3/11/17 0 σκέψεις

Αυτόματη γραφική


Η εποχή μας είναι γεμάτη από ανθρώπους που πιστεύουν υπερβολικά στον εαυτό τους και από ανθρώπους που πιστεύουν ελάχιστα σε αυτούς.

[Ας πιούμε σε αυτούς]

Οι πρώτοι πίνουν το αίμα των άλλων, οι δεύτεροι τρέφονται από τις πληγές τους.

Είναι άδικο να βρίσκεις σπίτι και να μην έχεις τι να ζήσεις, όπως όταν βρίσκεις τοίχο λευκό και δεν έχεις μελάνι ή δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκεισαι.

[Tο «πρόκεισαι» δεν στέκεται όρθιο χωρίς να ακουμπά στη φαντασία]

Οι λέξεις δεν έχουν δύναμη αν δεν τους τη δώσεις εσύ.

Με σένα ο κόσμος τρέχει με πιο γρήγορες ταχύτητες ώστε και πάλι να καταφέρεις να ζεις το παρόν και να μη γίνεσαι από το παρελθόν σου.

Να μη νομίζεις ότι όλα έχουν τελειώσει όταν περνάς έξω από μια κρεπερί και σκέφτεσαι ότι έτσι όπως άνοιξε, έτσι και θα κλείσει.

Και να μην εκνευρίζεσαι όταν σε λένε σοβαρή και μελαγχολική. Αν αυτό είσαι, αυτό πρέπει να γίνεις.

Άλλος ορίζει την ποιότητά σου. Έχεις ελάχιστη ελευθερία κίνησης και με τα νήματα στα πόδια πρέπει να πορευτείς.

[Κι αν πέσεις, επιβάλλεται να σηκώσεις το χέρι σου και να μαστιγωθείς]

Υπό τους ήχους του:



(Photo: deviantart/ birazhayalci)


15/4/17 0 σκέψεις

Πιο Μεγάλη Παρασκευή


Την πιο Μεγάλη Παρασκευή μας δεν την έχουμε ζήσει ακόμα.
Το ‘χει μαντέψει ο ποιητής.
Πατάω πτώματα για να σε βρω απόψε.
Σώματα περιφέρονται σε μια πόλη αναμονής.
Η ουρά είναι τεράστια.
Είμαι το νούμερο που προηγείται.
Αν με πολλαπλασιάσεις με το εκατό,
θα καλέσω την Αστρονομία.
Υπάρχει κάπου ένα αστέρι που περιμένει ακατοίκητο.
Το πιο μεγάλο αστέρι μας δεν το έχουμε κατοικήσει ακόμα.

Υπό τους ήχους του:



(photo: Deviantart/ AdventureIsOutThere)
25/1/17 1 σκέψεις

Η «Σχεδία», η Μάγδα και τα social media


Σήμερα η 60χρονη κυρία Μάγδα, πωλήτρια του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», μου χάρισε μια αγκαλιά και ένα φιλί γιατί έτυχε να πάρω το τελευταίο τεύχος που είχε στα χέρια της. Ήταν για αρκετές ώρες έξω, περιμένοντας στο ίδιο σημείο, κι έκανε αρκετό κρύο.

«Μόνο το χαμόγελο των ανθρώπων, μια κουβέντα μαζί τους, μας δίνουν τόση χαρά όση δεν φαντάζεσαι», είπε. Πήγε και στην Γλασκώβη με την Εθνική Αστέγων και έπαιξε ποδόσφαιρο. «Αν πατήσεις το βίντεο στο γιουτιού, με δείχνει λιγάκι από πίσω. Θα δεις μια ξανθιά. Εγώ είμαι. Τα έβαλα με κοριτσάκια που έχουν τη μισή μου ηλικία και άντεξα».

Είχε παράπονο ότι οι νέοι δεν αγοράζουν το περιοδικό. Δεν είναι περίεργο, αν το σκεφτείς; Έχουμε όλα τα social media στα πόδια μας, πιστεύουμε ότι μια ανάρτηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και ακόμα προσπερνάμε αυτούς τους ανθρώπους σαν να είναι αόρατοι. Δεν είναι, κι έχουν και γαμώ τις ιστορίες να μας διηγηθούν. Στο κάτω κάτω, μπορούμε να βγούμε μια selfie με την κάθε κυρία Μάγδα που φοράει κόκκινο γιλέκο εκεί έξω.

Σπρεντ δε νιουζ.
Νέο τεύχος στους δρόμους.
Τιμή 3 ευρώ, το 1,5 πηγαίνει στον πωλητή.
23/11/16 0 σκέψεις

Ανάγκη τρέμουσα


Δεν είναι τρομακτικό το πόσο χρειαζόμαστε τους ανθρώπους; Το διαπιστώνεις κάθε μέρα στο δρόμο. Κοιτάζεις, παρατηρείς, λυπάσαι για αυτούς, γελάς μαζί τους, κάτι λένε, κάτι θα σκεφτείς, όλο και κάποια ανάμνηση θα ανασυρθεί και ύστερα θα θέλεις να πας και να γράψεις κάτι υπό τους ήχους του Λέοναρντ Κοέν. [Επίσης τρομακτικό είναι το πόσο χρειαζόμαστε τον Κοέν αφού έχει πια φύγει]. Γράφω και θα έπρεπε να σκέφτομαι το τσάι δίπλα μου που θα κρυώσει, αλλά εγώ σκέφτομαι πόσο χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον, πώς χρωματίζουμε με την παρουσία μας, πώς αποχρωματίζουμε με την απουσία μας και πόσο μεγάλη ευλογία είναι να ξερνάς λέξεις και πάντα να χρησιμοποιείς αυτό το ρήμα για την παραγωγή τους και πως στην αυτόματη γραφή, καμιά φορά από λάθος, η «ευλογία» γίνεται «ετυμολογία» και το «ρήμα» γίνεται «ρήγμα», αλλά υποθέτω ότι έτσι είναι οι λέξεις, όπως και οι σχέσεις, εύθραστες, χρειάζονται ένα χάδι, ένα βλέμμα, κάτι ζεστό που να πηγάζει από μέσα και ας χάσκει ο Κορτάσαρ πως η τρυφερότητα είναι μια οντολογική γρατζουνιά.

Υπό τους ήχους του:


(φωτό: Deviantart/ StineJ)


8/10/16 2 σκέψεις

Ποτέ μη λες κάποτε



Τις πιο ωραίες ιστορίες μας τις ξεπουλάμε στο facebook. Κάποτε ήμασταν ρομαντικοί, κάποτε μπαίναμε εδώ και αφήναμε τα σπλάχνα μας. Ύστερα επιστρέφαμε να τα διαβάσουμε ξανά και να τα βάλουμε για ύπνο. Βρίσκαμε τους ήρωες μας στα λεωφορεία και στα τρένα. Τώρα αγοράσαμε αυτοκίνητα και πετάμε Θεσσαλονίκη - Αθήνα με πτήσεις που διαλαλούν ξυστό και αρώματα. Κάποτε θέλαμε την παιδική μας ηλικία πίσω. Τώρα βιαζόμαστε να πνιγούμε μέσα στις ευθύνες, λες και έτσι βαφτίζεσαι ενήλικος. Πιστεύαμε, ελπίζαμε, βγαίναμε στους δρόμους και είχε νόημα. Ένα κάποιο νόημα και ένα ηλιοβασίλεμα με μπύρα στο χέρι που ήταν αρκετό. Λέγαμε ''εγώ ποτέ δεν θα''. Τώρα λέμε ''ποτέ μη λες ποτέ'' και όλα τα κλισέ που μας τάιζαν οι γονείς μας για να μεγαλώσουμε.

Κάποτε αυτό το κείμενο θα είχε περισσότερες λέξεις.

Τώρα η σάρκα είναι πρόθυμη, αλλά το πνεύμα ασθενές.




Photo: oO-Rein-Oo | Deviantart.com


25/8/16 3 σκέψεις

Ένα κάθε καλοκαίρι στην Αλόννησο



Θα έβαζα ένα χρόνο στον πάγο για τρεις μέρες στην Αλόννησο.

Για να δω την Παλιά της Χώρα από το πλοίο ακόμα, μια υπόσχεση σε υψόμετρο. Για να ξαπλώσω στην σκιά των βράχων της, να μου πάρουν την ανάσα τα γαλαζοπράσινα νερά της, να πρηστούν τα χείλη μου από το αλάτι τους.

{- γιατί έχεις τόσο μεγάλα χείλη; - για να σε φιλάω καλύτερα}

Για να πιω κοκτέιλ του Καμύ, του Καβάφη και του Κάφκα σε ένα σύμπαν από ράφια με βιβλία. Για να πιω – ένα άλλο βράδυ, εκείνο το βράδυ – βινσάντο και προσέκο κάτω από ένα δέντρο με τη φωνή της Billie Holiday. Για να σταματήσω να πίνω και να χαθώ στα στενά της και να φωτογραφίσω τις λωρίδες από φως. Για να βγω από το σκοτάδι. Για να χαζέψω χειροποίητα κοσμήματα, χειροποίητα σουβενίρ, κάδρα με ονόματα, μπλούζες με μεσογειακές φώκιες, εμαγιέ κούπες και πόστερ από παλιές ταινίες. Για να διαβάσω επιγραφές στα μαγαζιά σε άπταιστα ιταλικά.

Για να φωνάξω τις γάτες με ονόματα που θέλω και αυτές να γυρίσουν. Για να έρθουν στα πόδια μου, να απαθανατίσουμε τη στιγμή. Για να δω τον ήλιο να δύει από το Χαγιάτι. Για να γευτώ φρέσκο τόνο και φρέσκο καλαμάρι με τις βάρκες απέναντι και τις αιώρες επάνω τους. Για να ζηλέψω έναν ανεμόμυλο και ένα σπίτι.

Για να νιώσω ζωντανή. 


30/4/16 1 σκέψεις

Προσοχή ένστικτο



Το γυναικείο ένστικτο δεν είναι ακριβό άρωμα για να μπει σε μικρό μπουκαλάκι. Δεν είναι καν κλισέ για να χωρέσει σε μια τέτοια φράση. Είναι δικλείδα ασφαλείας. Ενεργοποιείται όταν βρίσκεσαι σε κίνδυνο απροσδιόριστο. Δεν γνωρίζεις την ταυτότητα του εχθρού, αλλά νιώθεις το χνώτο του. Καταλαβαίνεις πως ο εχθρός υπάρχει στον χώρο, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα απουσιάζει. Είναι αυτή η απουσία του που σε κυκλώνει, που σε τυλίγει μέχρι την πλήρη αφαίμαξη.

Το γυναικείο ένστικτο συναντά μόνιμα έναν τοίχο. Τον τοίχο της τρέλας. Είσαι τρελή, πού το σκέφτηκες, πλάθεις ιστορίες απ’ το μυαλό σου, σύνελθε. Παίρνει φόρα το ένστικτο και πέφτει επάνω στις απαντήσεις. Ματώνει, τα κόκαλά του θρυμματίζονται, ο πόνος είναι αφόρητος. Αλλά τελικά τα καταφέρνει: ο τοίχος ισοπεδώνεται. Και πίσω από αυτόν, ξημερώνει μια μέρα που δεν φαντάζεσαι κι εγώ πού να στα λέω.





18/4/16 0 σκέψεις

Να το βάζεις στα πόδια



Να πότε αποκτάς την ανεξαρτησία σου. Όταν αφήνεις μέχρι και τα ταξί να σε προσπεράσουν. Ή όταν τα προσπερνάς εσύ. Όταν κάνεις road trip με τα πόδια. Βασίζεσαι στα μέλη σου. Διαμελίζεσαι. Συναρμολογείσαι. Περπατάς. Φτου κι απ’ την αρχή. Κοφτά βήματα, όπως και οι προτάσεις. Το λιμάνι σε βγάζει στη Λαγκαδά. Συνήθως σε βγάζει σε κάποιο νησί αλλά δε βαριέσαι. Βαριέσαι, για αυτό περπατάς. Το βάζεις στα πόδια. Πόσο παρεξηγημένη φράση. Αφού πραγματικά βάζεις τη δύναμή σου στα πόδια, ποιος της έδωσε αρνητικό πρόσημο; Κάποιος που θα μπορούσε να οδηγήσει αυτοκίνητο. Ή κάποιος που θα είχε στην κατοχή του ένα. Μια κυρία με άσπρο σάλι και μαύρα πέδιλα περπατούσε κι αυτή. Κρατούσε από το χέρι έναν κύριο με γυαλιστερές φόρμες. Δεν ξέρω πού πήγαιναν. Ήταν μεσάνυχτα και περπατούσαν. Μόνο αυτό ξέρω. Το ξέρω γιατί το είδα, έτσι είναι η ζωή. Βλέπεις, ζεις, μαθαίνεις. Εκτός αν έχεις αυτοκίνητο.

Φωτό: deviantart.com




31/3/16 0 σκέψεις

Αμφίρροπη μάχη



Πριν ξημερώσει τινάζεται απ’ το στρώμα
Πίσσα η ανάσα και άφωτος ο δρόμος
Λύκοι στο κατώφλι οι τύψεις, λαιμητόμος
Ουρλιάζουν μέσα της μόλις κοιτά το χώμα.

Πάει πια καιρός που επέστρεψε στο σπίτι
Αφήνοντας σκότη σε μπαρ και ξένες κλίνες
Συνθηκολόγησε με μοίρα και ρουτίνες
Κολλά τα πόδια της στη γη σαν τον μαγνήτη.

Μα σαν η πρώτη ακτίνα δέρμα αγγίζει
Θυμάται πως το φως τον χρόνο διαστέλλει
Λύνει τη ζώνη της, ανθεί, γυμνή βαδίζει

Κατάλευκη σ’ όσων σκουριάσαν την αγέλη
Και δεν γυρνά στο ριζικό που διόλου θέλει
Μόνο μες τ’ όνειρο, όνειρα αναβλύζει.

*«Γράψε ένα Σονέτο» στο πλαίσιο των εργαστηρίων Δημιουργικής Γραφής στον Κήπο - Fb page: Κήπος Σεμινάρια, Φωτό: deviantart.com
23/1/16 3 σκέψεις

Τέσσερα λιπογράμματα για τη νύχτα



Χωρίς «ο»

Η νύχτα εξαντλεί
ερημώνει κι ερημώνεται
μέχρι να σε καταλάβει ημέρας φως
θα σε έχει ήδη καταπιεί
ιδρώτας, άλμη των βλεφάρων.

Χωρίς «κ»

Τα βήματά μου
τελούν υπό την προστασία σου
αδηφάγα ηχεία σε στοές
μένουν χωρίς θύμα.
Σε άφησα ποτέ να μάθεις
πως όλα τα φώτα
σβήνουν με την παρουσία σου;



Χωρίς «π»

Είναι ένα αστέρι
είναι μια ευχή
κρίσιμη η κατάσταση
στην εντατική τ' ουρανού
θερίζει στους αιθέρες ο θάνατος.
Είναι μια ευχή
για ένα αστέρι
σβήνει και χάνεται
κρατάς μιαν ανάσα
και λες ευτυχία
υγεία, λεφτά
με άλλη σειρά
βρώσιμη και θνητή.
Τάζεις στο μέλλον
τρεμάμενες χάρες
στο σώμα ενός νεκρού.
Ας είναι κι αστέρι.
Η αμαρτία είναι όλη δική σου.



Χωρίς «α»

Τις ώρες πίνεις πριν έρθεις
ο χρόνος ρέει στις φλέβες σου
κόκκινος, όπως η πόλη
όπως η οργή που τρέχει στους δρόμους.
Η μέθη σου έχει λεπτοδείκτη.
Τρέμω στη σκέψη
πως το όνειρο νωρίς σε ξημερώνει.




4/1/16 1 σκέψεις

Απονενοημένος απολογισμός



2015. Δύο ανάσες πριν το τέλος. 

Είναι ένα μπαρ που έχει το όνομα ενός θηλαστικού. Είναι τα χαμηλά φώτα και τα ποτά σε χαμηλά ποτήρια. Οι άνθρωποι σχηματίζουν κύκλους, μηρυκάζουν τις παρέες τους. Μιλούν μεγαλόφωνα, γελάνε, αγγίζονται. Όλα κυλούν κατά γράμμα. Τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου. Το ουίσκι μου έχει δυο πάγους. Δε θα μάθω ποτέ γιατί επιπλέουν. Ίσως γιατί αγωνίζονται ενάντια στη μοίρα τους μέχρι τέλους. Μέχρι να επιστρέψω θα έχουν ήδη λιώσει. 

Τα πλακάκια στο μπάνιο είναι ορφανά από αισθητική, αλλά έχουν πολλά χρώματα. Μολυβί, λαδί, πορτοκαλί, κίτρινο και η αλληλουχία συνεχίζεται. Στηρίζω το βάρος μου σε μια κρύα συστάδα τους. Ξεκουράζω τη χρονιά που περνά στο παρελθόν. Τραβώ το χαρτί, ασελγώ πάνω στη διαθεσιμότητά του, σχηματίζει βουνό στο πάτωμα. Η πόρτα χτυπά. «Άλλος» κι ας μην επιτρέπονται οι άντρες. Καταπίνω το κλειδί και εξαφανίζομαι.

2015. Μία ανάσα πριν το τέλος. 

«Αν κάτι με παρηγορεί 
Για όλες τις τύψεις μου 
Είναι ότι θα φύγεις 
Χωρίς καμιά υποψία τύψης
Για κάτι που ίσως μου είχες κάνει».

Κάθομαι στο πάτωμα και αρπάζω το πρώτο βιβλίο που βρίσκω μπροστά μου. Γεμίζω κρασί το ποτήρι, να κατέβουν οι λέξεις γουλιά τη γουλιά. Αυτές που γράφτηκαν γιατί οι άλλες που μένει να ειπωθούν, πάει, σώθηκαν. Τύψεις και παρηγοριά κόβουν το νήμα τελευταίες σε μια χρονιά που αποδείχθηκε απάτη. 

Έξω σκάνε πυροτεχνήματα και μέσα η ποίηση. Έξω ο κόσμος υποδέχεται χαρούμενος τους πόνους που δεν μπορεί ακόμα να προβλέψει. Μέσα η σιωπή καταδικάζει τα δευτερόλεπτα σε αιώνες. Στέκεσαι απέναντι ανέκφραστος, σαν πάγος που επιπλέει και δε θα μάθω ποτέ το γιατί. Μια φωνή τραγουδάει πως έχουμε πόλεμο χαρακωμάτων. 

2016. Ο καθένας μας πια θα είναι για τον εαυτό του. 

Υπό τους ήχους του:


Φωτό: Kaslito

11/11/15 0 σκέψεις

Η αργή μηχανή του απέρωτα, Χούλιο Κορτάσαρ



Η αργή μηχανή του απέρωτα
τα γρανάζια της άμπωτης, τα σώματα που αφήνουνε τα μαξιλάρια
τα σεντόνια, τα φιλιά.
κι ορθοί μπρος στον καθρέφτη σε ανάκριση.
καθένας για λογαριασμό του.
πια μεταξύ τους δεν κοιτάζονται.
όχι γυμνοί ο ένας για τον άλλον.
πια δεν σ' αγαπώ.
αγάπη μου.

*Η σύνθλιψη των σταγόνων, μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης, εκδόσεις Biblioteque
3/11/15 0 σκέψεις

Τον άνεμο τον έλεγαν Εσύ


14 Ιουνίου 1926

Η Ελεγεία σου. Ράινερ, όλη μου τη ζωή χάριζα τον εαυτό μου μέσα σε ποιήματα - σε όλους. Και σε ποιητές. Ωστόσο έδινα πάντα πάρα πολλά, και πάντα έπνιγα την πιθανή απάντηση. Η απάντηση τρόμαζε. Προεξοφλούσα όλη την αντήχηση. Γι' αυτό δεν μου έχουν γράψει οι ποιητές κανένα ποίημα (κακό - ούτε καν, λιγότερο από κανένα!) - κι εγώ πάντα μειδιούσα: το αφήνουν σ' εκείνον που θα έρθει ύστερα από εκατό χρόνια.

Και, Ράινερ, το ποίημά σου, το ποίημα του Ρίλκε, του ποιητή, της ποίησης - ένα ποίημα. Και, Ράινερ, η σιωπή μου. Αντίστροφη κατάσταση. Σωστή κατάσταση.

Αχ, σε αγαπώ, διαφορετικά δεν μπορώ να το ονομάσω, είναι η πρώτη και η καλύτερη λέξη.

Ράινερ, εχθές το βράδυ βγήκα λίγο έξω να μαζέψω απλωμένα ρούχα, γιατί πήγαινε να βρέξει. Και πήρα όλο τον άνεμο - όχι, όλο τον Βορρά στην αγκαλιά μου. Και τον έλεγαν Εσύ. (Αύριο θα είναι ο Νότος!) Δεν τον πήρα μέσα στο σπίτι, έμεινε στο κατώφλι. Μέσα στο σπίτι δεν μπήκε, με πήρε όμως μαζί του στη θάλασσα, μόλις αποκοιμήθηκα.

Ο πρώτος σκύλος που θα χαϊδέψεις ύστερα απ' αυτό το γράμμα είμαι εγώ. Πρόσεξε πόσο θα απορήσει.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε 
Ημερολόγιο 2011, Ερωτικές σελίδες, εκδόσεις Μεταίχμιο
φωτό: kafastudio.com 
10/10/15 0 σκέψεις

Σκεπτόμενο (κραγι)όν


Ο νούμερο ένα κανόνας ήταν να μην παίρνω καραμέλες από αγνώστους. Δεν απειλήθηκα ποτέ. Συχνά δεν έπαιρνα ούτε καλημέρα. Ο επόμενος ήταν να μην ανοίγω ξένα ντουλάπια και ο τρίτος να θυμάμαι τους δύο πρώτους. Κατάφερα να ξεχάσω τον τρίτο και έτσι αναίρεσα και τον δεύτερο. Η μνήμη ήταν το αδύνατο σημείο μου.

Τίναξα το κεφάλι μου προς τα πίσω και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Τα μαύρα στίγματα ξεχώριζαν μέσα από τον ατμό του καυτού μπάνιου. Πλησίασα. Οι κόρες των ματιών μου ακολουθούσαν το είδωλό μου όσο γυρνούσε μια δεξιά, μια αριστερά. Προφίλ, ανφάς, προφίλ και ξανά το ίδιο. Το κάτω χείλος μου ήταν ασυνήθιστα πιο παχύ από το πάνω. Ψηλάφισα την πληγή από τα δόντια του. Παίρνει δυο τρεις μέρες για να κλείσει και ένα βράδυ για να ανοίξει.

Τα μαλλιά μου έπεφταν με κόμπους στους ώμους μου. Πέρασα τα δάχτυλά μου για να τα ξεμπλέξω. Δεν αρκούσε. Το συλλάβισα. «Δεν αρκεί». Άπλωσα το χέρι μου και άνοιξα το ντουλάπι. Μια χτένα θα βοηθούσε. Το ψιθύρισα. «Θα με βοηθήσεις;». Ο δείκτης μου αναγνώριζε τα αντικείμενα. Ένας αφρός ξυρίσματος. Ένα ξυράφι. Μια λοσιόν για μετά το ξύρισμα. Μια αλοιφή για τους μυϊκούς πόνους. Ντεπόν αναβράζον. Ένα ζελέ. Ένα αποσμητικό σε σπρέι. Ένα κόκκινο κραγιόν. Καμία χτένα. 

Δάγκωσα το κάτω χείλος μου. Στο νιπτήρα έσταξε ένας κόκκινος κύκλος. Έγραψα «δεν μπορώ». Οι κόρες δάκρυζαν απέναντι, έγνεψαν καταφατικά. Έκλεισα το καπάκι.

«Μήπως έχετε καραμέλες;», ρώτησα τον πρώτο που συνάντησα στο δρόμο και θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει το ντουλάπι ανοιχτό.

*Με τους κανόνες του:


11/9/15 0 σκέψεις

Να 'ναι Σεπτέμβρης


Να παίξουμε ακόμη ένα παιχνίδι. Να στραγγίξουμε το παιδί που ζει μέσα μας. Να διαλέγεις εσύ ένα τραγούδι. Να διαλέγω ύστερα κι εγώ. Να ψηλαφίζουμε τους στίχους, να διπλοκλειδώνουμε τις ανάσες μας μήπως και αποδράσουν. Να με ψάχνεις στο «cd που είχες κρατήσει άθελά σου». Να σε βρίσκω στον «έρωτα που βάσανα μοιράζει». 

Να αφηνόμαστε στην επιείκεια της σιωπής. Να τυλιγόμαστε στο σκοτάδι που λειαίνει τις (α)γωνίες. Να κοιτάζω τα στοιβαγμένα ρούχα από μέρες που απουσίαζα. Να μαντεύεις πού τα μάτια μου προσαράζουν. Να θεμελιώνομαι στα σεντόνια που είναι εκατό τοις εκατό από τη μυρωδιά σου. Να σκοντάφτει ο λογισμός σου σε αρχέγονες αμφιβολίες. 

Να ακούω καθημερινότητα στον επάνω δρόμο και να θυμάμαι πώς αν ήμουν βήμα, θα ήμουν δοκιμαστικό. Να δένεις μια τρίχα από τα μαλλιά μου στα δυο σου δάχτυλα, να την κινείς ρυθμικά εκεί που συναντιούνται οι δείκτες.

Να’ ναι σαν να υφαίνεις την ίδια τη ζωή. 

*Υπό τη διακριτική παρουσία:


25/7/15 0 σκέψεις

Αμιγώς αισθησιακό





«Μου δινόταν σαν ένας κατακλυσμός από κύμβαλα και νύχια […] 

Απαντώντας με το βογκητό της στο στόμα που ανέβαινε στους μηρούς της, στα χέρια που παραμέριζαν τα πόδια της για εκείνο το πρώτο βαθύ φιλί, η πνιγμένη κραυγή όταν η γλώσσα μου έφτανε στην κλειτορίδα της και γεννιόταν εκείνο το πιπίλισμα κι εκείνη η μικροσκοπική κι εντοπισμένη συνουσία, εγώ ένιωθα το χέρι της να χώνεται στα μαλλιά μου, να με τραβολογάει δίχως έλεος, φωνάζοντάς με με φωνή δυνατή και υποχρεώνοντάς με συγχρόνως να καθυστερώ οριακά, δίνοντάς της μια απόλαυση που ακόμα δεν ήταν δική μου, ο σκλάβος γονατισμένος πάνω στο χαλί, πιασμένος απ’ τα μαλλιά, υποχρεωμένος να παρατείνει την αλμυρή και ζεστή σπονδή, τα δάχτυλά μου αναζητούσαν πιο μέσα ακόμη το διπλό πέταλο του συνεσταλμένου της φύλου, ο δείκτης μου γλιστρούσε προς τα πίσω, έψαχνε την άλλη είσοδο, τη σκληρή και σταθερή, ξέροντας πως η Φρανσίν θα μουρμούριζε «όχι, όχι», αντιστεκόμενη στο διπλό συγχρονισμένο χάδι, συγκεντρωμένη μ’ έναν τρόπο σχεδόν άγριο στην εμπρόσθια απόλαυσή της, φωνάζοντας τώρα το όνομά μου με τα δυο της χέρια γαντζωμένα στα μαλλιά μου, και όταν θα γλιστρούσα παρασύροντάς την μαζί μου προς τα πάνω για να την ξαπλώσω με την πλάτη στα βάθη του κρεβατιού, θα ανασηκωνόταν και θα έπεφτε πάνω μου για να τυλίξει το φύλο μου με το ένα της χέρι και να το κατακτήσει με το στενό και τραχύ της στόμα που σιγά σιγά γέμιζε αφρό και σάλιο, σφίγγοντας τα χείλη της ώσπου να με πονέσει, παλουκωμένη σ’ ένα ατελείωτο λαχάνιασμα από όπου έπρεπε εγώ να την τραβήξω, γιατί δεν ήθελα να με πιει, τη χρειαζόμουν πιο βαθιά, στην παλίρροια της κοιλιάς της που με καταβρόχθιζε και πάλι μ’ έστελνε πίσω […]

Σπρώχνοντάς με ακόμα πιο δυνατά πάνω της μέχρι να την τεντώσει σαν τόξο ένας σπασμός, ή ήμουν εγώ ο πρώτος που βυθιζόταν ως τα όρια όταν η υγρή φωτιά άρχιζε να τρώει τους μηρούς μου, ενωνόμασταν σ’ ένα και μόνο βογκητό, στην απελευθέρωση αυτής της άφθαρτης δύναμης που για άλλη μια φορά ήταν πίδακας, δάκρυα και λυγμός, αργή βιτσιά της μιας στιγμής όπου ο κόσμος κατέρρεε και κυλούσε στο χαλί, στο όνειρο, στο μουρμουρητό της αναγνώρισης ανάμεσα σε αβέβαια χάδια και καυτό ιδρώτα».

Το βιβλίο του Μανουέλ, Χούλιο Κορτάσαρ, Εκδόσεις Κέδρος, 2008
14/7/15 1 σκέψεις

Μισό (πόσο) σε μισώ



Σε μισώ (που εξαφανίστηκες έστω και ένα) λεπτό. Έρχομαι.

Βάζω κάτι επάνω μου κι έρχομαι.

Σε μισώ (που έβαλες όλο σου το σθένος στο σχοινί κι έπεσα στο κενό κι έμεινες στο) γκρεμό - πατάς το χείλος του αντί να το φιλήσεις.

Σε μισώ (γιατί με έθαψες σε ένα) τετραγωνικό μέτρο όπου στοιβάζονται τα οστά μιας λίμνης που τη ρούφηξε το χώμα.

Σε μισώ, ακούς;

Σε μισό, σου λέω.

Σε μισό (κόσμο πώς να φέρουμε τα όνειρα) που δεν είναι στο χέρι μας. 


5/5/15 1 σκέψεις

Ερωτικά παραληρηματικό



Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα τα μάτια σου ήταν καρφωμένα στα χαλίκια. 

Έψαχνες ανάμεσά τους να βρεις σφηνωμένες τις λέξεις που δεν μπορούσες να πεις. 

Ένα πετραδάκι γλίστρησε στο παπούτσι μου, το ανεπαίσθητό μου «αχ» σήκωσε το βλέμμα σου και τινάχτηκες να με προστρέξεις. 

«Όλα καλά» σου είπα, «θέλω να είσαι καλά» μου είπες και εκεί που το φεγγάρι τόνιζε την περισπωμένη των χειλιών σου, τα σφάλισες με οξεία αναταραχή και μ’ άφησες με ένα χαρτί στη χούφτα. 

Το άσπρο σύννεφο που άφησε πίσω το απότομο φευγιό σου, με εμπόδιζε να διαβάσω καθαρά το γράμμα που κι εκείνο άφησες πίσω και έτσι γύρισα στο κρεβάτι μας, πίσω κι εγώ, να σε περιμένω για να σου φωνάξω με θυμό που πάλι ξέχασες ότι είμαι αλλεργική στην σκόνη.  

Εργασία #1
6/3/15 2 σκέψεις

Η γυναίκα που εκδικείται τους λογοτεχνικούς ήρωες



Κάθε φορά που αποφασίζει να απαρνηθεί την τάξη των πραγμάτων της και χαρίζει στα βήματά της το ακαταλόγιστο του προορισμού τους, η ανοιχτή πόρτα που αντικρίζει είναι πάντοτε ενός Φαμπιό του Ιζζό, ενός Οράσιο του Κορτάσαρ, ενός Τόμας του Κούντερα.  

Είτε με το σημάδι από το μαγιό, είτε με την υγρασία της βροχής στα μαλλιά της, οι δρόμοι έχουν πάντοτε ταξί και τα πεζοδρόμια το ευδιάκριτο χρώμα της προσμονής της.

Θα έπρεπε να ήταν επικίνδυνα αφελής για να μην παραδεχτεί ότι όλα τα αινίγματα των προαιώνιων ερώτων βρίσκουν απάντηση στον τρόπο που καταφέρνει και γλιστρά στην ασχημάτιστη αγκαλιά της ο «τρεις σε συσκευασία του ενός» Ήρωας της.

Είναι όμως και σωτήρια έξυπνη για να παραδεχτεί ότι η λογοτεχνία είναι η απάντηση στη ζωή μόνο όταν δεν έχει προηγηθεί καμιά ερώτηση.

Όταν οι απορίες γλιστρούν στο χείλος του μετώπου, ξυστά, σαν μετεωρίτες που τελευταία στιγμή αποφασίζουν να μην καταστρέψουν ολοσχερώς το ξένο σώμα που παρεμβαίνει στην τροχιά τους, τότε η λογοτεχνία γίνεται αγνή και αταξινόμητη εκδίκηση. 



12/10/14 1 σκέψεις

Η ουσιαστική ερώτηση



Είχαμε βρεθεί με τη Μαγκαλί στην Καέν. Σ' ένα μικρό ξενοδοχείο. Τρεις μέρες προτού πετάξω για το Τζιμπουτί. Είχαμε κάνει έρωτα. Αργά, ώρες ατελείωτες. Όλη νύχτα. Το πρωί, πριν μπει στο ντους, μ' είχε ρωτήσει: «Τι προτιμάς να γίνω; Δασκάλα ή μανεκέν;» Σήκωσα τους ώμους, χωρίς ν' απαντήσω. Γύρισε ντυμένη, έτοιμη να φύγει.
«Το σκέφτηκες;» είχε πει.
«Γίνε ό, τι θέλεις», είχα απαντήσει. «Εμένα μου αρέσεις έτσι».
«Πονηρέ», αποκρίθηκε με ένα φευγαλέο φιλί στα χείλη μου. Την είχα σφίξει πάνω μου. Την ποθούσα κι άλλο. «Θ' αργήσω στο μάθημα».
«Το βράδυ».
Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Δεν ήρθε να με συναντήσει. Δεν κατάφερα να τη ξαναβρώ, να της πω ότι πάνω απ' όλα ήθελα να γίνει η γυναίκα της ζωής μου. Είχα λοξοδρομήσει μπροστά στην ουσιαστική ερώτηση. Την επιλογή. Αλλά ούτε που μου 'χε γίνει μάθημα.

(«Η τριλογία της Μασσαλίας», Ζαν Κλωντ Ιζζό)
photo:  sakiryildirim - deviantart.com 


 
;