11/9/15 0 σκέψεις

Να 'ναι Σεπτέμβρης


Να παίξουμε ακόμη ένα παιχνίδι. Να στραγγίξουμε το παιδί που ζει μέσα μας. Να διαλέγεις εσύ ένα τραγούδι. Να διαλέγω ύστερα κι εγώ. Να ψηλαφίζουμε τους στίχους, να διπλοκλειδώνουμε τις ανάσες μας μήπως και αποδράσουν. Να με ψάχνεις στο «cd που είχες κρατήσει άθελά σου». Να σε βρίσκω στον «έρωτα που βάσανα μοιράζει». 

Να αφηνόμαστε στην επιείκεια της σιωπής. Να τυλιγόμαστε στο σκοτάδι που λειαίνει τις (α)γωνίες. Να κοιτάζω τα στοιβαγμένα ρούχα από μέρες που απουσίαζα. Να μαντεύεις πού τα μάτια μου προσαράζουν. Να θεμελιώνομαι στα σεντόνια που είναι εκατό τοις εκατό από τη μυρωδιά σου. Να σκοντάφτει ο λογισμός σου σε αρχέγονες αμφιβολίες. 

Να ακούω καθημερινότητα στον επάνω δρόμο και να θυμάμαι πώς αν ήμουν βήμα, θα ήμουν δοκιμαστικό. Να δένεις μια τρίχα από τα μαλλιά μου στα δυο σου δάχτυλα, να την κινείς ρυθμικά εκεί που συναντιούνται οι δείκτες.

Να’ ναι σαν να υφαίνεις την ίδια τη ζωή. 

*Υπό τη διακριτική παρουσία:


25/7/15 0 σκέψεις

Αμιγώς αισθησιακό





«Μου δινόταν σαν ένας κατακλυσμός από κύμβαλα και νύχια […] 

Απαντώντας με το βογκητό της στο στόμα που ανέβαινε στους μηρούς της, στα χέρια που παραμέριζαν τα πόδια της για εκείνο το πρώτο βαθύ φιλί, η πνιγμένη κραυγή όταν η γλώσσα μου έφτανε στην κλειτορίδα της και γεννιόταν εκείνο το πιπίλισμα κι εκείνη η μικροσκοπική κι εντοπισμένη συνουσία, εγώ ένιωθα το χέρι της να χώνεται στα μαλλιά μου, να με τραβολογάει δίχως έλεος, φωνάζοντάς με με φωνή δυνατή και υποχρεώνοντάς με συγχρόνως να καθυστερώ οριακά, δίνοντάς της μια απόλαυση που ακόμα δεν ήταν δική μου, ο σκλάβος γονατισμένος πάνω στο χαλί, πιασμένος απ’ τα μαλλιά, υποχρεωμένος να παρατείνει την αλμυρή και ζεστή σπονδή, τα δάχτυλά μου αναζητούσαν πιο μέσα ακόμη το διπλό πέταλο του συνεσταλμένου της φύλου, ο δείκτης μου γλιστρούσε προς τα πίσω, έψαχνε την άλλη είσοδο, τη σκληρή και σταθερή, ξέροντας πως η Φρανσίν θα μουρμούριζε «όχι, όχι», αντιστεκόμενη στο διπλό συγχρονισμένο χάδι, συγκεντρωμένη μ’ έναν τρόπο σχεδόν άγριο στην εμπρόσθια απόλαυσή της, φωνάζοντας τώρα το όνομά μου με τα δυο της χέρια γαντζωμένα στα μαλλιά μου, και όταν θα γλιστρούσα παρασύροντάς την μαζί μου προς τα πάνω για να την ξαπλώσω με την πλάτη στα βάθη του κρεβατιού, θα ανασηκωνόταν και θα έπεφτε πάνω μου για να τυλίξει το φύλο μου με το ένα της χέρι και να το κατακτήσει με το στενό και τραχύ της στόμα που σιγά σιγά γέμιζε αφρό και σάλιο, σφίγγοντας τα χείλη της ώσπου να με πονέσει, παλουκωμένη σ’ ένα ατελείωτο λαχάνιασμα από όπου έπρεπε εγώ να την τραβήξω, γιατί δεν ήθελα να με πιει, τη χρειαζόμουν πιο βαθιά, στην παλίρροια της κοιλιάς της που με καταβρόχθιζε και πάλι μ’ έστελνε πίσω […]

Σπρώχνοντάς με ακόμα πιο δυνατά πάνω της μέχρι να την τεντώσει σαν τόξο ένας σπασμός, ή ήμουν εγώ ο πρώτος που βυθιζόταν ως τα όρια όταν η υγρή φωτιά άρχιζε να τρώει τους μηρούς μου, ενωνόμασταν σ’ ένα και μόνο βογκητό, στην απελευθέρωση αυτής της άφθαρτης δύναμης που για άλλη μια φορά ήταν πίδακας, δάκρυα και λυγμός, αργή βιτσιά της μιας στιγμής όπου ο κόσμος κατέρρεε και κυλούσε στο χαλί, στο όνειρο, στο μουρμουρητό της αναγνώρισης ανάμεσα σε αβέβαια χάδια και καυτό ιδρώτα».

Το βιβλίο του Μανουέλ, Χούλιο Κορτάσαρ, Εκδόσεις Κέδρος, 2008
14/7/15 1 σκέψεις

Μισό (πόσο) σε μισώ



Σε μισώ (που εξαφανίστηκες έστω και ένα) λεπτό. Έρχομαι.

Βάζω κάτι επάνω μου κι έρχομαι.

Σε μισώ (που έβαλες όλο σου το σθένος στο σχοινί κι έπεσα στο κενό κι έμεινες στο) γκρεμό - πατάς το χείλος του αντί να το φιλήσεις.

Σε μισώ (γιατί με έθαψες σε ένα) τετραγωνικό μέτρο όπου στοιβάζονται τα οστά μιας λίμνης που τη ρούφηξε το χώμα.

Σε μισώ, ακούς;

Σε μισό, σου λέω.

Σε μισό (κόσμο πώς να φέρουμε τα όνειρα) που δεν είναι στο χέρι μας. 


5/5/15 1 σκέψεις

Ερωτικά παραληρηματικό



Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα τα μάτια σου ήταν καρφωμένα στα χαλίκια. 

Έψαχνες ανάμεσά τους να βρεις σφηνωμένες τις λέξεις που δεν μπορούσες να πεις. 

Ένα πετραδάκι γλίστρησε στο παπούτσι μου, το ανεπαίσθητό μου «αχ» σήκωσε το βλέμμα σου και τινάχτηκες να με προστρέξεις. 

«Όλα καλά» σου είπα, «θέλω να είσαι καλά» μου είπες και εκεί που το φεγγάρι τόνιζε την περισπωμένη των χειλιών σου, τα σφάλισες με οξεία αναταραχή και μ’ άφησες με ένα χαρτί στη χούφτα. 

Το άσπρο σύννεφο που άφησε πίσω το απότομο φευγιό σου, με εμπόδιζε να διαβάσω καθαρά το γράμμα που κι εκείνο άφησες πίσω και έτσι γύρισα στο κρεβάτι μας, πίσω κι εγώ, να σε περιμένω για να σου φωνάξω με θυμό που πάλι ξέχασες ότι είμαι αλλεργική στην σκόνη.  

Εργασία #1
6/3/15 2 σκέψεις

Η γυναίκα που εκδικείται τους λογοτεχνικούς ήρωες



Κάθε φορά που αποφασίζει να απαρνηθεί την τάξη των πραγμάτων της και χαρίζει στα βήματά της το ακαταλόγιστο του προορισμού τους, η ανοιχτή πόρτα που αντικρίζει είναι πάντοτε ενός Φαμπιό του Ιζζό, ενός Οράσιο του Κορτάσαρ, ενός Τόμας του Κούντερα.  

Είτε με το σημάδι από το μαγιό, είτε με την υγρασία της βροχής στα μαλλιά της, οι δρόμοι έχουν πάντοτε ταξί και τα πεζοδρόμια το ευδιάκριτο χρώμα της προσμονής της.

Θα έπρεπε να ήταν επικίνδυνα αφελής για να μην παραδεχτεί ότι όλα τα αινίγματα των προαιώνιων ερώτων βρίσκουν απάντηση στον τρόπο που καταφέρνει και γλιστρά στην ασχημάτιστη αγκαλιά της ο «τρεις σε συσκευασία του ενός» Ήρωας της.

Είναι όμως και σωτήρια έξυπνη για να παραδεχτεί ότι η λογοτεχνία είναι η απάντηση στη ζωή μόνο όταν δεν έχει προηγηθεί καμιά ερώτηση.

Όταν οι απορίες γλιστρούν στο χείλος του μετώπου, ξυστά, σαν μετεωρίτες που τελευταία στιγμή αποφασίζουν να μην καταστρέψουν ολοσχερώς το ξένο σώμα που παρεμβαίνει στην τροχιά τους, τότε η λογοτεχνία γίνεται αγνή και αταξινόμητη εκδίκηση. 



12/10/14 1 σκέψεις

Η ουσιαστική ερώτηση



Είχαμε βρεθεί με τη Μαγκαλί στην Καέν. Σ' ένα μικρό ξενοδοχείο. Τρεις μέρες προτού πετάξω για το Τζιμπουτί. Είχαμε κάνει έρωτα. Αργά, ώρες ατελείωτες. Όλη νύχτα. Το πρωί, πριν μπει στο ντους, μ' είχε ρωτήσει: «Τι προτιμάς να γίνω; Δασκάλα ή μανεκέν;» Σήκωσα τους ώμους, χωρίς ν' απαντήσω. Γύρισε ντυμένη, έτοιμη να φύγει.
«Το σκέφτηκες;» είχε πει.
«Γίνε ό, τι θέλεις», είχα απαντήσει. «Εμένα μου αρέσεις έτσι».
«Πονηρέ», αποκρίθηκε με ένα φευγαλέο φιλί στα χείλη μου. Την είχα σφίξει πάνω μου. Την ποθούσα κι άλλο. «Θ' αργήσω στο μάθημα».
«Το βράδυ».
Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Δεν ήρθε να με συναντήσει. Δεν κατάφερα να τη ξαναβρώ, να της πω ότι πάνω απ' όλα ήθελα να γίνει η γυναίκα της ζωής μου. Είχα λοξοδρομήσει μπροστά στην ουσιαστική ερώτηση. Την επιλογή. Αλλά ούτε που μου 'χε γίνει μάθημα.

(«Η τριλογία της Μασσαλίας», Ζαν Κλωντ Ιζζό)
photo:  sakiryildirim - deviantart.com 


25/8/14 0 σκέψεις

Ευχή και κατάρα


Οι ποιητές του κόσμου έχουν ξοδέψει τόνους μελάνης υμνώντας τον έρωτα και πάλι, στέκονται αμήχανα αιώνιοι μπροστά στη σύλληψη του δικού σου νου.

«Είσαι ευχή και κατάρα», είπες.

Οι τόποι μας είναι περιορισμένοι. Οι δρόμοι, τα ατμοσφαιρικά μπαρ, τα δυο εν κινήσει τετραγωνικά σου κι όμως, ο λόγος σου ρέει σαν παγωμένο ποτάμι στα έγκατα του Αυγούστου.

«Μερικές φορές νιώθω πως είσαι ευχή και κατάρα μαζί».

Πόσες φορές δεν αναρωτήθηκα αν παρακολουθώ τη ζωή μου αντί να τη ζω; Κάθε φορά, η ίδια απάντηση: οι σιωπές μου αντιδικούν με τα λόγια σου.

«Αυτό ήταν το ωραιότερο πράγμα που μου έχουν πει ποτέ».

*photo: BlotoAngeles, deviantart.com 

 
;