«Αλμυρά δάκρυα πάνω σε έναν τάφο». Ξεκίνησα να γράφω.«Και χέρια που βουτάνε στον χώμα για να κλέψουν την τελευταία ανάσα του αγαπημένου τους ανθρώπου». Συνέχιζα να πιέζω ένα φαγωμένο μολύβι να γράψει και να γράψει, αφού δεν μπορούσα να της μιλήσω, δεν μπορούσα να σφίξω τον ώμο της παρά μόνο το μολύβι.«Ισως να έπρεπε να είναι πικρό το κλάμα, να έχει μια ολότελα διαφορετική γεύση. Πάντως όχι αλμυρό. Η αλμύρα θυμίζει θάλασσα και ο θάνατος δεν έχει κύμα. Ποτέ». Είμαι σίγουρη πως θα είναι ακόμα ακουμπισμένη στο κρύο μάρμαρο, κάτω από τον απρόσωπο σταυρό που γράφει το όνομά του. «Κι στέκεσαι εκεί να χύνεις δάκρυα πάνω από μια λακκούβα φορτωμένη με χώμα, με χούφτες χώμα που καταπλάκωσαν μια ζωή σαράντα χρόνων. Μια ολόκληρη ζωή δηλαδή».
Αν σου πω ότι σε σκέφτομαι κάθε μέρα, δεν θα είναι υπερβολή. Φέρνω στο νου μου κι εσένα που έφυγες, και εσένα που μένεις εδώ. Κι αν δεν είμαι καλή στα λόγια, μην με παρεξηγείς. Είναι που βρίσκω άλλοθι σε ένα κομμάτι από χαρτί, κι εσύ αγαπάς τα άλλοθι μου. Οπως κι εμένα, όπως κι εγώ εσένα...
2 σκέψεις:
τι όμορφο. εμένα η απώλεια μου έγινε συνήθεια κι αυτό είναι ότι χειρότερο. όταν γράφουμε, δεν ξεχνούμε ποτέ. (κι ίσως δεν πεθαίνουμε ποτέ)
Χαίρομαι που βρήκαμε τρόπο να επικοινωνούμε, Marion..!
Δημοσίευση σχολίου