος. 

Είναι ένα μπαρ που έχει το όνομα ενός θηλαστικού. Είναι τα χαμηλά φώτα και τα ποτά σε χαμηλά ποτήρια. Οι άνθρωποι σχηματίζουν κύκλους, μηρυκάζουν τις παρέες τους. Μιλούν μεγαλόφωνα, γελάνε, αγγίζονται. Όλα κυλούν κατά γράμμα. Τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου. Το ουίσκι μου έχει δυο πάγους. Δε θα μάθω ποτέ γιατί επιπλέουν. Ίσως γιατί αγωνίζονται ενάντια στη μοίρα τους μέχρι τέλους. Μέχρι να επιστρέψω θα έχουν ήδη λιώσει. 

Τα πλακάκια στο μπάνιο είναι ορφανά από αισθητική, αλλά έχουν πολλά χρώματα. Μολυβί, λαδί, πορτοκαλί, κίτρινο και η αλληλουχία συνεχίζεται. Στηρίζω το βάρος μου σε μια κρύα συστάδα τους. Ξεκουράζω τη χρονιά που περνά στο παρελθόν. Τραβώ το χαρτί, ασελγώ πάνω στη διαθεσιμότητά του, σχηματίζει βουνό στο πάτωμα. Η πόρτα χτυπά. «Άλλος» κι ας μην επιτρέπονται οι άντρες. Καταπίνω το κλειδί και εξαφανίζομαι.

2015. Μία ανάσα πριν το τέλος. 

«Αν κάτι με παρηγορεί 
Για όλες τις τύψεις μου 
Είναι ότι θα φύγεις 
Χωρίς καμιά υποψία τύψης
Για κάτι που ίσως μου είχες κάνει».

Κάθομαι στο πάτωμα και αρπάζω το πρώτο βιβλίο που βρίσκω μπροστά μου. Γεμίζω κρασί το ποτήρι, να κατέβουν οι λέξεις γουλιά τη γουλιά. Αυτές που γράφτηκαν γιατί οι άλλες που μένει να ειπωθούν, πάει, σώθηκαν. Τύψεις και παρηγοριά κόβουν το νήμα τελευταίες σε μια χρονιά που αποδείχθηκε απάτη. 

Έξω σκάνε πυροτεχνήματα και μέσα η ποίηση. Έξω ο κόσμος υποδέχεται χαρούμενος τους πόνους που δεν μπορεί ακόμα να προβλέψει. Μέσα η σιωπή καταδικάζει τα δευτερόλεπτα σε αιώνες. Στέκεσαι απέναντι ανέκφραστος, σαν πάγος που επιπλέει και δε θα μάθω ποτέ το γιατί. Μια φωνή τραγουδάει πως έχουμε πόλεμο χαρακωμάτων. 

2016. Ο καθένας μας πια θα είναι για τον εαυτό του. 

Υπό τους ήχους του:


Φωτό: Kaslito

11/11/15 0 σκέψεις

Η αργή μηχανή του απέρωτα, Χούλιο Κορτάσαρ



Η αργή μηχανή του απέρωτα
τα γρανάζια της άμπωτης, τα σώματα που αφήνουνε τα μαξιλάρια
τα σεντόνια, τα φιλιά.
κι ορθοί μπρος στον καθρέφτη σε ανάκριση.
καθένας για λογαριασμό του.
πια μεταξύ τους δεν κοιτάζονται.
όχι γυμνοί ο ένας για τον άλλον.
πια δεν σ' αγαπώ.
αγάπη μου.

*Η σύνθλιψη των σταγόνων, μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης, εκδόσεις Biblioteque
3/11/15 0 σκέψεις

Τον άνεμο τον έλεγαν Εσύ


14 Ιουνίου 1926

Η Ελεγεία σου. Ράινερ, όλη μου τη ζωή χάριζα τον εαυτό μου μέσα σε ποιήματα - σε όλους. Και σε ποιητές. Ωστόσο έδινα πάντα πάρα πολλά, και πάντα έπνιγα την πιθανή απάντηση. Η απάντηση τρόμαζε. Προεξοφλούσα όλη την αντήχηση. Γι' αυτό δεν μου έχουν γράψει οι ποιητές κανένα ποίημα (κακό - ούτε καν, λιγότερο από κανένα!) - κι εγώ πάντα μειδιούσα: το αφήνουν σ' εκείνον που θα έρθει ύστερα από εκατό χρόνια.

Και, Ράινερ, το ποίημά σου, το ποίημα του Ρίλκε, του ποιητή, της ποίησης - ένα ποίημα. Και, Ράινερ, η σιωπή μου. Αντίστροφη κατάσταση. Σωστή κατάσταση.

Αχ, σε αγαπώ, διαφορετικά δεν μπορώ να το ονομάσω, είναι η πρώτη και η καλύτερη λέξη.

Ράινερ, εχθές το βράδυ βγήκα λίγο έξω να μαζέψω απλωμένα ρούχα, γιατί πήγαινε να βρέξει. Και πήρα όλο τον άνεμο - όχι, όλο τον Βορρά στην αγκαλιά μου. Και τον έλεγαν Εσύ. (Αύριο θα είναι ο Νότος!) Δεν τον πήρα μέσα στο σπίτι, έμεινε στο κατώφλι. Μέσα στο σπίτι δεν μπήκε, με πήρε όμως μαζί του στη θάλασσα, μόλις αποκοιμήθηκα.

Ο πρώτος σκύλος που θα χαϊδέψεις ύστερα απ' αυτό το γράμμα είμαι εγώ. Πρόσεξε πόσο θα απορήσει.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε 
Ημερολόγιο 2011, Ερωτικές σελίδες, εκδόσεις Μεταίχμιο
φωτό: kafastudio.com 
 
;